Ό,τι αξίζει πονάει κι είναι δύσκολο;

«Βάλε με σ’ένα δωμάτιο γεμάτο γυναίκες, και θα ερωτευτώ αυτή με τα περισσότερα προβλήματα, αυτή που θα μου συμπεριφέρεται χειρότερα. Η αλήθεια είναι πως πάντα
μου άρεσαν οι προκλήσεις. Αν μια γυναίκα μου φέρεται πολύ καλά με απωθεί
” είπε το αγόρι με το γκρι κασκόλ στο διπλανό τραπέζι. “εμένα πάλι όλοι όσοι γνωρίζω και καταλάβουν πως ενδιαφέρομαι πραγματικά για εκείνους εξαφανίζονται. Δεν καταλαβαίνω πως γίνεται αυτό. Μαγνήτη έχω; γιατί να είμαι τόσο άτυχη;“.  Μου αρέσει πολύ να κρυφακούω συζητήσεις και αυτή ήταν από εκείνες που δεν γίνεται να τις αγνοήσεις. Στην αρχή χαμογελάς γιατί τις βρίσκεις χαριτωμένες και σκέφτεσαι πως και εσύ όταν ήσουν πιο νέα όχι μόνο τα έλεγες αλλά τα τραγουδούσες κιόλας, όμως, αμέσως μετά θυμάσαι πόσο έχεις ταλαιπωρηθεί και το χαμόγελο παγώνει.

Πολλοί άνθρωποι επιθυμούν μια στενή σχέση, όμως, εξαιτίας κάποιων τραυματικών γεγονότων ή δυσκολιών της παιδικής τους ηλικίας, βρίσκουν δύσκολο και πολλές φορές τρομακτικό το project “σχέση”. Κάποιοι, βίωσαν εγκατάλειψη -φυσική ή συναισθηματική- ενώ άλλοι, κάποιου είδους παραμέληση με αποτέλεσμα να έχουν την τάση να επιλέγουν ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διαθέσιμοι. Άνθρωποι που έχουν κακοποιηθεί είτε σωματικά είτε συναισθηματικά είτε λεκτικά επιλέγουν ανθρώπους που θα τους συμπεριφερθούν αναξιόπιστα όχι επειδή είναι άρρωστοι, ή χαζοί, αλλά επειδή η τάση όλων μας είναι να πηγαίνουμε στο γνώριμο, σ’αυτό που ξέρουμε. Τα τραυματικά γεγονότα που έχουμε βιώσει στην παιδική μας ηλικία έχουν δημιουργήσει μοτίβα και συνήθειες αρνητικών σκέψεων, συναισθημάτων ακόμα και συμπεριφορών, οι οποίες με τη σειρά τους γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες.

Ένα ακραίο -αλλά πολύ συνηθισμένο- αποτέλεσμα που μπορεί να προκύψει από την εγκατάλειψη ή την παραμέληση είναι η εξάρτηση από την αγάπη. Οι εξαρτώμενοι από την αγάπη (love addicts), έχοντας ακάλυπτες συναισθηματικές ανάγκες, επιδιώκουν να γεμίσουν αυτό το κενό.  Όπως είναι φυσικό, θα πάνε σ’αυτό που ξέρουν καλά απ’την ιστορία τους. Θα πάνε σ’αυτούς που αποφεύγουν την αγάπη (love avoidants) και θα τους ζητήσουν επίμονα, χειριστικά, να τους ταϊσουν τη “μπεμπελάκ” που δεν είχαν φάει πίσω στο χρόνο. Ο φόβος της εγκατάλειψης που βιώνουν είναι τόσο μεγάλος, που μπαίνουν σ’ένα κύκλο εμμονής και κυνηγητού του άλλου, ο οποίος φυσικά πιέζεται και φεύγει, το αντίθετο δηλαδή απ’αυτό που ήθελε ο εξαρτημένος, αλλά αυτό που υποσυνείδητα περίμενε. Αυτός ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται και βιώνονται από την αρχή τα ίδια ακριβώς οδυνηρά συναισθήματα που βιώνονταν και στο παρελθόν: εγκατάλειψη, φόβος, θυμός, πόνος, κενό και κυρίως λαχτάρα.

Απ’την άλλη πλευρά, αυτοί που αποφεύγουν την αγάπη, το κάνουν σηκώνοντας συστηματικά τοίχους για να αποφευχθεί η οικειότητα. Αποφεύγουν την οικειότητα δημιουργώντας ένταση έξω απ’τη σχέση, συνήθως με κάποιον εθισμό όπως εργασιομανία, τζόγο, σεξ, ναρκωτικά ή αλκοόλ. Μπορεί να μην το κάνουν τη στιγμή που θα τους συναντήσουμε όμως, εάν ψάξει κανείς λίγο το ιστορικό τους, θα βρει σίγουρα κάποια τέτοια συμπεριφορά. Μπαίνουν στη σχέση από καθήκον και όχι από αγάπη και αυτό συμβαίνει γιατί στο παρελθόν χρειάστηκε να φροντίσουν εκείνοι τον –αντίθετου φύλου- γονιό τους όπως π.χ. να ακούνε τα προβλήματά του. Από τότε λοιπόν που ανέλαβαν τέτοιο δυσβάσταχτο για ένα παιδί ρόλο, στο σήμερα, θεωρούν τις σχέσεις ασφυκτικές. Η αίσθηση της αξίας τους πηγάζει από το να φροντίζουν αυτούς που έχουν ανάγκη. Αυτό ορίζουν ως “δουλειά” σε μια σχέση και νιώθουν ένοχοι αν δεν το κάνουν.

Αυτό που ακολουθεί είναι μια τοξική σχέση όπου ο μεγαλύτερος φόβος του ενός είναι αυτός της εγκατάλειψης, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της στενής επαφής, και ο μεγαλύτερος φόβος του άλλου είναι αυτός της οικειότητας, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της εγκατάλειψης. Ακόμα κι αν εγκαταλείψει ο ένας τον άλλον, θα ξαναρχίσουν τον κύκλο με τον επόμενο. Και αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ; Θα σταματήσει μόνον εάν αντιμετωπιστεί το αρχικό τραύμα. Μέχρι να γίνει αυτό, η επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά κρατάει ζωντανό το θέμα μέχρι να λυθεί ο παλιός λογαριασμός.

Η ζωή θέλει προσοχή. Τα διάφορα τσιτάτα στο στυλ “επειδή ζούμε μια φορά δεν έχω καταλάβει εάν θα πρέπει να τα κάνουμε όλα σωστά ή όλα λίμπα” ή “Ακολούθησε την καρδιά σου και όπου σε βγάλει ή ό,τι είναι δύσκολο αξίζει “ κλπ, είναι για να τα βλέπουμε ως λεζάντες σε φωτογραφίες στα social media ή σε αισθηματικές κομεντί και να χαμογελάμε.  Σίγουρα όχι για να πορευόμαστε μ’αυτά γιατί είναι μαθηματικά βέβαιο πως η ζωή θα μας εκπλήξει μάλλον δυσάρεστα.

Δεν χρειάζεται να υποφέρουμε και να προκαλούμε ένταση για να αισθανόμαστε ότι είμαστε ζωντανοί. Ας μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας.  Ναι, είναι το μεγαλύτερο κλισέ που έχει ειπωθεί ποτέ ενώ εξίσου κοινότοπο ακούγεται και το “Χωρίς αυτοσεβασμό είναι σαν να μην υπάρχεις“.  Αυτή όμως είναι η αλήθεια. Ξέρω, πως κάποιοι ενώ διαβάζουν αυτά θα σκέφτονται “Α, δηλαδή μας λες να συμβιβαστούμε; Να ζήσουμε μια ζωή άνοστη, πληκτική με το φόβο μήπως πληγωθούμε;”.  Όχι, δεν λέω αυτό. Λέω να σταματήσουμε να κάνουμε λανθασμένα πράγματα για σωστούς και δικαιολογημένους λόγους.

Ας θρηνήσουμε για όλες τις απώλειες και ας κλείσουμε τους ανοιχτούς λογαριασμούς της παιδικής μας ηλικίας όσο καλύτερα μπορούμε.  Ας διερευνήσουμε πως επηρεάζουν τα “εκεί και τότε” γεγονότα τον τρόπο με τον οποίο ενεργούμε στο “εδώ και τώρα”. Είναι δύσκολο και κάποιες φορές -αν και μπορεί να έχουμε δουλέψει τα θέματά μας- η τάση μας θα είναι να πάμε στο γνώριμο, έστω και αν αυτό είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό γιατί αυτό μας φαίνεται πιο εύκολο.  Ξέρουμε πως να είμαστε μέσα σ’αυτό, ξέρουμε να συμπεριφερθούμε, τι να περιμένουμε, τί δεν θα πάρουμε.  Ο καινούργιος τρόπος έχει φόβο επειδή είναι άγνωστος.

Κι αν κάποια στιγμή η τάση είναι πολύ ισχυρή, ας είμαστε μαλακοί με τον εαυτό μας και ας είμαστε σίγουροι πως θα πάμε για λίγο στην ταλαιπωρία αλλά με πλήρη επίγνωση και υπενθυμίζοντας στον εαυτό μας, πως “εκεί που πάω το μόνο που θα κερδίσω, είναι ένταση“.  Αυτό είναι και η επιτυχία της ψυχοθεραπείας.  Όχι να μην επαναλάβουμε κάποια συμπεριφορά και να γίνουμε κάποιοι άλλοι, αλλά να έχουμε επίγνωση του τί κάνουμε και πώς το κάνουμε. Τότε μόνο θα μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως κανείς δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δυο φορές.

Χρόνια Πολλά!

Πρώτη δημοσίευση στις 23/12/2014 στον Εξώστη Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/oti-axizei-ponaei-ki-einai-diskolo-0#ixzz3NTmM2V4r
Advertisements

Η μητέρα του σκύλου

Η Νέλλη ήταν το αδέσποτο που φρόντιζα τα τελευταία 14 χρόνια. Το μεσαίου μεγέθους κανελί σκυλί εμφανίστηκε ξαφνικά σ’ένα τεράστιο περιφραγμένο χώρο στον οποίο ζούσαν κ άλλα σκυλιά που φροντίζαμε κάποιοι που εργαζόμασταν εκεί.  Τράβηξε αμέσως την προσοχή μου όχι μόνο επειδή ήταν πολύ όμορφη αλλά επειδή ήταν φοβισμένη και δεν μπορούσε να την πλησιάσει κανείς. Τότε, θυμάμαι, ήταν η εποχή που ενθουσιαζόμουν με όλα τα δύσκολα. Δύσκολους ανθρώπους, δύσκολες καταστάσεις, δύσκολα ζώα.

Δυο μήνες μετά κατάφερα να τη χαιδέψω και από τότε όσο περνούσε ο καιρός εκδηλωνόταν όλο και πιο πολύ. Στην αρχή κούναγε ουρά αλλά πλησίαζε διστακτικά, λίγο αργότερα κάναμε μύτη-μύτη -αυτές οι δροσερές μύτες-καραμέλες ούζου των σκύλων είναι το κάτι άλλο- και αργότερα, είχε μάθει το αυτοκίνητο και έτρεχε από μακριά όταν με άκουγε και έκανε όλες αυτές τις χαρές που κάνουν τα σκυλιά όταν βλέπουν κάποιον που συμπαθούν.

Τα χρόνια πέρασαν, η Νέλλη μεγάλωσε. Τον τελευταίο χρόνο είχε πέσει πάρα πολύ. Δυσκολευόταν να περπατήσει και είχε τυφλωθεί.  Είχαμε κανονίσει και λέγαμε πως σύντομα θα ρθει η ώρα της ευθανασίας.  Προχθές, μου είπαν πως τη Μ. Εβδομάδα την πήγαν για ευθανασία αλλά “δεν σου είπαμε τίποτα για να κάνεις Πάσχα“.  Δεν θέλω να περιγράψω πως ένιωσα κ τι απάντησα.

Εχθές, μου ήρθαν στο μυαλό δυο ιστορίες.  Η μια ήταν στενού συγγενή. Όταν πέθανε η μητέρα της -με την οποία δεν μίλαγε τα τελευταία χρόνια- πέρα απ’την απώλεια που βίωνε, τον πόνο των ανοιχτών λογαριασμών που είχε μαζί της, θυμάμαι πως επαναλάμβανε με λυγμούς τη φράση: “δεν ξέρω πως πέθανε. δεν ξέρω εάν είχε κάποιον δίπλα της. δεν ξέρω πως πέρασε τις τελευταίες της ώρες“. Η δεύτερη, ήταν ενός συναδέλφου. Στα πλαίσια πρακτικής, επισκεπτόταν ένα γηροκομείο. Εκεί, είχε αναπτύξει μια πιο στενή σχέση μ’εναν απ’τους ηλικιωμένους. Στην επόμενη επίσκεψή του λοιπόν, τον έψαξε και δεν τον βρήκε. Όταν ρώτησε του απάντησαν: “α, δεν σας το είπαμε. πέθανε την προηγούμενη εβδομάδα“.  Θυμάμαι ακόμα πόσο έκλαιγε όταν περιέγραφε το περιστατικό. Έλεγε, “δεν μου είπαν τίποτα. πως γίνεται να μην πουν τίποτα. ήθελα να πάω στη κηδεία, να τον αποχαιρετήσω.”

Οι παραπάνω περιπτώσεις έχουν ένα κοινό. Δεν ήταν εκεί ν’αποχαιρετήσουν κάποιον που δεν θα ξαναδούν. Δεν ήταν τόσο η απώλεια του ανθρώπου ή του σκύλου. Φυσικά, ο πόνος όταν πεθαίνει κάποιος που αγαπάμε είναι μεγάλος, αλλά γίνεται πολύ μεγαλύτερος εάν αποφασίζουν άλλοι για το πως θα επιλέξουμε να θρηνήσουμε. Συμβουλές δίνω αυστηρά σε δυο τρεις φίλους κ μόνο όταν μου το ζητήσουν. Θα κάνω μια εξαίρεση.  Η διαδικασία του πένθους και του θρήνου είναι μια απόλυτη φυσιολογική διαδικασία που όλοι θα χρειαστεί ν’αντιμετωπίσουμε. Μην αποφασίζετε εσείς για το εάν κ πως θέλει κάποιος να θρηνήσει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο παραβιαστικό στο ν’αποφασίζουν οι άλλοι για σένα.

Image

Μυστικά και ψέματα

Είναι Δευτέρα απόγευμα. Ανοίγεις βαριεστημένα το λινκ που βλέπεις στον τοίχο ενός φίλου.  Συνέντευξη,  μονολογείς.  Ξεκινάς να διαβάζεις. Από την πρώτη κιόλας απάντηση υποψιάζεσαι στο περίπου τι θα επακολουθήσει. Συνεχίζεις να διαβάζεις και αναρρωτιέσαι τι στο καλό έχουν πάθει όλοι και μιλάνε δημόσια για τη ζωή τους και τα τραύματά τους.

Αρχίζεις και θυμώνεις και ταυτόχρονα έρχεσαι σ’επαφή με τη δική σου μυστικοπάθεια όταν ήσουν σε εκπαιδευτικές ομάδες με άλλους ψ και δεν μοιραζόσουν τίποτα για το παρελθόν σου. Όσο σε πίεζαν και ζήταγαν να μάθουν, τόσο αρνιόσουν πεισματικά αφήνοντας να εννοηθεί πως τα δικά σου θέματα είναι μοναδικά και μπορούν να κατανοηθούν μόνο από άλλους «ξεχωριστούς» ανθρώπους.  Συγκινείσαι βαθιά απ’όσα διαβάζεις και σκέφτεσαι τι είναι αυτό που σε αγγίζει τόσο. Το τραύμα του άλλου, το δικό σου, η ματαίωση που νιώθεις κάποιες φορές απ’την πορεία σου ως θεραπευόμενη;

«Εγώ θεωρώ ότι οι πληγές που μας έχουν σημαδέψει δεν κλείνουν ποτέ. Μαθαίνουμε απλώς να ζούμε μαζί τους» Πως τολμάει, λες.  Αρχίζει και παίζει η ταινία στο μυαλό σου. Με πόση πίστη, πείσμα, ελπίδα, φόβο, άγνοια και μεγαλομανία ξεκίνησες.

Πίστη στη θεραπεία. Ακλόνητη. Είχες διαβάσει και τόσα πολλά και «απλώς» περίμενες  να περάσεις όσο πιο αναίμακτα γίνεται το στάδιο της ενδόρρηξης και να φτάσεις στη λεγόμενη «έκρηξη». Δε δίνεις μεγάλη σημασία στα «ψιλά γράμματα του συμβολαίου» που τονίζουν πως η θεραπεία δεν σταματά σ’αυτό το σημείο. Χρειάζεται δουλειά για να δει ο πελάτης (εσύ) τις νέες του δυνατότητες και πως αυτές αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον του. Είχες την άγνοια του άπειρου ανθρώπου απ’ τη μια και τη μεγαλομανία του νάρκισσου απ΄την άλλη.

Είχες πείσμα στο να είσαι αυτό που επιλέγεις να γίνεις και όχι αυτά που σου συνέβησαν. Είχες ελπίδα -μάλλον ψευδαίσθηση- πως θα μηδένιζε το κοντέρ και θα ξανάρχιζες. Είναι η περίοδος που αποκτάς θεραπευτικά εργαλεία, παίρνεις μέρος σε βιωματικές ομάδες με μεγάλα ονόματα του χώρου –κάθεσαι δίπλα τους, τους παρατηρείς και αναρρωτιέσαι τι θέματα να έχουν εκείνοι και πως τα έλυσαν. Ήσουν κ σίγουρη πως τα έλυσαν- Ευχαριστείς την τύχη σου που ακόμα δεν έχεις μάθει για κάποιον φοβερό ψ στη Μποτσουάνα να τρέχεις να τον βρεις.

Όλα τα παραπάνω μαζί με φόβο. Φόβο για το θυμό σου. Που στο διάολο θα πάει όλος αυτός ο θυμός; Τρόμαζες πως εάν τον άφηνες ανεξέλεγκτο, θα ήταν καταστροφικός για σένα και εκείνους.

Πριν δυο χρόνια μαθαίνεις για μια νέα πρωτοποριακή μέθοδο. Η ψ σου προτείνει να το δοκιμάσετε. Ακόμα και τότε δεν θες ν’αποδεχτείς πως το delete βγαίνει μόνο σε πληκτρολόγιο. Της λες πως και εάν σου πει να κρεμαστείς απ’ το ταβάνι, θα το κάνεις. Σ’αυτές τις συνεδρίες βγαίνει όλο το σκατό στην επιφάνεια αλλά μαζί και ο υπέροχος υποστηρικτικός  σου ενήλικας.  Πριν λίγο καιρό τελειώνεις κ εσύ αυτή την εκπαίδευση. Τώρα όμως μπορείς και βλέπεις όλη την εικόνα. «Η ψυχοτραυματολογία συμμαχεί με το ‘υγιές εγώ’ και χτίζει με προσοχή μια θεραπευτική σχέση εμπιστοσύνης με στόχο την επεξεργασία και αφομοίωση του τραυματικού βιώματος». Τώρα πια το έχεις αποδεχθεί. Και είσαι εντάξει μ’αυτό.

Ο τίτλος του ποστ είναι από την ταινία του Mike Leigh Μυστικά και Ψέματα

Έχεις τρια χρόνια να με πάρεις τηλέφωνο. Εάν δε με θες, πες το μου.

Θυμάμαι στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου που γράφαμε εκθέσεις με θέμα την υπομονή και την επιμονή και οι οποίες συνήθως ξεκινούσαν με κάποιο απόφθεγμα του  τύπου «δεν είμαι τόσο έξυπνος, είναι που μένω με τα προβλήματα περισσότερο», ίσως συνέχιζαν με το  «η επιμονή και η υπομονή έχει να κάνει με τη σταθερή προσήλωση σε μια πορεία δράσης, σε μια ιδέα ή σ’ ένα σκοπό, παρά τα εμπόδια, ή τις δυσκολίες» – πάντα υπήρχε η σύνδεση με τη δέσμευση, την αναμονή και την αντοχή- και φυσικά κατέληγαν κάπως έτσι:  «επομένως η υπομονή και η επιμονή δεν έχουν χαρακτηριστεί τυχαία ως βασικές αρετές όλων των επιτυχημένων και ευτυχισμένων ανθρώπων».

Πολλά χρόνια μετά, στον καναπέ της ψυχοθεραπεύτριας μου απαντούσα με μεγάλη περηφάνεια στην ερώτηση “ποιά θα έλεγες πως είναι τα δυνατά σου σημεία;”
Τα δυνατά μου σημεία ήταν ταυτόχρονα και τα μεγαλύτερά μου defaults.  Πόσο εύκολα η μετριοφροσύνη μπορεί να γίνει ανασφάλεια, το χιούμορ αγένεια, η ενδοσκόπηση κατάθλιψη, η αυτοσυγκράτηση καταπίεση, η οργανωτικότητα εμμονή, η επιμονή κάτι άκαμπτο, η υπομονή αφέλεια;

Το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως χωρίς την επιμονή και την υπομονή  που χρειάζεται να επιδεικνύουμε στη ζωή μας για να καταφέρουμε πράματα και να μην τα παρατάμε με την πρώτη δυσκολία, με κάνει και αναρωτιέμαι πόσο μπερδευτικό, ταλαιπωρητικό, ματαιωτικό και πολλές φορές κακοποιητικό μπορεί να γίνει όταν αυτή τη στάση ζωής  τη μεταφέρουμε και στις προσωπικές μας σχέσεις.

Αμέτρητες ιστορίες έχω ακούσει από ανθρώπους που για μεγάλο χρονικό διάστημα περιμένουν κάτι από κάποιον ελπίζοντας πως κάτι θα γίνει και ο άλλος θ’ αλλάξει γνώμη και θα τους το δώσει.  Περιμένουν ένα τηλεφώνημα, ένα email, ή την παραμικρή κίνηση του άλλου την ερμηνεύουν ως ενδιαφέρον,  το οποίο όμως ο άλλος διστάζει να το εκφράσει ή γιατί είναι κλειστός άνθρωπος, ή ντρέπεται, ή απλά φοβάται τη δέσμευση.
Μας είναι  –ας μη γελιόμαστε, όλοι έχουμε βρεθεί σε τέτοια θέση άλλος για μικρότερο και άλλος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα- πιο εύκολο να βάζουμε τον εαυτό μας στην αναμονή παρά να πάρουμε αυτό που έχουμε ανάγκη από κάπου αλλού.

Μα καλά, θα πείτε, μ’ αυτά που γράφεις, είναι σα να υπονοείς πως βγάζουμε κάτι από το μυαλό μας. Δεν έχουμε παραισθήσεις, ούτε «παίζουμε» μόνοι μας. Έχουμε δει ένα ενδιαφέρον από τον άλλον.  Ναι, είναι αλήθεια. Κάποια στιγμή η πηγή έτρεξε νερό και γω ξεδίψασα. Κάποια στιγμή η πηγή στέρεψε και γω αντί να πάω στη διπλανή, κάθησα υπομονετικά και περίμενα διψασμένη. Δεν περίμενα μόνο υπομονετικά, αλλά όσο πέρναγε ο καιρός τόσο μ’ έπιανε το πείσμα και έλεγα: «Μα πώς γίνεται; Πριν λίγο καιρό έτρεχε άφθονο και γάργαρο νερό. Δεν μπορεί, θα ξανατρέξει. Μήπως φταίω εγώ; Μήπως εάν φύγω λίγο και επιστρέψω, αλλάξει κάτι;»

Ποιός περιμένει μ’ αυτό τον τρόπο;  Ένα παιδί.  Τα παιδιά έχουν ταλέντο να υπομένουν, που πηγάζει από την άγνοια εναλλακτικών λύσεων. Το παιδί κάθεται και περιμένει από τον μεγάλο γιατί δεν έχει εναλλακτικές λύσεις. Όμως, ως ενήλικας, το ίδιο παιδί είναι απαραίτητο και εφικτό να έρθει σ’ επαφή με τις πηγές στήριξης που έχει.

Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα κάποιο πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει τραυματικά και ίσως να μας είχε καθηλώσει γιατί το πιθανότερο ήταν να εξαρτιόμασταν από κάποιον μεγαλύτερο.  Στο σήμερα, εάν κάποια παρόμοια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει περίπτωση να με γυρίσει πάλι πίσω στο παλιό τραύμα, παρόλο που γνωστικά ξέρω πως το γεγονός  που συμβαίνει είναι δυσανάλογο με αυτό που νιώθω εκείνη τη στιγμή.

Εάν στο σήμερα νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για κάποια συμπεριφορά που έρχεται από τον απέναντι μου, θα με βοηθήσει να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τί μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει και από πού την ξέρω;

Είναι αλήθεια  πως το γνώριμο, έστω και εάν είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό, μου φαίνεται πιο εύκολο γιατί ξέρω πως να είμαι μέσα σ’ αυτό. Ξέρω πως να συμπεριφερθώ,  τι να περιμένω,  τι δεν θα πάρω.  Ο καινούργιος τρόπος έχει φόβο επειδή είναι άγνωστος.

Είναι  όμως πολύ σημαντικό να μάθω να φέρνω  στο συνειδητό τις πηγές στήριξής μου.  Ένας σχετικά «εύκολος» τρόπος είναι  να κάνω ένα υποθετικό σενάριο.  Εάν τώρα, βλέπατε ένα παιδάκι, το δικό σας παιδάκι ή ενός φίλου σας, να κάθεται κάπου μόνο του να κλαίει  και να περιμένει τί θα του λέγατε;  Κάτσε και περίμενε;  Κλάψε δεν πειράζει;  Δεν θα το ρωτάγατε με ήρεμο και γλυκό τρόπο τι έχει, γιατί κλαίει, εάν χρειάζεται κάτι; Δεν θα το κρατούσατε από το χεράκι να το πάτε κάπου να κάτσει να ξεκουραστεί;

Μιλήστε και φερθείτε στον εαυτό σας –στο εσωτερικό σας παιδί- όπως θα μιλούσατε σ’ ένα παιδάκι κουρασμένο και ταλαιπωρημένο.  Δώστε στον εαυτό σας αυτό που δεν πήρατε όταν έπρεπε να το πάρετε. Μη  συμπεριφέρεστε στον εαυτό σας όπως σας συμπεριφέρθηκαν.

Μεγάλο μέρος  της ζωής αρκετών ανθρώπων περνάει περιμένοντας.  Πλέον πιστεύω στη λιγότερη αναμονή και σε περισσότερη δράση,  γιατί εκείνοι που περιμένουν γίνονται καλοί ακριβώς σ’ αυτό. Στο να περιμένουν.  Γι’ αυτούς που πιστεύουν πως η αναμονή δηλώνει πίστη, εγώ απαντώ πως η δράση δηλώνει πίστη. και δράση μπορεί να σημαίνει να σταματήσω να ταλαιπωρώ τον εαυτό μου. Πάρτε λοιπόν το εσωτερικό σας παιδί και πηγαίνετέ το κάπου αλλού.