Αφήστε πίσω τις πικρίες

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν δημοσιευθεί αρκετές έρευνες σχετικά με τη θετική επίδραση της συγχώρεσης, δηλαδή με την συνειδητή απόφαση που παίρνουμε να αφήσουμε οριστικά πίσω μας αισθήματα πικρίας ακόμα και επιθυμία αντεκδίκησης προς αυτούς που κάποια στιγμή μας αδίκησαν. Τώρα, μια νέα μελέτη -που βασίζεται σε ένα μικρό δείγμα στο χώρο εργασίας- υποστηρίζει τη σημασία που έχει η ικανότητα να υπερβαίνουμε πικρίες και αρνητικά συναισθήματα για τη βελτίωση της ευημερίας και της παραγωγικότητας σε επαγγελματικά περιβάλλοντα.

Οι συγκρούσεις μεταξύ των συναδέλφων είναι αναπόφευκτες και συνδέονται με το στρες, προβλήματα υγείας (ψυχικά και σωματικά) και χαμηλή παραγωγικότητα. Οι ερευνητές ανέλαβαν να διερευνήσουν το ρόλο της συγχώρεσης στη βελτίωση αυτών των αρνητικών επιπτώσεων.

Οι συμμετέχοντες – περισσότεροι από 200 εργαζόμενοι – απάντησαν σε ερωτηματολόγια σχετικά με την παραγωγικότητα και την ευημερία τους σε σχέση με την ικανότητά τους να υπερβαίνουν αισθήματα πικρίας και απογοήτευσης που έχουν προκληθεί από άλλους συναδέλφους τους.

Στο πρώτο στάδιο της έρευνας ζητήθηκε από τους εργαζόμενους να επικεντρωθούν σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό που τους συνέβη και να περιγράψουν πώς πίστευαν ότι τους επηρέασε. Το δεύτερο ερωτηματολόγιο διερεύνησε τη γενική τάση των συμμετεχόντων να είναι ειλικρινείς και τις εργασιακές τους συνήθειες τον προηγούμενο μήνα.

Και στις δύο περιπτώσεις, η ικανότητα των εργαζόμενων να υπερβαίνουν τα αρνητικά συναισθήματα για τους συναδέλφους τους συνδέθηκε με την αύξηση της παραγωγικότητας, λιγότερες μέρες απουσίας από την εργασία και με λιγότερα προβλήματα ψυχικής και σωματικής υγείας, όπως θλίψη και πονοκεφάλους.

Αυτή η νέα έρευνα είναι σημαντική τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους εργοδότες, καθώς η συσσώρευση αισθημάτων πικρίας για συναδέλφους επηρεάζει αρνητικά τα άτομα και τους οργανισμούς στο σύνολό τους. Το κόλλημα σε αρνητικά συναισθήματα μετά από μια σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε απεμπλοκή από την εργασία, έλλειψη συνεργασίας και επιθετική συμπεριφορά. Η μνησικακία συνδέεται επίσης με αυξημένο άγχος και συναισθήματα ή συμπεριφορές όπως ο θυμός, η εχθρότητα και η εκδίκηση.

Δεδομένου ότι πολλοί άνθρωποι που βρίσκονται σε σύγκρουση πρέπει να συνεχίσουν να συνεργάζονται, η απόφασή τους να υπερβούν τα συναισθήματα που προκαλεί η σύγκρουση μπορεί να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο αντιμετώπισης και ένας τρόπος για την αποκατάσταση των σχέσεων και της εμπιστοσύνης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι εγκρίνουμε ή αγνοούμε την κακή συμπεριφορά. Κάθε χώρος εργασίας οφείλει να διαθέτει διαδικασίες παρέμβασης και αντιμετώπισης κακοποιητικών συμπεριφορών.

Πώς υπερβαίνουμε τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλούν οι συγκρούσεις στην εργασία.

  • Η συμπεριφορά των Διευθυντών-Προϊσταμένων έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στην οργανωτική κουλτούρα. Αυτή είναι που θέτει όρους και δημιουργεί κλίμα.
  • Ζητήστε συγγνώμη και επιχειρήστε να αποκαταστήσετε δύσκολες σχέσεις. Όταν δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τα λάθη μας, η δυσπιστία μεγαλώνει και ο φόβος για κάτι που συμβαίνει μπορεί να είναι χειρότερος ακόμα και από το αρχικό συμβάν.
  • Αποκαταστήστε την εμπιστοσύνη δουλεύοντας σε ένα κοινό έργο, δημιουργώντας νέες εμπειρίες και αναμνήσεις συνεργασίας.

Υπάρχει ένα παλιό ρητό που λέει: “Η δυσαρέσκεια είναι σαν να παίρνεις δηλητήριο και να περιμένεις το άλλο άτομο να πεθάνει.”

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 20/6/2018 στο επιχειρώ

Advertisements

Ο Μεγάλος Θυμός

«Δεν πιστεύω όταν σ’έχει ενοχλήσεικάτι που σου είπε ή έκανε κάποιος να δείχνεις θυμωμένη ή πειραγμένη; Δεν θα δείξεις ποτέ πως θύμωσες. Όχι μόνο δεν θα σταματήσεις να μιλάς ή θα κρατάς μούτρα, αλλά, τότε είναι που θα κάνεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Μη δώσεις ποτέ τέτοια χαρά και ειδικά σε κάποιον τρίτο. Αποστασιοποιήσου με ευγένεια και αν περιμένεις αρκετά στην όχθη του ποταμού, θα δεις τα πτώματα των εχθρών σου να περνούν επιπλέοντας από μπροστά σου».

Έχω παρατηρήσει πως οι πλέον συνηθισμένοι τρόποι έκφρασης του θυμού είναι δυο. Ο ένας είναι αυτός που περιέγραψα παραπάνω και ο άλλος είναι η καθαρή ή η καλυμμένη επιθετικότητα. Κάποιοι φωνάζουν, χειροδικούν, εκτοξεύουν πράγματα, βρίζουν, απειλούν. Άλλοι χρησιμοποιούν ειρωνεία, χιούμορ ή παθητικοεπιθετικά σχόλια, άλλοι τερματίζουν απότομα σχέσεις γιατί φοβούνται τη σύγκρουση και άλλοι γίνονται απόμακροι, σιωπηλοί, ψυχροί ή θλιμένοι ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν τη συγκρότηση του εαυτού τους. Σε όλες αυτές τις συμπεριφορές υπάρχει κάτι κοινό. Ο φόβος ή οι ενοχές για το θυμό και το μπέρδεμα γύρω απ’αυτόν.

Ο θυμός είναι το πιο παρεξηγημένο, ενοχοποιημένο και το συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα. Έχει την εικόνα κάτι του μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά.  Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.

Ας φανταστούμε λοιπόν τι συμβαίνει εάν ένα παιδί στην προσπάθειά του να εκφράσει ένα συναίσθημα θυμού προς το γονιό έχει ν’αντιμετωπίσει αποδοκιμασία ή απόρριψη ή κάτι που θα βιώσει ως απώλεια αγάπης. Αρχίζει και καταγράφεται ως εμπειρία ότι η έκφραση του θυμού προκαλεί κινδύνους -ή να το πω πιο απλά, η “χασούρα” είναι μεγαλύτερη απ’το “κέρδος”-. Όμως ο θυμός είναι σχεδόν αναπόφευκτος και έτσι έρχεται η στιγμή που πρέπει να πάρει μερικές αποφάσεις για το τι να κάνει όταν τον νιώθει. Συνήθως αποφασίζει να σπρώξει το συναίσθημα προς το κάτω, να το κρατήσει μέσα του. Δεν είναι τυχαίο που τις περισσότερες φορές κάτω απ’τη θλίψη βρίσκεται θυμός που δεν έχει εκφραστεί και έχει αναστραφεί. Έτσι ξεκινάει η παρέμβαση στην υγιή ανάπτυξη. Ο οργανισμός όμως επιδιώκει συνεχώς να φτάσει σε ομοιόσταση με το να εκφράζονται τα συναισθήματα για να μπορέσει να επιτευχθεί μια αίσθηση ικανοποίησης, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την επόμενη ανάγκη του, συνεχίζοντας έτσι τον αέναο κύκλο της ανάπτυξής του. Η έκφραση του συναισθήματος θα γίνει με ή χωρίς τη συνεργασία της επίγνωσής μας.

Ο θυμός θα εκτονωθεί. Το παιδί -και αργότερα ως ενήλικας- μπορεί να αναστρέψει το θυμό του. Θα κάνει στον εαυτό του αυτό που θα ήθελε να κάνει στους άλλους.  Μπορεί να αυτοτραυματίζεται, να ξεριζώνει τούφες απ’τα μαλλιά του, να συσφίξει τους μυς προκαλώντας πονοκεφάλους κλπ. Κάποιος άλλος μπορεί να ανακλά το θυμό του χωρίς να εκφράζει το γνήσιο συναίσθημα σε καμία περίπτωση. Μετά από ένα διάστημα ξεχνά ακόμη και ποιο ήταν. Όμως, η ενέργεια παραμένει και πρέπει να εκφραστεί. Γίνεται σωματικά επιθετικό και νιώθει καλά αλλά όχι για πολύ. Δοκιμάζει ξανά προσπαθώντας να αναδημιουργήσει την καλή αίσθηση. Υπάρχουν και παιδιά που θα εκφραστούν σωματικά είτε με επεισόδια νυχτερινής ενούρησης είτε με τη συγκράτηση των κενώσεων. Αρκετά συνηθισμένο είναι και το να προβάλλουμε το θυμό μας σε άλλους και να φανταζόμαστε πως οι άλλοι είναι θυμωμένοι μαζί μας.  Ο θυμός είναι το πιο δύσκολο συναίσθημα που χρειάζεται να εκφράσει ένα παιδί. Μπορεί να βρει τον τρόπο για να εκφράσει άλλα συναισθήματα όπως φόβο ή χαρά αφού αυτά τα ανέχονται εύκολα οι γονείς και η κουλτούρα μας.  Έτσι, μεγαλώνει αντιμετωπίζοντας το θυμό ως κάτι κακό.

Τα καλά νέα είναι ότι οι άνθρωποι έχουμε τη δυνατότητα να ξεμάθουμε και να ξαναμάθουμε νομίζω τα πάντα. Για το πως εκφράζω το θυμό μου χωρίς να κακοποιώ ούτε εμένα ούτε τους άλλους, είμαι σίγουρη πως όλοι μπορούμε.
Ο λόγος που περιέγραψα τα παραπάνω είναι για να δούμε πόσο σημαντικό είναι να αποκτήσω επίγνωση για το τί κάνω και πώς το κάνω. Πότε θυμώνω, τι τον κάνω το θυμό μου; Είναι σημαντικό να δω πως ως παιδί δεν είχα επιλογές γιατί εξαρτιόμουν από άλλους. Όμως, στο σήμερα, ως ενήλικας έχω πολλές επιλογές.

Έχω την επιλογή να πω στον άλλον «όταν συμπεριφέρθηκες ή μου μίλησες μ’αυτόν τον τρόπο κλπ, εγώ θύμωσα και χρείαζομαι απόσταση ή να ακούσω συγγνώμη ή θέλω να το συζητήσουμε» Μοιράζεσαι το συναίσθημά σου και αυτό είναι σημαντικό γιατί έτσι όχι μόνο τοποθετείσαι σε μια σχέση, αλλά συμπεριλαμβάνεις και τον άλλον. Το να έχω θυμώσει μαζί σου και να μη στο λέω, δεν έχει καθόλου το «μαζί», είμαστε και οι δυο μόνοι μας. Όταν ρωτάω τους ανθρώπους «τι πιστεύεις πως θα συμβεί εάν πεις στον άλλον πως θύμωσες;» Η απάντηση είναι πάντα η ίδια. «Φοβάμαι πως η σχέση θα διαλυθεί». Αυτός ο φόβος είναι η καταγεγραμμένη εμπειρία που περιέγραψα παραπάνω. Εάν συνεχιστεί ο παλιός τρόπος, είναι βέβαιο πως η σχέση θα καταστραφεί. Ξέρω πως ακούγεται δύσκολο γι’αυτό πάντα προτείνω στην αρχή να το κάνουν με ανθρώπους και σε σχέσεις που αισθάνονται ασφαλείς. Με κάποιο καλό φίλο, ίσως αδέρφια, τον θεραπευτή τους. Βοηθάει επίσης να είναι απόλυτα ξεκάθαρο πως ο θυμός είναι απλά ένα συναίσθημα όπως τα υπόλοιπα, δεν έχει να κάνει με επιθετικότητα η οποία είναι συμπεριφορά.

Ο καινούργιος τρόπος έχει μόνο χαρά, ενηλικίωση, φροντίδα για τον εαυτό μου, για τους άλλους, τη σχέση και κυρίως, δεν αφήνω ανοιχτούς λογαριασμούς που είναι ένας σίγουρος τρόπος για να παραμείνουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι.

Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 20/2/2015 http://www.exostispress.gr/Article/o-megalos-thimos-0#.VOd5_dNryIs.facebook

Γιατί τόση επιθετικότητα στο διαδίκτυο;

Η πρώτη βιωματική άσκηση που μας ζητήθηκε να κάνουμε την περίοδο που ήμασταν εκπαιδευόμενοι θεραπευτές ακούστηκε πανεύκολη. Αφού είχαμε χωριστεί σε δυάδες, ο ένας ξεκινούσε με μια δήλωση-πρόταση που αφορούσε τον άλλον και εκείνος, έπρεπε να επαναλάβει αυτή τη δήλωση και να πει πως ένιωθε μ’αυτό που άκουσε. Στη συνέχεια, ο πρώτος που είχε κάνει το αρχικό σχόλιο, έπρεπε να επαναλάβει το συναίσθημα και να πει εκείνος πως νιώθει.
π.χ. –Είσαι αναιδής. -Σ’ακούω να λες πως είμαι αναιδής και νιώθω θυμό. -Σ’ακούω να λες πως νιώθεις θυμό και γίνομαι αμυντικός. -Σ’ακούω να λες πως γίνεσαι αμυντικός και νιώθω ένταση. -Σ’ακούω να λες πως νιώθεις ένταση και φοβάμαι κλπ.

Αυτό θα το κάναμε για τρία με τέσσερα λεπτά.Ο κανόνας ήταν να μιλάμε μόνο για εμάς χωρίς να ζητάμε εξηγήσεις τύπου “γιατί το είπες αυτό ή γιατί τώρα νιώθεις έτσι”. Η άσκηση αυτή συνήθως κατέληγε με κάποια ‘επίλυση’ ή όταν υπήρξε ‘αδιέξοδο’ τότε απλά αρκούσε το “ακούω πως για σένα είναι έτσι και είμαι εντάξει μ’αυτό”. Έτσι λοιπόν, το πρώτο και πιο δύσκολο πράγμα που μάθαμε ήταν να ακούμε. Ν’ακούμε, και να στεκόμαστε λίγο για να δούμε πως είμαστε μ’αυτό που ακούμε. Πολλές φορές, όταν διαβάζω στο διαδίκτυο ασύλληπτα επιθετικά σχόλια για σοβαρά ή μη θέματα ή για πρόσωπα, από τη μια απογοητεύομαι, φοβάμαι, νιώθω φοβερή ένταση και από την άλλη σκέφτομαι πως το να μη γίνομαι επιθετικός και κακοποιητικός είναι κάτι που μαθαίνεται, όπως το έμαθα και γω και τόσοι άλλοι άνθρωποι.

Το άρθρο προσπαθεί να εξηγήσει γιατί υπάρχει τόση επιθετικότητα και θυμός στο διαδίκτυο. Πρώτον, οι σχολιαστές πολλές φορές είναι ανώνυμοι ή χρησιμοποιούν ψευδώνυμο, και ως εκ τούτου, δεν λογοδοτούν για την αγένεια τους. Δεύτερον, βρίσκονται σε απόσταση από το στόχο του θυμού τους και είναι πιο εύκολο να ανταγωνίζονται από απόσταση και τρίτον, μάλλον είναι πιο εύκολο να είσαι βιτριολικός όταν γράφεις παρά όταν είσαι με τον άλλον κοντά.

Επειδή οι συζητήσεις δεν συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο, οι σχολιαστές έχουν τη δυνατότητα να γράφουν μακροσκελείς μονολόγους, πράγμα το οποίο δεν θα γινόταν στη πραγματικότητα. Σημαντικό στοιχείο ο τόνος της φωνής ή κάποια χειρονομία που μπορεί να έχουν μεγάλη επίδραση στην ικανότητά μας να καταλάβουμε τι λέει κάποιος. Όσο πιο μακριά από τον άνθρωπο που κάνουμε διάλογο είμαστε, τόσο πιο δύσκολο είναι να επικοινωνήσουμε.

Ο Edward Wasserman, Καθηγητής Ηθικής Δημοσιογραφίας, σημείωσε μια άλλη αιτία αυτής της εθιστικής βιτριολικής συμπεριφοράς: κακά παραδείγματα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία θα πρέπει να περικόψουν το μίσος και το θυμό που έχουν γίνει ο κανόνας στα σχόλια μεταξύ των αναγνωστών. Είναι χρήσιμο και πολύτιμο να ακούγονται όλες οι απόψεις ενός θέματος, αλλά δεν είναι πολύτιμο να υπάρχουν προσωπικές επιθέσεις ή να υπάρχουν μηνύματα με εξαιρετικά θυμωμένο ύφος. Ακόμα και κάποιος που κάνει κάποιο νόμιμο σχόλιο αλλά με θυμωμένο ύφος, βλάπτει τη φύση του επιχειρήματος, γιατί παροτρύνει και τους υπόλοιπους να ανταποκριθούν με τον ίδιο τρόπο.

Ο Καθηγητής συμπληρώνει: “Εάν σε κάποια ιστοσελίδα μένουν σχόλια τα οποία κάνουν προσωπικές επιθέσεις με τον χειρότερο τρόπο, τότε, στέλνετε το μήνυμα πως αυτή είναι μια αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά”

Πολλές φορές είναι δύσκολο να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και όλοι μας κάποιες φορές έχουμε ξεφύγει και έχουμε κάνει κάποιο σχόλιο που ίσως το έχουμε μετανιώσει. Ίσως να είναι μια ευκαιρία να δούμε τι σημαίνει για εμάς το διαφορετικό, πότε αισθανομάστε απειλή από κάποια διαφορετική άποψη. Απλά να το παρατηρήσουμε. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα της αλλαγής καθώς και τη δυνατότητα ανάληψης της ευθύνης των επιλογών.

Eat Me – Μέρος III

Η βιολογική πείνα διαφοροποιείται σε πολλά σημεία από τη συναισθηματική. Η πρώτη συνήθως έρχεται σταδιακά, μέσω μηνυμάτων που στέλνει ο οργανισμός πως χρειάζεται τροφή και η ανάγκη ικανοποίησης παρουσιάζει μεγαλύτερη δυνατότητα αναμονής. Αντίθετα, η συναισθηματική πείνα εμφανίζεται ξαφνικά ως ακατάσχετη επιθυμία λήψης τροφής, με άμεση και επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης. Κυριαρχεί ο παρορμητισμός και η κατάποση του φαγητού γίνεται μηχανικά, χωρίς συνειδητοποίηση του ‘τι’ και του ‘πόσο’ τρώμε με αποτέλεσμα το αίσθημα του κορεσμού να μη γίνεται αντιληπτό.

Η σκέψη περιστρέφεται γύρω από το φαγητό ενώ σχεδόν πάντα οι τροφές που προτιμούνται είναι γλυκά (προσωπικά δεν είχα ποτέ υπερφαγικό επεισόδιο με μπρόκολο) και με πολλά λιπαρά. Ξεκινάει σαν αίσθηση από το λαιμό και το στόμα σε αντίθεση με τη βιολογική η οποία ξεκινάει από το στομάχι το οποίο αισθανόμαστε άδειο. Όταν τρώμε ψυχαναγκαστικά, οδηγούμαστε σε αισθήματα ενοχής, ντροπής και τύψεων πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ικανοποιούμε τη βιολογική μας πείνα.

Λένε πως η καλύτερη δίαιτα είναι να μην κάνεις δίαιτα. Όταν διαβάζω αυτή τη φράση πάντα θυμάμαι μια φίλη η οποία μου είχε πει πως έχασε πολλά κιλά -τα οποία ποτέ δεν ξαναπήρε- όταν μια μέρα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του ασανσέρ και είπε “κούκλα είσαι σήμερα κοριτσάκι μου” Νάσια, μου είπε, εκείνη τη στιγμή ήταν η μοναδική φορά που πραγματικά αποδέχτηκα αυτό που έβλεπα. Χωρίς να με κρίνω, ούτε να πω πως έγινες έτσι; Από εκείνη τη μέρα άρχισα σιγά σιγά να καταλαβαίνω τι εννοούμε όταν λέμε φροντίδα εαυτού και άρχισα να το κάνω. Η αλήθεια είναι πως η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από την προσπάθεια, τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα υπαρξιακό παράδοξο όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό που είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι.

Προσωπικά, θεωρώ τις απαγορεύσεις τροφίμων και τον διαχωρισμό τους σε καλές και κακές μη ρεαλιστικό σενάριο. Στο παρελθόν έχω προσπαθήσει να μπω σε πρόγραμμα αποχής από τροφές με τις οποίες έκανα υπερφαγία και το αποτέλεσμα ήταν να περιμένω πότε θα έρθει η ώρα να τελειώσει το πρόγραμμα για να φάω γλυκά και τυριά που τόσο μου αρέσουν. Ξέρω ανθρώπους που έχουν σωθεί με το πρόγραμμα των Ανώνυμων Υπερφάγων και πραγματικά στέκομαι σ’ αυτό με μεγάλο σεβασμό.
Η προσωπική μου εμπειρία είναι πως και εκεί υπάρχει ένα είδος ψυχαναγκασμού, ελέγχου και διαρκής ενασχόλησης με τη διατροφή (τουλάχιστο στην αρχή). Όπως με δυσκολεύει και ο γνωσιακός τρόπος -ο οποίος πραγματικά έχει αποτελέσματα- το να καταγράφω καθημερινά τι τρώω (αυτό είναι ένα κομμάτι της γνωσιακής θεραπείας). Επαναλαμβάνω, πως αυτή είναι η δική μου εμπειρία. Βοηθήθηκα με δυο τρόπους.

Μου επέτρεψα να τρώω τα πάντα σε μικρές ποσότητες. Από τη στιγμή που έγινε αυτό και ήξερα πως όταν ήθελα να φάω μαρόν γλασέ θα φάω, τότε ‘ησύχασα’. Ίσως και επειδή για μένα είναι σημαντικό να ξέρω πως έχω τη δυνατότητα να κάνω κάτι και ας μην το κάνω ποτέ. Όταν λοιπόν άρχισα να μου επιτρέπω, άρχισα να στέκομαι και
σ’ άλλα πράγματα. Στη προετοιμασία και τον πειραματισμό του φαγητού, στο να τρώω με ηρεμία και όχι με βιασύνη. Άρχισε να γίνεται μορφή και η απόλαυση. Κάποιος ίσως ρωτήσει πως τα κατάφερα με τις μικρές ποσότητες.

Εδώ, βοηθήθηκα με τον δεύτερο τρόπο. Τον πιο δύσκολο και επίπονο. Άρχισα να παρατηρώ πότε τρώω ψυχαναγκαστικά. Χωρίς να κρίνω. Σε μένα συνέβαινε όταν θύμωνα. Άλλες φορές θύμωνα με κάτι που μπορεί να συνέβαινε εκείνη τη στιγμή και άλλες να γινόταν κάτι το οποίο ήταν υπενθυμητής ενός παλιού θυμού ο οποίος δεν είχε εκφραστεί ποτέ και ήταν απλά ένας ανοιχτός λογαριασμός. Και στις δυο περιπτώσεις το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Η δράση μου ήταν να πάω να φάω. Καλά, και γιατί δεν έδειχνες το θυμό σου; τί πιστεύεις πως θα συνέβαινε; είχα μπερδέψει το θυμό με την επιθετικότητα και νόμιζα πως εάν εξέφραζα το θυμό μου η σχέση θα καταστραφεί. Ήταν πολύ απειλητικό αυτό το σενάριο οπότε βρήκα έναν άλλο τρόπο διαχείρισης. Να τρώω το θυμό μου. Το πρώτο βήμα λοιπόν ήταν η επίγνωση του τι κάνω και πως το κάνω. Όταν γίνει η επίγνωση έχει ξεκινήσει και η αλλαγή.

Αρχίζεις και έχεις επίγνωση των αισθήσεων και εκπληρώνεις τις ανάγκες σου καλύτερα, μαθαίνεις να κάνεις νέες συνδέσεις (ο θυμός είναι φυσιολογικό συναίσθημα, η επιθετικότητα είναι συμπεριφορά) και πως έχεις επιλογές δράσης.
Στη διαδρομή δεν περνάμε και πολύ ευχάριστα γιατί βιώνουμε διάφορες απώλειες αλλά σίγουρα το αποτέλεσμα -και δεν εννοώ μόνο τα κιλά- είναι μια διαφορετική ζωή.

Σημείωση: επειδή στο κείμενο αναφέρθηκα στην απόλαυση και τον πειραματισμό  του φαγητού, το μπλογκ της φίλης μου Λ. http://soumada.wordpress.com/  είναι ένα πολύ διαφορετικό και ιδιαίτερο μπλογκ για το φαγητό.

Eat Me – Μέρος II

«Ήταν μια απ’αυτές τις Κυριακές όπου όλη η οικογένεια συγκεντρώνεται για να φάει. Δεν έχει σημασία εάν δεν έχεις όρεξη ή έχεις κανονίσει κάτι άλλο –πράγμα απίθανο- αφού εμείς, τις Κυριακές, τρώμε όλοι μαζί.  Επειδή έτσι πρέπει. Το μενού είχε σούπα. Όμως, ήταν τόσο καυτερή που οι υπόλοιποι έφαγαν μόνο δυο κουταλιές. Εγώ συνέχιζα να την καταπίνω παρόλο που το στόμα μου καιγόταν. Σα να μην μπορούσα να σταματήσω, το καταλαβαίνεις; ήμουνα τόσο συγκεντρωμένη στη σούπα που δεν άκουγα τους υπόλοιπους που μιλάγανε. Τώρα που το λέω, καταλαβαίνω πως ήταν ο τρόπος μου για να μπορώ να αποσυνδέομαι και να μην ακούω. Όταν έφτασα σπίτι μου και είδα στον καθρέφτη τα χείλια μου κόκκινα και πρησμένα, έβαλα τα κλάματα».

Η ψυχαναγκαστική υπερφαγία –ή αλλιώς emotional eating- είναι μια μαθημένη συμπεριφορά. Πολλές φορές, αρκετοί από εμάς, όταν είμαστε στεναχωρημένοι, πιεσμένοι, θυμωμένοι, βαριόμαστε  ή  νιώθουμε ένα απροσδιόριστο κενό ψάχνουμε να βρούμε γρήγορα κάτι να μασουλίσουμε ή να καταπιούμε. Στην αρχή παρορμητικά και αργότερα όλο και πιο ανεξέλεγκτα όλο και πιο πολύ. Με τον καιρό αυτός ο τρόπος γίνεται μια τόσο συνηθισμένη και καθημερινή συμπεριφορά που είναι δύσκολο να κάνουμε την επίγνωση του πως χρησιμοποιούμε το φαγητό για να φάμε συναισθήματα και προβλήματα.

Το «θετικό» στη χρήση του φαγητού για την αντιμετώπιση του στρες ή άλλων μορφών δυσφορίας είναι ότι έχει αποτέλεσμα.  Με ελάχιστη προσπάθεια, η ένταση μειώνεται και μάλιστα αρκετά γρήγορα.  Όμως, αυτό ακριβώς είναι το αρνητικό, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Αυτό το πρότυπο διαχείρισης των αναγκών ενισχύει την κυριαρχία της μορφής του φαγητού.  Μειώνει την ένταση, ηρεμεί και ναρκώνει τις ανάγκες. Έτσι, μαθαίνει κάποιος ν’αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται ανάγκες και συναισθήματα μέσω του φαγητού.

Πολλοί από εμάς, πιστεύουμε έντονα στον αυτοέλεγχο, τον οποίο συνδέουμε με ισχυρά θετικές αξίες.  Έχουμε την πεποίθηση ότι «θα έπρεπε να μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου» ή πιστεύουμε πως το να έχεις τον έλεγχο είναι καλό, φυσιολογικό και αποδεκτό, ενώ το να είσαι εκτός ελέγχου είναι κακό και αφύσικο. Αυτές οι πεποιθήσεις δεν μας αφήνουν να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε ότι πολλά πράγματα ή συνήθειες δεν μπορούμε να τις ελέγξουμε. Έτσι, πολλές φορές, αντί να αναγνωρίσουμε πως έχουμε χάσει τον έλεγχο και ότι είμαστε ανίσχυροι σε ό,τι αφορά το φαγητό, το αλκοόλ ή οποιαδήποτε άλλη ουσία, οδηγούμαστε σε μια παρατεταμένη σειρά συναντήσεων με την ουσία, είτε αυτή λέγεται φαγητό, είτε αλκοόλ, είτε ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια να αποδείξουμε πως έχουμε τον έλεγχο.

Με το πέρασμα του χρόνου, αυτή η διαδικασία κλιμακώνεται γι αυτό και πολλές φορές παρατηρούμε πως μπορεί να έχουμε χάσει τον έλεγχο και ταυτόχρονα να μας έχει γίνει έμμονη ιδέα να αποδείξουμε ότι τον διατηρούμε.

Αυτός ο τρόπος μπορεί να οδηγήσει στη λεγόμενη πόλωση, όπου η μια πλευρά είναι υπερβολικά ελεγχόμενη, ψυχαναγκαστική και περιορισμένη, ενώ η άλλη, έχει περιορισμένο έλεγχο ή είναι τελείως ανεξέλεγκτη.  Ίσως πάλι να νιώθουμε πως το φαγητό μας είναι το μόνο πράγμα το οποίο μπορούμε και ελέγχουμε στη ζωή μας.

Πολλοί άνθρωποι δείχνουν το νοιάξιμο και τη φροντίδα τους μέσω του φαγητού ίσως γιατί δυσκολεύονται, ίσως γιατί δεν ξέρουν να πουν στον άλλον «νοιάζομαι» ή απλά να ρωτήσουν «τί χρείαζεσαι τώρα». H μητέρα θα πάρει τηλέφωνο το παιδί της που έχει καιρό να το δει και της έχει λείψει και το πρώτο που θα ρωτήσει είναι «τρως τίποτα;» σαν το φαγητό να είναι ο τρόπος για να κάνουν επαφή.

Μια απ’αυτές τις μέρες περιμένω τη φίλη μου τη Λ. να έρθει σπίτι μου και αυτό που κυριαρχεί στη σκέψη μου είναι τι φαγητό να ετοιμάσω. Να την περιποιηθώ αλλά βασικά να δείξω πόσο πολύ χαίρομαι. Ε, κακό είναι αυτό; Θα ρωτήσεις. Κακό τίποτα δεν είναι. Είναι όμως περιοριστικό γιατί έτσι χάνω τον αυθορμητισμό, το «εδώ και τώρα», σαν να μην είναι αρκετό να πω «χαίρομαι που ήρθες» και σαν να χρειάζεται να πρέπει να κάνω κάτι ή να πρέπει να είμαι κάπως.  Δεν υπάρχει καμία πρόθεση κριτικής ή αυτομαστιγώματος απλά προσπαθώ να δείξω πόσο μπερδευτική και δύσκολη μπορεί να είναι η διαδικασία της επίγνωσης του τί, πώς και πότε τρώω.

Στο επόμενο ποστ θα δούμε πως αναγνωρίζω εάν τρώω ψυχαναγκαστικά και εάν έχω άλλες επιλογές.

Eat Me – Μέρος Ι

Πριν χρόνια, όταν ο ψυχολόγος Arthur Tomie βρίσκονταν στο εργαστήριό του παρατήρησε κάτι παράξενο. Όπως ακριβώς στο πείραμα του Pavlov, ο Tomie συσχέτισε ένα πρώτο,τεχνητό ερέθισμα -σ αυτή την περίπτωση ήταν ένας μεταλλικός μοχλός ο οποίος έπεφτε στα κλουβιά των ποντικών- δίνοντας το σήμα πως θα επακολουθούσε τροφή. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα ποντίκια έμαθαν γρήγορα να συνδέουν  το σήμα με την ανταμοιβή και όταν ο μοχλός εμφανιζόταν, πολλά έτρεχαν στη γωνία του κλουβιού περιμένοντας το φαγητό.  Ωστόσο, μερικά ποντίκια τα προσέλκυε ο μεταλλικός μοχλός.  Αντί να τρέχουν στο φαγητό, έγλυφαν και ροκάνιζαν το μοχλό σαν να ήταν κροκέτες αρουραίου. (Clinical Psychology Reviews, 1995)
Αυτή η δράση δεν ήταν εντελώς άγνωστη στους ερευνητές αφού παρόμοια συμπεριφορά είχε σημειωθεί και σε περιστέρια.

Αυτό που κέντρισε το ενδιαφέρον του Tomie ήταν πως τα ζώα δεν ήταν σε θέση να συγκρατηθούν και να σταματήσουν στο δέλεαρ του μοχλού. Οι θεραπευτές που ασχολούνται με εξαρτήσεις συχνά συναντούν ανθρώπους που απεγνωσμένα θέλουν να σταματήσουν το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά αλλά κάποιες φορές υποτροπιάζουν. Για κάποιον, ο υπενθυμητής (trigger) μπορεί να είναι ένα ποτήρι, μια φωτεινή επιγραφή ενός μπαρ ή και κάποιο συναίσθημα. Ομοίως, τρόφιμα που σχετίζονται με σήματα (διαφημίσεις, φωτογραφίες φαγητών) έχουν τη δυνατότητα να μας δελεάσουν ακόμα και αν δεν πεινάμε.

Αρκετές συμπεριφορές, είτε μιλάμε για ανθρώπους είτε για ζώα, εξαρτώνται από ενδείξεις ή σήματα ή συνθήματα στο περιβάλλον οι οποίες προβλέπουν κάποιο όφελος ( π.χ. εάν φάω όλο το φαγητό μου, η μαμά μου θα μoυ αγοράσει το παιχνίδι που θέλω). Όμως, δεν είναι σαφές, γιατί μερικοί άνθρωποι είναι περισσότερο εστιασμένοι στα σήματα/ενδείξεις του περιβάλλοντος από άλλους, ούτε πως αυτή η διαφορά μπορεί να συνεισφέρει κάτι ως προς την κατανόηση των εξαρτήσεων.

Ο Terry Robinson, Καθηγητής Ψυχολογίας έχει χρησιμοποιήσει ένα παρόμοιο μοντέλο με το παραπάνω για να διερευνήσει γιατί μερικά ζώα είναι τόσο επιρρεπή στα σήματα του περιβάλλοντός τους. Ο Robinson έχει εντοπίσει δυο διαφορετικές συμπεριφορές ανάμεσα στα τρωκτικά.  Για κάποια ποντικάκια (goal-trackers) η τελική ανταμοιβή, το φαγητό είναι το πιο σημαντικό. Μόλις εντοπίσουν το μοχλό, τρέχουν στο μπολάκι τους. Για άλλα, (sign-trackers) το σύνθημα, ο μοχλός έχει τη μεγαλύτερη επιρροή. Τα sign trackers φαίνεται να είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε εθισμό ή άλλες δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές ισχυρίζεται.  Τα τρωκτικά που κρατούν τα μάτια τους πάνω στο μοχλό είναι πολύ πιο πιθανό να αναζητήσουν ναρκωτικά ή αλκοόλ.

Ο καταναγκασμός για τα συνθήματα φαίνεται να εκτείνεται σε διάφορους τύπους συμπεριφορών αφού οι sign-trackers δύσκολα αντιστέκονται σε συνθήματα, είτε σχετίζονται με φαγητό είτε με ναρκωτικά όπως η κοκαϊνη.  Ο Robinson, με το να ξεχωρίζει τους sign-trackers μπορεί να πάρει ποντικάκια που δεν έχουν εκτεθεί ποτέ σε ναρκωτικά και να προβλέψει ποια από αυτά θα εμφανίσουν εξαρτητική συμπεριφορά όταν έρθουν σ επαφή με κάποιο ναρκωτικό  (Biological Psychiatry, 2010)

Ο Robinson έχει συγκεντρώσει στοιχεία για 2.000 ποντίκια. Περίπου το ένα τρίτο από αυτά εμφανίζουν συμπεριφορά παρακολούθησης του συνθήματος ενώ ένα τρίτο ασχολούνται με την παρακολούθηση του στόχου. (τα υπόλοιπα δεν στέκονται σε κανένα από τα δυο και δεν είναι εύκολο να κατηγοροποιηθούν). Ο Καθηγητής ανησυχεί. «Εμείς δεν μιλάμε για κάποια άκρα», λέει. “Στην πραγματικότητα μιλάμε για ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού».

Γιατί όμως αυτά τα συνθήματα είναι τόσο ισχυρά γι αυτή την ομάδα των ποντικιών; Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, άρχισε να ψάχνει πιο βαθιά στο σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Σε μια μελέτη (Nature 2011) ο ίδιος και οι συνεργάτες του έκαναν κάποιες υποθέσεις ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν ενδείξεις πως η πρώιμη εμπειρία του περιβάλλοντος μπορεί να προδιαθέτει εάν ένα ποντικάκι έχει την τάση να γίνει sign ή goal tracking.  Τα μικρά που εκτρέφονται σε αγχωτικό περιβάλλον χωρίς τις μητέρες τους είναι πιθανότερο να γίνουν sign-trackers  ως ενήλικες (Behavioural Brain Research, 2011)

Kαταλήγουμε δηλαδή πάλι στα γνωστά.  Προσωπικά -πέρα από το κομμάτι της  περιέργειας ή της γνώσης- δεν ξέρω πόσο βοηθητικό είναι το να υποθέτει κάποιος γιατί κάνει κάτι. Ο λόγος που το έχω συμπεριλάβει είναι γιατί αρκετά πολύπλοκα ψυχολογικά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές επηρεάζονται από την αλληλεπίδραση μεταξύ περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων.  Τα επόμενα ποστ θα επικεντρωθούν στο πώς τρώμε, πότε τρώμε, πως χρησιμοποιώ το φαγητό για να ‘φάω’ τα συναισθήματά μου. μπορώ και ελέγχω μέσα από το φαγητό; Είναι διαφορετική η εξάρτηση από το φαγητό, το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά; Πόση ντροπή, ενοχή έχει όλο αυτό και τι μπορώ να κάνω για να βγω από το φαύλο κύκλο; Το θέμα της διατροφής  δεν είναι απλό και κρύβει μεγάλο πόνο για αρκετό κόσμο.

Κλείνοντας χρονιά και λογαριασμούς.

Πριν λίγο καιρό διάβασα το άρθρο του David Brooks με τίτλο “How People Change” στους New York Times. Tο άρθρο, είναι βασισμένο σ’ένα μέιλ που έστειλε ο Νick Crews στα παιδιά του. Σ’αυτό το γράμμα εξέφραζε την απογοήτευση τη δική του και της μητέρας τους για τις μέχρι τώρα επιλογές τους και κατέληγε στο ότι δεν θέλει να ξανακούσει από εκείνα εκτός εάν είχαν να του πουν κάτι ευχάριστο ή αν του παρουσίαζαν ένα σχέδιο για τη ζωή τους. Την επιστολή αυτή την έδωσε για δημοσίευση η κόρη του.

Ο Brooks, εάν και πρόκειται για ένα θέμα στο οποίο πιστεύω πως όποιος το διαβάζει ταυτίζεται ή με τον πατέρα ή με την κόρη, ή του δίνεται η ευκαιρία να κάνει απίστευτες προβολές, δεν πέφτει στη “παγίδα”.  Αντιθέτως, στέκεται στο τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε και ξε-μαθαίνουμε οι άνθρωποι συμπεριφορές, η ύπαρξη των οποίων κάποτε εξυπηρετούσαν ένα σκοπό, όμως στο τώρα, στο σήμερα μας μπλοκάρουν ή μας ταλαιπωρούν.  Δείχνει σαφή προτίμηση σε μπηχεβιοριστικές προσεγγίσεις ως τον καλύτερο τρόπο αλλαγής συμπεριφορών.

Διαβάζοντάς το, αμέσως θυμήθηκα ένα καυγά που είχα με τον πατέρα μου πριν πολλά χρόνια. Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων. Τότε, έμενα ακόμα με τους γονείς και τ’αδέρφια μου και η κατάσταση ήταν αρκετά δυσάρεστη από την άποψη πως όταν συναντιόμασταν δεν ανταλλάσαμε κουβέντα. Είχα θυμώσει, πέρναγα από δίπλα του και έκανα πως δεν υπάρχει, σχεδίαζα διάφορα εκδικητικά σενάρια που είχαν να κάνουν με τα λουλούδια του που τόσο πολύ αγαπάει και σκεφτόμουνα “εάν δεν μου μιλήσεις πρώτος, εγώ δεν πρόκειται να σου ξαναμιλήσω”. Μιλήσαμε 25 μέρες μετά. Στις 18 Ιανουαρίου.

Δεν στάθηκα καθόλου σ’αυτά που λέει το άρθρο για τον μπηχεβιορισμό, για το ποιος είναι ο πιο σωστός τρόπος να μάθει ένας άνθρωπος κλπ. αλλά στο πόσο θυμωμένη είναι με τον πατέρα της για να φτάσει στο σημείο να δώσει αυτό το γράμμα για δημοσίευση. Ο Brooks γράφει με σιγουριά πως το έκανε για διαφημιστικούς λόγους αλλά και γω με την ίδια σιγουριά γράφω πως δεν κάνεις κάτι τέτοιο εάν δεν είσαι πραγματικά θυμωμένος, πληγωμένος και δεν έχεις ανοιχτούς λογαριασμούς με τον πατέρα σου ή με κάποιον που σημαίνει για σένα πολλά.

Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε η γνώση -που την αποκτάς μόνο βιωματικά- για τη χρησιμότητα των ανθρώπων να μην αφήνουν ανοιχτούς λογιαριασμούς με το παρελθόν. Οι ανολοκλήρωτες εμπειρίες και τα συναισθήματα επιμένουν στη μνήμη μας ζητώντας την ολοκλήρωσή τους. Αφορούν στις ανάγκες που δεν έχουν ικανοποιηθεί, καθώς και σε συναισθήματα που δεν έχουν εκφραστεί και τα οποία συνδέονται με αναμνήσεις του παρελθόντος. Οι ανοιχτοί λογαριασμοί ζητούν την ολοκλήρωσή τους και εάν αυτό δεν γίνει, παραμένουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι. Όταν ο ανοιχτός λογαριασμός κλείσει, και με μπηχεβιοριστικές μεθόδους αυτό δεν είναι εφικτό, τότε δεν έχουμε την ανάγκη να πονέσουμε ή να τιμωρήσουμε αυτόν που δεν μας έδωσε όλα όσα είχαμε ανάγκη όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν ήξερε.

Οι μπηχεβιοριστικές προσεγγίσεις προσωπικά δεν μου ταιριάζουν. Όμως, όποιος ενδιαφέρεται να διαβάσει περισσότερα για το θέμα, το How to break habits του Charles Duhigg είναι στη λίστα με τα καλύτερα βιβλία ψ του 2012.

Η καινούργια χρονιά είναι κοντά και ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να κάνουμε κάτι για παλιές υποθέσεις που μας ταλαιπωρούν.

Χρόνια Πολλά!