Πώς να μιλήσω στο παιδί μου για το θάνατο

Έχασα τη μητέρα μου ξαφνικά πριν λίγες μέρες. Πέρα απ’τη δική μου θλίψη έχω να αντιμετωπίσω και την κόρη μου η οποία την αγαπούσε πολύ και πέρναγαν πολλές ώρες μαζί. Με ρωτάει συνέχεια πότε θα τη δει και απ’τη μια δεν θέλω να της λέω ψέματα αλλά φοβάμαι πως δεν θα αντέξει να ακούσει πως δεν θα ξαναδεί τη γιαγιά. Την αγαπούσε πολύ.”

Κάθε παιδί αρκετά μεγάλο για να αγαπάει είναι και αρκετά μεγάλο για να πενθεί. Το πένθος των παιδιών εκφράζεται διαφορετικά απ’το δικό μας μιας και τείνουν να θρηνούν εμφανίζοντας θλίψη περιστασιακά με εναλλαγές χαράς και θυμού.
Η θλίψη τους μπορεί να εκδηλωθεί και με σωματικά συμπτώματα όπως με πονοκεφάλους ή στομαχόπονο ή με διαταραχές στον ύπνο. Μπορεί να παλινδρομούν σε συμπεριφορές προηγούμενης ηλικίας όπως ενούρηση, πιπίλισμα δαχτύλου ή προσκόλληση στους γονείς. Συχνά χρησιμοποιούν το παιχνίδι για να εκφράσουν αυτό που σκέφτονται και αισθάνονται γι’αυτό και η συμπεριφορά τους είναι καλύτερη ένδειξη της θλίψης τους από ό, τι τα λόγια τους. Φυσικά η ηλικία και η φάση ανάπτυξης τους καθορίζουν πόσο πραγματικά καταλαβαίνουν για το θάνατο.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως είναι επιρρεπή στη μαγική σκέψη, πιστεύοντας ότι οι σκέψεις μπορούν να προκαλέσουν πράξεις και ότι οι φαντασιώσεις τους μπορούν να γίνουν πραγματικές. Γι’αυτό και διαβεβαιώνουμε πώς τίποτα απ’όσα έκαναν, σκέφτηκαν ή είπαν δεν προκάλεσαν το θάνατο και πως δεν θα μπορούσαν να έχουν κάνει κάτι για να το αποτρέψουν.

Μέχρι την εφηβεία, τα παιδιά είναι αρκετά κυριολεκτικά γι’αυτό δεν χρησιμοποιούμε ευφημισμούς. Το να πούμε πως ο νεκρός “κοιμήθηκε” ή “μας άφησε” ή “πήγε σ’ένα καλύτερο μέρος” ή “ήταν το θέλημα του Θεού” είναι πολύ μπερδευτικό και προκαλεί σύγχυση. Μπορεί να πιστεύουν πως αυτός που έφυγε μπορεί να ξαναγυρίσει ή συνεχίζει να ζει εκεί που βρίσκεται. Είναι εντάξει να χρησιμοποιήσεις της λέξη “θάνατος” και να εξηγήσεις με ειλικρίνεια τι συνέβη. Μη φοβάσαι τις λέξεις “πέθανε”, “σταμάτησε η καρδιά της” και μην προσπαθείς να ωραιοποιήσεις την κατάσταση. Μπορείς να πεις πως όταν πεθαίνει κάποιος σταματάει να χτυπά η καρδιά του. Δεν νιώθει και δεν πονά. Πως όλοι πεθαίνουν, τα ζώα, τα λουλούδια. Μην αποκρύψεις το γεγονός γιατί η απόκρυψη της αλήθειας αντί να προστατεύει δημιουργεί περισσότερα προβλήματα στο μέλλον. Εξάλλου να είσαι σίγουρη πως έχει καταλάβει πως κάτι συμβαίνει.

Άφησέ τη να σε δει να κλαις και να πενθείς γιατί έτσι μαθαίνει πως η στεναχώρια είναι φυσιολογική και ξεπερνιέται. Πως το κλάμα δεν είναι ντροπή. Βλέπει πως είναι παρήγορο για όλους όταν το πένθος και η στεναχώρια μοιράζεται και πως δεν χρειάζεται να το περνάμε μόνοι μας. Μη φοβάσαι πως θα “διαλυθεί”. Τα παιδιά μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτό που γνωρίζουν. Δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτά που δεν γνωρίζουν ή έχουμε αποφασίσει εμείς πως δεν πρέπει να γνωρίζουν γιατί νομίζουμε πως τα προστατεύουμε.

Μου γράφεις και για τη δική σου θλίψη και θέλω να σου πω πως είναι εξίσου σημαντική και πως θα πρέπει να βρεις τον χρόνο να την τιμήσεις και μόνη σου. Να ζητήσεις βοήθεια από την οικογένειά σου και απ’τους φίλους σου, να είσαι φροντιστική και ευγενική με τον εαυτό σου και να ξέρεις πως κάνεις το καλύτερο που μπορείς.

Δύσκολοι αποχαιρετισμοί

«Θα έχει ενδιαφέρον ένα άρθρο για την απώλεια-τον θάνατο. αν έχεις χρόνο και θέλεις» διάβασα στο μέιλ που έλαβα προχθές. Η πρώτη μου σκέψη ήταν μήπως είναι βαρύ για καλοκαίρι –λες και ο πόνος του θανάτου αλλάζει με τις εποχές – αλλά μετά σκέφτηκα πιο πρακτικά: «έλα το’χεις το θέμα. Σίγουρα θα γράψεις για τα πέντε στάδια του πένθους, θα φυσιολογικοποιήσεις τη θλίψη ως αντίδραση στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου από το θάνατο και φυσικά κάποιες «πρακτικές συμβουλές» που ίσως βοηθήσουν».Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, αυτό το ποστ είναι παραγγελία.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα βιαστικά και ενώ ετοιμαζόμουν να φύγω απ’το σπίτι άκουγα στο ραδιόφωνο για τη συντριβή του αεροσκάφους, το Μεσανατολικό και αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό δυο άνθρωποι. Ο Τζάφαρ ή Τζέφρυ όπως τον φωνάζουμε, ο οποίος ζει στην Ελλάδα από 18 χρονών και τον ξέρω από τότε. Ο ίδιος είναι απ’ τη Δυτική όχθη, δεν έχει πάει ποτέ στη Λωρίδα της Γάζας, όμως όλοι του οι συγγενείς, φίλοι και συμπατριώτες είναι εκεί. Η Νούριθ που ζει στο Τελ Αβίβ με την οποία δεν έχω κοντινή σχέση όμως είναι ένας άνθρωπος που θαυμάζω απεριόριστα. Τελευταία φορά την είδα το Φεβρουάριο στο πλαίσιο μιας εποπτείας και θυμήθηκα πόσο μ’εντυπωσίασε ο τρόπος που δούλεψε μέσα στην ομάδα ένα θέμα απώλειας. Προσπάθησα να φανταστώ πως θα ένιωθαν αυτοί οι άνθρωποι εάν διάβαζαν το ποστ που σκεφτόμουν να γράψω. Δυο άνθρωποι που ξέρουν καλά τι σημαίνει απώλεια. Ντράπηκα και ένιωσα αμηχανία, όμως, κατάφερα να συνδεθώ και να έρθω σ’επαφή με τον πόνο της δικής μου απώλειας που βίωσα πριν τρια χρόνια. Τότε που εγώ διάβαζα πρακτικά ποστ για να καταφέρω να απαλύνω τον πόνο που ένιωθα. Το γνωστικό μου κομμάτι ηρεμούσε για λίγο όμως ο πόνος ήταν αφόρητος και όσο προσπαθούσα με λογικά επιχειρήματα να τον κατευνάσω χωρίς να του δώσω χώρο –είναι η φύση του ανθρώπου ν’αποφεύγει τον πόνο- τόσο θύμωνα και υπέφερα. Ήθελα απλά να τελειώνει και να είμαι καλά.

Αυτό που ήταν σωτήριο για μένα εκείνη την περίοδο ήταν η παρουσία τριών ανθρώπων. Το λεγόμενο υποστηρικτικό πλαίσιο. Και μόνο η αίσθηση πως δεν ήμουν μόνη μου, ήταν ανακουφιστική. Εγώ βοήθησα με το να ζητάω από εκείνες πράγματα που ήξερα πως θα μπορούσαν να μου δώσουν. Ήξερα πως η μια είναι ακούραστη στο ν’ακούει τα ίδια και τα ίδια και να με δικαιώνει, η άλλη το άντεχε να με ακούει να κλαίω γοερά και απλά να είναι εκεί και με την τρίτη να συζητώ πιο ‘λογικά’ και να μη βυθίζομαι εντελώς στο συναίσθημα. Το να ζητάς απ’τους άλλους αυτό που έχεις ανάγκη όχι μόνο μαθαίνεται αλλά είναι και πολύ βοηθητικό στις σχέσεις.

Προσπάθησα να μην είμαι απαιτητική με μένα. Αποδέχτηκα πως περνάω μεγάλο ζόρι και με το να λέω στον εαύτο μου «άντε Νάσια, ακόμα; Δεν είναι φυσιολογικό τόσο πένθος. Έχεις ξεπεράσει το επιτρεπτό όριο» δεν βοήθησε καθόλου. Ο πόνος δεν είναι ένδειξη αδυναμίας και ο χρόνος επούλωσης ενός τραύματος δεν είναι ίδιος για όλους. Να είστε μαλακοί με τον εαυτό σας. Μιλήστε και φερθείτε στον εαύτο σας όπως θα μιλούσατε σ’ένα παιδάκι που κλαίει και είναι πολύ στεναχωρημένο. Φαντάζομαι πως στο παιδί σας ή στο παιδί ενός φίλου σας δεν θα λέγατε ποτέ «άντε, τελείωνε με τα κλάματα. Δεν είναι φυσιολογικό αυτό». Θα το ακούγατε, θα του λέγατε πως έχει δίκιο που είναι στεναχωρημένο και κλαίει και θα το φροντίζατε όπως μπορούσατε.

Εκείνη την περίοδο δυσκολευόμουν πολύ και να κοιμηθώ. Επειδή δεν μπορούσα με τίποτα να διαβάζω, έβαλα στο υπνοδωμάτιό μου μια τηλεόραση και μετά από ένα τέταρτο μ’έπαιρνε ο ύπνος. Δεν ξέρω εάν ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, με τον καιρό όμως η πληγή έκλεισε. Η ουλή έμεινε και κάποιες φορές με τις αλλαγές του καιρού πονάει, αλλά η ποιότητα, η ένταση και πόσο μένω στον πόνο δεν είναι η ίδια. Αποδέχτηκα πως κάποιες απώλειες ίσως να μην τις ξεπεράσω και αυτή αποδοχή, εμένα με ηρεμεί.

Θέλω να πω κάτι σ’εκείνους που είναι κοντά σε ανθρώπους που πενθούν. Δεν χρειάζεται να έχετε πάντα κάτι να πείτε. Με το να είστε εκεί να ακούτε είναι πολύ πιο θεραπευτικό και ανακουφιστικό για τον άλλον. Αν θέλετε, αποφύγετε φράσεις «θα περάσει, θα δεις ή τουλάχιστο δεν ταλαιπωρήθηκε» υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο άλλος να θυμώσει. Είναι πολύ φοβιστικό να μένεις στον πόνο, το ξέρω. Όμως, πολλές φορές, το μόνο που θέλουμε όταν κλαίμε είναι να μην κλαίμε μόνοι μας. Απλά να είναι κάποιος δίπλα μας χωρίς να μιλάει. Απλά, ν’αντέχει τον πόνο μας.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 21/7/2014
http://www.exostispress.gr/Article/diskoloi-apoxairetismoi-0#ixzz38HzjDgS8