Πώς να αποφύγω τους ακατάλληλους, για μένα, συντρόφους;

Έλαβα το παρακάτω μέιλ:

Αφού λοιπόν οι περισσότεροι επιλέγουμε ανθρώπους ακατάλληλους και μάλιστα ξανά και ξανά μπορώ να σπάσω αυτό το μοτίβο; Είναι λύση το να επιλέγω αυτούς που δεν ερωτεύομαι ή κάποιον που δεν βρίσκω τόσο ελκυστικό; Μπορεί να λειτουργεί έτσι;”

Απαντώ:

Για να σπάσουμε ένα μοτίβο είναι χρήσιμο να έχουμε επίγνωση την ανάγκη που αυτό μας καλύπτει ή νομίζουμε πως καλύπτει. Ένας τρόπος για να αποκτήσουμε επίγνωση είναι και η ψυχοεκπαίδευση γι’αυτό και θα σταθώ λίγο στο γιατί πολλές φορές καθηλωνόμαστε σε συμπεριφορές -και όχι σε ανθρώπους όπως πιστεύουμε- που μας ταλαιπωρούν.

Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε καθώς η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων που σίγουρα μεταξύ αυτών θα εντοπίσετε κοινά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές.

Μ’αυτό εννοώ πως σε μεγάλο βαθμό ψάχνουμε εκείνους που αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όμως, η αγάπη που πήραμε τότε δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και άνευ όρων αποδοχή αλλά δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, η αγάπη αυτή μπορεί να συνοδεύτηκε και με οδυνηρές πτυχές.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα ψάχνουμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε. Δύσκολα και μετά από σκέψη θα δώσουμε ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία μας για πολυπλοκότητες που έχουμε λανθασμένα συνδέσει με την αγάπη. Πολύ συχνά περιγράφουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: “Είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική”.

Εάν κατάλαβα σωστά, με ρωτάς εάν η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον που δεν μας ελκύει τόσο αλλά θα είναι πιο κατάλληλος. Θεωρητικά είναι μια λύση αν και έτσι όπως το θέτεις είναι σα να πρέπει να πιεις το πηχτό ροζ σιρόπι για τη γρίπη. Αναρωτιέμαι εάν θα ήταν καλύτερο για σένα να δεις ποιες συμπεριφορές πυροδοτούν τα δικά σου θέματα και να τα φροντίσεις αντί να σκέφτεσαι να γνωρίσεις κάποιον που δεν θα σε ελκύει και τόσο πολύ. Ο λόγος που στο προτείνω είναι γιατί τις περισσότερες φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το πρόσωπο που σχετιζόμαστε, αλλά μια συμπεριφορά του αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Στο τότε, το είχαμε βιώσει τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Δεν θα σου πω ψέματα. Ο τρόπος αυτός δεν είναι ούτε γρήγορος, ούτε εύκολος και σίγουρα όχι ευχάριστος. Έχει όμως αποτέλεσμα, μαθαίνεται και μπορώ να σου εγγυηθώ πως πρόκειται για μια επένδυση με πολύ μεγάλη απόδοση.

 

Advertisements

Κάποιον μου θυμίζεις

Ένα απ’τα πιο συχνά ερωτήματα -που το ακούμε και σε διάφορες παραλλαγές- είναι το “πώς γίνεται αυτοί/ες που επιλέγω να μου συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο;”
Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι μάλλον πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. Οι περιορισμοί γύρω απ’τους οποίους μπορούμε να αγαπάμε και να νιώθουμε καλά προέρχονται από ένα μέρος που όλοι οι ψυχοθεραπευτές αρέσκονται να πηγαίνουν. Στην παιδική ηλικία. Η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων.

Ψάχνουμε εκείνους που από πολλές απόψεις αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Το θέμα είναι ότι η αγάπη που πήραμε κατά την παιδική μας ηλικία δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και καλοσύνη. Δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη -παρ’όλη την αδιαμφισβήτητα καλή πρόθεσή τους- κάποιες φορές η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα βρούμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει.  Δεν δίνουμε σημασία και ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα μας για πολυπλοκότητες που έχουμε συνδέσει με την αγάπη. Μπορεί να περιγράψουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική.

Πολλοί λένε πως η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον με πιο υγιή συμπεριφορά. Θεωρητικά είναι μια καλή λύση και συχνά πρακτικά αδύνατη. Αντί να επιδιώκουμε να αλλάξουμε προτιμήσεις θα ήταν καλύτερο να προσαρμόσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε συμπεριφορές οικείες που στο τώρα, αν και ενήλικοι μας καθηλώνουν.

Κάτι που επαναλαμβάνω πολύ συχνά γιατί γνωρίζω τη χρησιμότητα της ψυχοεκπαίδευσης είναι πως πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά μια συμπεριφορά τους αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Για παράδειγμα εάν ως παιδί δεν έπαιρνα την προσοχή που ήθελα και δεν ήξερα τον τρόπο να τη ζητήσω, τότε θα έβρισκα έμμεσους τρόπους για να πάρω αυτό που είχα ανάγκη.

Στο σήμερα, εάν ο/η σύντροφός μου είναι απορροφημένος με τη δουλειά του και εγώ αντιδράσω όπως παλιά, τότε είτε θα το μεταφράσω “δεν νοιάζεται αρκετά, δεν είμαι αρκετά σημαντικός/ή” ή θα αντιδράσω χειριστικά για να πάρω αυτό που χρειάζομαι. Ένας ενήλικας, που γνωρίζει και έχει δουλέψει τα θέματά του, έστω και αν πυροδοτηθεί ένα παλιό συναίσθημα θα έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί κάτι όπως: “έχει δουλειά, έχω και εγώ δουλειά και είναι εντάξει”.  Γιατί θα γνωρίζει πως στο σήμερα έχει πάντα επιλογές.

Δεν προτρέπω, ούτε υπονοώ να μένουμε σε καταστάσεις δύσκολες και ταλαιπωρητικές για να δούμε και να επιλύσουμε τα παλιά μας τραύματα.  Όμως, ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε.

Έχεις τρια χρόνια να με πάρεις τηλέφωνο. Εάν δε με θες, πες το μου.

Θυμάμαι στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου που γράφαμε εκθέσεις με θέμα την υπομονή και την επιμονή και οι οποίες συνήθως ξεκινούσαν με κάποιο απόφθεγμα του  τύπου «δεν είμαι τόσο έξυπνος, είναι που μένω με τα προβλήματα περισσότερο», ίσως συνέχιζαν με το  «η επιμονή και η υπομονή έχει να κάνει με τη σταθερή προσήλωση σε μια πορεία δράσης, σε μια ιδέα ή σ’ ένα σκοπό, παρά τα εμπόδια, ή τις δυσκολίες» – πάντα υπήρχε η σύνδεση με τη δέσμευση, την αναμονή και την αντοχή- και φυσικά κατέληγαν κάπως έτσι:  «επομένως η υπομονή και η επιμονή δεν έχουν χαρακτηριστεί τυχαία ως βασικές αρετές όλων των επιτυχημένων και ευτυχισμένων ανθρώπων».

Πολλά χρόνια μετά, στον καναπέ της ψυχοθεραπεύτριας μου απαντούσα με μεγάλη περηφάνεια στην ερώτηση “ποιά θα έλεγες πως είναι τα δυνατά σου σημεία;”
Τα δυνατά μου σημεία ήταν ταυτόχρονα και τα μεγαλύτερά μου defaults.  Πόσο εύκολα η μετριοφροσύνη μπορεί να γίνει ανασφάλεια, το χιούμορ αγένεια, η ενδοσκόπηση κατάθλιψη, η αυτοσυγκράτηση καταπίεση, η οργανωτικότητα εμμονή, η επιμονή κάτι άκαμπτο, η υπομονή αφέλεια;

Το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως χωρίς την επιμονή και την υπομονή  που χρειάζεται να επιδεικνύουμε στη ζωή μας για να καταφέρουμε πράματα και να μην τα παρατάμε με την πρώτη δυσκολία, με κάνει και αναρωτιέμαι πόσο μπερδευτικό, ταλαιπωρητικό, ματαιωτικό και πολλές φορές κακοποιητικό μπορεί να γίνει όταν αυτή τη στάση ζωής  τη μεταφέρουμε και στις προσωπικές μας σχέσεις.

Αμέτρητες ιστορίες έχω ακούσει από ανθρώπους που για μεγάλο χρονικό διάστημα περιμένουν κάτι από κάποιον ελπίζοντας πως κάτι θα γίνει και ο άλλος θ’ αλλάξει γνώμη και θα τους το δώσει.  Περιμένουν ένα τηλεφώνημα, ένα email, ή την παραμικρή κίνηση του άλλου την ερμηνεύουν ως ενδιαφέρον,  το οποίο όμως ο άλλος διστάζει να το εκφράσει ή γιατί είναι κλειστός άνθρωπος, ή ντρέπεται, ή απλά φοβάται τη δέσμευση.
Μας είναι  –ας μη γελιόμαστε, όλοι έχουμε βρεθεί σε τέτοια θέση άλλος για μικρότερο και άλλος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα- πιο εύκολο να βάζουμε τον εαυτό μας στην αναμονή παρά να πάρουμε αυτό που έχουμε ανάγκη από κάπου αλλού.

Μα καλά, θα πείτε, μ’ αυτά που γράφεις, είναι σα να υπονοείς πως βγάζουμε κάτι από το μυαλό μας. Δεν έχουμε παραισθήσεις, ούτε «παίζουμε» μόνοι μας. Έχουμε δει ένα ενδιαφέρον από τον άλλον.  Ναι, είναι αλήθεια. Κάποια στιγμή η πηγή έτρεξε νερό και γω ξεδίψασα. Κάποια στιγμή η πηγή στέρεψε και γω αντί να πάω στη διπλανή, κάθησα υπομονετικά και περίμενα διψασμένη. Δεν περίμενα μόνο υπομονετικά, αλλά όσο πέρναγε ο καιρός τόσο μ’ έπιανε το πείσμα και έλεγα: «Μα πώς γίνεται; Πριν λίγο καιρό έτρεχε άφθονο και γάργαρο νερό. Δεν μπορεί, θα ξανατρέξει. Μήπως φταίω εγώ; Μήπως εάν φύγω λίγο και επιστρέψω, αλλάξει κάτι;»

Ποιός περιμένει μ’ αυτό τον τρόπο;  Ένα παιδί.  Τα παιδιά έχουν ταλέντο να υπομένουν, που πηγάζει από την άγνοια εναλλακτικών λύσεων. Το παιδί κάθεται και περιμένει από τον μεγάλο γιατί δεν έχει εναλλακτικές λύσεις. Όμως, ως ενήλικας, το ίδιο παιδί είναι απαραίτητο και εφικτό να έρθει σ’ επαφή με τις πηγές στήριξης που έχει.

Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα κάποιο πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει τραυματικά και ίσως να μας είχε καθηλώσει γιατί το πιθανότερο ήταν να εξαρτιόμασταν από κάποιον μεγαλύτερο.  Στο σήμερα, εάν κάποια παρόμοια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει περίπτωση να με γυρίσει πάλι πίσω στο παλιό τραύμα, παρόλο που γνωστικά ξέρω πως το γεγονός  που συμβαίνει είναι δυσανάλογο με αυτό που νιώθω εκείνη τη στιγμή.

Εάν στο σήμερα νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για κάποια συμπεριφορά που έρχεται από τον απέναντι μου, θα με βοηθήσει να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τί μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει και από πού την ξέρω;

Είναι αλήθεια  πως το γνώριμο, έστω και εάν είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό, μου φαίνεται πιο εύκολο γιατί ξέρω πως να είμαι μέσα σ’ αυτό. Ξέρω πως να συμπεριφερθώ,  τι να περιμένω,  τι δεν θα πάρω.  Ο καινούργιος τρόπος έχει φόβο επειδή είναι άγνωστος.

Είναι  όμως πολύ σημαντικό να μάθω να φέρνω  στο συνειδητό τις πηγές στήριξής μου.  Ένας σχετικά «εύκολος» τρόπος είναι  να κάνω ένα υποθετικό σενάριο.  Εάν τώρα, βλέπατε ένα παιδάκι, το δικό σας παιδάκι ή ενός φίλου σας, να κάθεται κάπου μόνο του να κλαίει  και να περιμένει τί θα του λέγατε;  Κάτσε και περίμενε;  Κλάψε δεν πειράζει;  Δεν θα το ρωτάγατε με ήρεμο και γλυκό τρόπο τι έχει, γιατί κλαίει, εάν χρειάζεται κάτι; Δεν θα το κρατούσατε από το χεράκι να το πάτε κάπου να κάτσει να ξεκουραστεί;

Μιλήστε και φερθείτε στον εαυτό σας –στο εσωτερικό σας παιδί- όπως θα μιλούσατε σ’ ένα παιδάκι κουρασμένο και ταλαιπωρημένο.  Δώστε στον εαυτό σας αυτό που δεν πήρατε όταν έπρεπε να το πάρετε. Μη  συμπεριφέρεστε στον εαυτό σας όπως σας συμπεριφέρθηκαν.

Μεγάλο μέρος  της ζωής αρκετών ανθρώπων περνάει περιμένοντας.  Πλέον πιστεύω στη λιγότερη αναμονή και σε περισσότερη δράση,  γιατί εκείνοι που περιμένουν γίνονται καλοί ακριβώς σ’ αυτό. Στο να περιμένουν.  Γι’ αυτούς που πιστεύουν πως η αναμονή δηλώνει πίστη, εγώ απαντώ πως η δράση δηλώνει πίστη. και δράση μπορεί να σημαίνει να σταματήσω να ταλαιπωρώ τον εαυτό μου. Πάρτε λοιπόν το εσωτερικό σας παιδί και πηγαίνετέ το κάπου αλλού.

Ο Υποκόμης και ο Καθηγητής

Why do you suppose we only feel compelled to chase the ones who run away? αναρρωτήθηκε μελαγχολικά μέχρι και ο Κόμης Βαλμόν στις επικίνδυνες σχέσεις.

Αιώνες μετά, το βασανιστικό  ερώτημα παραμένει για πολλούς αναπάντητο. Το ακούμε πολύ συχνά και σε διάφορες παραλλαγές: “Γιατί αυτή η συγκεκριμένη σχέση μ’έχει καθηλώσει και δεν μπορώ να προχωρήσω” ή  “Πώς γίνεται αυτοί/ες που επιλέγω να έχουν τα ίδια μοτίβα συμπεριφοράς;”

Για τη Μαρκησία ντε Μαρτέιγ, η απάντηση ήταν μονολεκτική. Ανωριμότητα.
Για τον Καθηγητή και ψυχαναλυτικό ψυχοθεραπευτή Jeremy Holmes, τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα. Ο Jeremy Holmes εξετάζει τη θεωρία του Bowlby -τις διεργασίες της προσκόλλησης και της απώλειας- και ερευνά τους τρόπους με τους οποίους η “Θεωρία του Δεσμού” μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της κοινωνίας και των προβλημάτων που την βασανίζουν.

H φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους. Σύμφωνα με τον Holmes, κατά τη διαδικασία της κοινωνικής μας εξέλιξης, κατασκευάζουμε εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα (internal working models) ή νοητικές αναπαραστάσεις του εαυτού και των προτύπων αλληλεπίδρασης με τους άλλους. Τα μοντέλα αυτά οργανώνουν την εξέλιξη της προσωπικότητας, κατευθύνουν την κοινωνική μας συμπεριφορά και αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση προσδοκιών, αντιλήψεων και συμπεριφορών, καθώς και το πως βιώνουμε τα συναισθήματα σε υπάρχουσες αλλά και σε νέες σχέσεις.

“Δηλαδή, τώρα που ξέρω, θα σταματήσω να κάνω σχέσεις που με ταλαιπωρούν;”.

Όταν κάποιος φτάσει στην κατανόηση των βιωμάτων του και αξιολογήσει το παρελθόν του, είναι σημαντικό να μη σταθεί μόνο στη λύπη. Εάν στο σήμερα νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για κάποια συμπεριφορά που έρχεται από τον απέναντι μου, θα με βοηθήσει να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τί μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει; από που την ξέρω; υπήρχε κάποιος στο στενό μου περιβάλλον που συμπεριφερόταν παρόμοια;

Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά αναπαράγουν-πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά ίσως γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν. Στο σήμερα, εάν κάποια παρόμοια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει πιθανότητα να με γυρίσει πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα πως είναι δυνατόν”.

Το παρελθόν δεν αλλάζει. Αλλάζει όμως ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετωπίζω. Επίσης, η μεγαλύτερη παγίδα, θα είναι να προσπαθήσω ν’ αλλάξω τον άλλον. Δεν έχουμε καμιά δουλειά να κάνουμε τέτοια πράγματα. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να επικεντρωθούμε στο πώς θα βοηθηθούμε να κάνουμε  αλλαγές που θα κάνουν τη ζωή μας καλύτερη.

Oedipus Wrecks

Με μια φωτογραφία η οποία έχει πυροδοτήσει αντιδράσεις και αρκετές συζητήσεις στο διαδίκτυο,  το εξώφυλλο του περιοδικού TIME απεικονίζει μια 26χρονη μητέρα η οποία θηλάζει τον τριών ετών γιό της, που στέκεται σε μια καρέκλα. http://lightbox.time.com/2012/05/10/parenting/#1

Δεν έχω διαβάσει το άρθρο αλλά από την περιγραφή στο εξώφυλλο κατάλαβα ότι έχει να κάνει με την αυξανόμενη τάση της θεωρίας “του δεσμού”  την οποία παρουσιάζει με τον τρόπο του στο βιβλίο The Baby Book ο Bill και η Martha Sears, στο οποίο οι γυναίκες ενθαρρύνονται να θηλάζουν μέχρι τη νηπιακή ηλικία, να κοιμούνται μαζί με τα παιδιά τους και να τα έχουν συνέχεια μαζί τους “φορεμένα” σε μάρσιπο για να είναι όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο κοντά τους.

Βεβαίως, ο Bowlby (Attachment Theory, 1975) ο οποίος υπογράφει το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας και της θεωρίας η οποία -ανάμεσα σε άλλα- ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις που κάνουμε στην ενήλικη ζωή μας -και κυρίως οι ερωτικές- ακολουθούν τα ίδια βήματα και τους ίδιους μηχανισμούς με τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ γονιών και παιδιού, μίλησε απλά για τη σημαντικότητα σχηματισμού συναισθηματικού δεσμού ανάμεσα στο βρέφος και στο πρόσωπο αναφοράς-φροντίδας. (Bowlby, Ainsworth et al, 1978)

Η λέξη μητέρα δεν αναφέρεται και κάποιος μπορεί να το θεωρήσει αναμενόμενο αφού η μητέρα του Bowlby πίστευε ότι η προσοχή και η φροντίδα προς τα παιδιά είναι επικίνδυνη για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους.

Υπάρχουν εκείνοι που σοκάρονται με τη φωτογραφία.  Αναρρωτιέμαι, εάν στη φωτογραφία θήλαζε ένα κορίτσι και όχι ένα αγόρι θα υπήρχαν ίδιες αντιδράσεις; Φαντάζομαι, ότι πολλοί έκαναν το συνειρμό με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και το θεωρώ λογικό.  Υπαρχουν άλλοι που είπαν πως είναι απαράδεκτο να ενθαρρύνονται τέτοιες τάσεις γιατί καταλήγουν να γίνονται κακοποιητικές για τα παιδιά αφού συμβάλουν σε εξαρτητικές συμπεριφορές. Έχω δει ενήλικες, οι οποίοι παραμελήθηκαν ως παιδιά και όπως είναι φυσικό, κάνουν τη μια εξαρτητική σχέση μετά την άλλη.

Άλλοι, μίλησαν για τα παιδικά τραύματα του Sears και της Martha και ότι μ’αυτό τον τρόπο προσπαθούν να καλύψουν τα αναπτυξιακά τους κενά. Να προβάλουν τη δική τους ακάλυπτη ανάγκη στα παιδιά τους. Πάνω σ’αυτό το επιχείρημα, ένας φίλος μου είπε ότι πολλοί που δεν πήραν κάτι ως παιδιά θέλουν να το στερήσουν και στους άλλους. Αυτός τουλάχιστο κάνει το αντίθετο και αυτό είναι καλό. Η άποψή μου είναι ότι πάνω από το 90% των ψυχοθεραπευτών που γνωρίζω, συμπεριλαμβάνω και τον εαυτό μου, δεν επιλέξαμε αυτό το επάγγελμα για να βοήθησουμε όλους τους υπόλοιπους που έχουν προβλήματα. Όλοι για κάποιο λόγο κάνουμε επιλογές.

Όντως, τα πρώτα τρία χρόνια ενός παιδιού είναι καθοριστικά για τη συναισθηματική και ψυχολογική του ανάπτυξη. Η μη σύναψη αυτής της μοναδικής σχέσης με το πρόσωπο φροντίδας μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στη ψυχική υγεία του ατόμου στο μέλλον. Ο θηλασμός είναι ένας τρόπος για να συνάψεις σχέση με το παιδί σου. Όχι όμως ο μοναδικός.  Είναι άδικο και περιοριστικό να υπονοούμε ότι καλή μητέρα είναι αυτή που θηλάζει ή εκείνη που κοιμάται μαζί με το παιδί της ή το έχει συνέχεια κοντά της. Προσωπικά, αυτό που πάντα μου λείπει από παρόμοια άρθρα, είναι η αναφορά στο ρόλο του πατέρα στην υγιή ανάπτυξη του παιδιού.

Δεν ξέρω πόσο ευέλικτο είναι να λες ότι εάν δεν κάνεις κάποια πράγματα το παιδί σου θα καταλήξει προβληματικό και δεν θα μπορεί να κάνει ποτέ μια υγιή σχέση.  Μπορεί να δυσκολευτεί, όμως, ένας άνθρωπος μπορεί να βρει το θάρρος να προχωρήσει συναισθηματικά και να οδηγηθεί προς επιλογές που θα τον βοηθήσουν να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του και να δημιουργήσει μια υγιή κατάσταση για το μέλλον του.

Όταν είδα τη φωτογραφία αμέσως σκέφτηκα τα λόγια ενός ψυχοθεραπευτή που εκτιμώ πολύ και δεν θα ξεχάσω ποτέ
“Τα παιδιά χρειάζονται αποδοχή, ενθάρρυνση και εμπιστοσύνη. Εάν τα νιώσουν αυτά, και νηστικά που λέει ο λόγος να τ’αφήσεις, θα είναι καλά”

 

ΥΓ: Ο τίτλος του ποστ είναι από την ταινία Ιστορίες της Νέας Υόρκης του Γούντυ Άλλεν στην οποία ακούγεται το λογοπαίγνιο Oedipus Wrecks (συντρίμια ναυαγίου) αντί για Oedipus Rex (Οιδίππους τύραννος)

Αναδημοσίευση στο Marie Claire στις 14-5-2012 http://www.marieclaire.gr/women/psycho/article/929/oedipus-wrecks—skepseis-gia-to-ekswfyllo-poy-dixazei/