Το κατάρτι του Οδυσσέα

Έγραφα με το ζόρι ένα ποστ που όλο τελείωνα και ποτέ δεν άρχιζα και είχε να κάνει με μια τοποθέτηση πάνω σ’ένα άρθρο που είχα διαβάσει πριν καιρό. Μόλις είχα γράψει την πρόταση «έχει φτάσει πλέον η στιγμή να προβληματιστούν σοβαρά οι ψυχοθεραπευτές πάνω στον καινούργιο τους ρόλο ως υπαρξιακών καθοδηγητών» όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου και άκουσα έναν αγαπημένο φίλο να μου λέει: «Νάσια, με άφησε. Είμαι στη δουλειά και μάλλον κάτι έπαθα γιατί δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου»

Φαντάζομαι αρκετοί από εμάς έχουμε βρεθεί σε παρόμοια θέση. Να μας συμβεί κάτι «έτσι ξαφνικά» και να παγώσουμε, να παραλύσουμε, να νιώθουμε πως χάνουμε τη γη και τον ουρανό, να σκεφτούμε να καλέσουμε το 166 να έρθει να μας μαζέψει.

Όταν κάποιος είναι σε θεραπεία τα πράγματα ίσως να είναι λίγο καλύτερα απ’ την άποψη ότι ο ψυχοθεραπευτής θα μπει σε mode «παρέμβαση στην κρίση», δηλαδή όλα τα θέματα που δουλεύαμε μέχρι τότε τα βάζουμε προσωρινά στην άκρη και αντιμετωπίζουμε αυτό που συμβαίνει στο εδώ και τώρα. Δεν είναι η ώρα να δουλέψουμε υπαρξιακά θέματα ούτε να δούμε τις επιλογές συντρόφων που κάνουμε, ούτε τη σχέση μας με τους γονείς. Αυτά αργότερα. Το σημαντικό είναι να καταφέρουμε να είμαστε κάπως λειτουργικοί. Έτσι λοιπόν, το ποστ αυτό είναι μια προσπάθεια να απαλύνει έστω και στο ελάχιστο τον πόνο -όχι τόσο των πρώτων ημερών αλλά των επόμενων- που νιώθει κάποιος όταν χωρίζει και δεν είναι σε θεραπευτική διαδικασία.

Όταν ακούω τέτοια περιστατικά, μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια τριών ανθρώπων.
Ο πρώτος είναι ο πατέρας μου που στην κατηγορία «σχέσεις» μου έχει δώσει μόνο δυο συμβουλές. Η μια είναι «παιδί μου, έαν δεν είσαι ευτυχισμένη και δεν περνάς καλά, να σηκώνεσαι να φεύγεις αλλά για να μπορείς να φεύγεις δεν θα πρέπει να εξαρτάσαι οικονομικά από κανέναν»

Ο δεύτερος άνθρωπος είναι η επόπτριά μου που μου έμαθε –μέσω των θεμάτων των θεραπευόμενών μου αλλά και των δικών μου- να ακούω και να σέβομαι το «όχι», «δεν θέλω άλλο», «δεν σ’αγαπάω πια», τα όρια των άλλων ανθρώπων και πως μέσα απ’ τη στάση αποδοχής μιας δύσκολης κατάστασης αποκτώ επίγνωση αλλά κυρίως μαθαίνω να στέκομαι σε μένα και να κερδίζω τον αυτοσεβασμό.

Τον τρίτο άνθρωπο δεν τον ξέρω αλλά πρόσφατα είχα διαβάσει ένα άρθρο της – είναι μια διάσημη life coach, η οποία ζει στο Τέξας και χρεώνει 1000 δολάρια τη συνεδρία – στο οποίο ανάμεσα σε άλλα έγραφε: «Μην κυνηγάτε ποτέ κάποιον που δεν σας θέλει. Πείτε αμέσως τη φράση: έχω αρκετό αυτοσεβασμό στο να θέλω κάποιον που δεν με θέλει. Εάν έχετε εμμονή με κάποιον που δεν σας θέλει σας συνιστώ να τρέξετε – όχι να περπατήσετε – στον πιο κοντινό σας ψυχίατρο γιατί έχετε σοβαρό πρόβλημα το οποίο πρέπει να λύσετε άμεσα».

Σ’ αυτές τις τοποθετήσεις εγώ βλέπω κάτι κοινό. Την αποδοχή, τον αυτοσεβασμό, την προσωπική ευθύνη και το δικαίωμα στην ευτυχία.

Η φυσική τάση των ανθρώπων είναι να αποφεύγουμε τον πόνο γι’ αυτό συνήθως η πρώτη αντίδραση σε κάτι δύσκολο που μας έχει συμβεί είναι η άρνηση. Η άρνηση, είναι μια γνωστική κατάσταση όπου αναπτύσσεται μια είδους αντίσταση απέναντι στο τραυματικό γεγονός, απορρίπτοντάς το ως μη αληθές. Τη θέση της άρνησης θα την πάρουν άλλα συναισθήματα και θα περάσουμε διάφορα στάδια – τα οποία απλά είναι η προσπάθεια να διεργαστούμε την απώλειά μας- μέχρι να φτάσουμε στο ζητούμενο. Την αποδοχή. Αυτό δεν σημαίνει πως θα ξεχάσουμε από που μας έχει συμβεί ούτε ξαφνικά θα γίνουμε ευτυχισμένοι. Ίσως να έχουμε καταφέρει να αποδεσμεύσουμε κάθε ωραία ανάμνηση από την επιθυμία και την προσδοκία να την ξαναζήσουμε με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Ίσως καταφέρουμε να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στις ευχάριστες αναμνήσεις και στα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που έφυγε έτσι ώστε να τον δούμε ολόκληρο, με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του.

Αρκετά συχνά βλέπω –μου έχει συμβεί και μένα φυσικά- μια τάση για έλεγχο του άλλου μέσω της φράσης «θα τον/την κάνω να». Μην μπείτε σ’αυτό. Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να καθυστερήσετε τη διαδικασία της επούλωσης. Οι άνθρωποι κάνουν αυτό που θέλουν να κάνουν οι ίδιοι. Αισθάνονται με τον τρόπο που οι ίδιοι θέλουν να αισθανθούν, σκέπτονται αυτό που θέλουν να σκεφτούν, κάνουν τα πράγματα που θεωρούν ότι είναι υποχρεωμένοι να κάνουν, και θα αλλάξουν μόνο όταν εκείνοι είναι έτοιμοι να αλλάξουν. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε άλλους ανθρώπους. Κάθε προσπάθεια άσκησης ελέγχου είναι μια αυταπάτη και ψευδαίσθηση. Κανένα είδος ελέγχου που εμείς θα ασκήσουμε δεν μπορεί να επιφέρει μόνιμες ή επιθυμητές αλλαγές σε έναν άλλον άνθρωπο. Ορισμένες φορές μπορεί να κάνουμε πράγματα που θα αυξήσουν την πιθανότητα στο να θελήσει να αλλάξει ο άλλος. Αυτό, όμως, ούτε μπορούμε να το εγγυηθούμε, ούτε να το ελέγξουμε.

Το μόνο άτομο που μπορούμε να μεταβάλουμε και στο οποίο έχουμε δικαιοδοσία ελέγχου είναι ο εαυτός μας. Όπως ο Οδυσσέας δέθηκε στο κατάρτι του πλοίου του και κατάφερε να αποφύγει τη γοητεία των Σειρήνων και σώθηκε, έτσι και σε μια δύσκολη στιγμή, όπως ένας χωρισμός, αυτό που έχουμε είναι το δικό μας κατάρτι. Το εσωτερικό μας κατάρτι, ο εαυτός μας, ο τρόπος που θα μείνουμε στη θέση μας και όχι στον άλλον άνθρωπο γιατί εκεί υπάρχει μόνο το χάσιμο. Το κατάρτι θα μας βοηθήσει να μην ξεχάσουμε τον προορισμό μας, να μην πνιγούμε.

Έχω ξαναγράψει παλιότερα για την παρουσία των φίλων σε πολύ δύσκολες στιγμές μου, πόσο πολύτιμη ήταν η βοήθειά τους και πόσο ευγνώμων θα είμαι για πάντα. Το λεγόμενο υποστηρικτικό πλαίσιο. Η δική μου βοήθεια ήταν να κάνω καθαρό σ’εκείνους τι με βοηθάει. Εκείνοι, ήταν «απλά» εκεί και άκουγαν ακούραστα τα ίδια και τα ίδια. Για κάποιο διάστημα θα πρέπει να ένιωθαν πρωταγωνιστές στο sequel «η μέρα της μαρμότας». Ακόμα και εάν είστε άνθρωποι εσωστρεφείς και έχετε μάθει να έχετε συμπεριφορά γάτας όταν πληγώνεστε ή όταν αρρωσταίνετε, φροντίστε τον πρώτο καιρό να έχετε δίπλα σας έστω και έναν άνθρωπο.

Μην κατηγορείτε τον εαυτό σας που πίστεψε, που αφέθηκε και κυρίως μην παίρνετε τη συμπεριφορά των άλλων ως αντανάκλαση της δική σας αυτοαξίας. Μην έχετε την απαίτηση να φύγετε γρήγορα και εύκολα απ’τον πόνο. Η απώλεια είναι προσωπική υπόθεση και ο καθένας τη βιώνει με διαφορετικό τρόπο, σε διαφορετικά χρονικά πλαίσια και με διαφορετική ένταση. Να είστε μαλακοί, τρυφεροί και φροντιστικοί μ’εσάς. Αργότερα θα μπορέσετε να αποκτήσετε την επίγνωση τί κάνατε και πώς το κάνατε μέσα σ’αυτή τη σχέση. Όχι για να αποδώσετε ευθύνες. Δεν έχει σημασία ποιος φταίει. Αλλά γιατί έτσι θα μπορέσετε να ενσωματώσετε αυτή την εμπειρία, να την μετατρέψετε σε κάτι που αξίζει.

Να θυμάστε, το μόνο μέρος απ’όπου μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα, είναι από εκεί που βρισκόμαστε.
Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 20/10/2015

Advertisements

You give loVe a bad name

Image

You give loVe a bad name

Σύμφωνα με τον Observer είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία του 2012.
Ο Δρ. Robin Dunbar, Καθηγητής εξελεγκτικής ψυχολογίας στο Πανεπιστημίο της Οξφόρδης και επίσης γνωστός για τη θεωρία του “Dunbar’s number”, προσπαθεί -όχι τόσο επιτυχημένα κατά την άποψή μου- να διερευνήσει ερωτήματα τύπου τί συμβαίνει στον εγκέφαλό μας όταν τα βλέμματά μας συναντιούνται; γιατί προσπαθούμε και αποτυγχάνουμε να είμαστε μονογαμικοί; πώς επιλέγουμε συντρόφους και κατά πόσο τα γονίδιά μας πλήττουν τη συμπεριφορά μας;
Ο Δρ. Dunbar, είναι αρκετά συνεπαρμένος με τις υπερδυνάμεις των γονιδίων και των ορμονών που δρουν στο σώμα και στον εγκέφαλο και καθορίζουν τη συμπεριφορά μας. Ισχυρίζεται, πως τα γονίδια (MHC) καθορίζουν αντιδράσεις και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή συντρόφου. Μάλιστα, η τάση μας είναι να επιλέγουμε ανθρώπους με διαφορετικά (MHC) γονίδια έτσι ώστε οι απόγονοί μας να έχουν γερό και ανθεκτικό ανοσοποιητικό σύστημα. Σε μια μελέτη που πήραν μέρος 48 ζευγάρια, οι γυναίκες βαθμολόγησαν το σεξουαλικό τους ενδιαφέρον στο σύντροφό τους πολύ ψηλότερα όταν μοιράστηκαν λιγότερα (MHC) αλληλόμορφα.

Οι άνθρωποι έχουμε αναπτύξει μια προδιάθεση για μονογαμία παρά το γεγονός ότι το αυστηρά μονογαμικό ζευγάρωμα δεν προσφέρει σοβαρά πλεονεκτήματα, γράφει ο Καθηγητής. Διαβάζουμε επίσης πληροφορίες τύπου οι άνδρες προτιμούν τις γυναίκες με καμπύλες, οι νέες γυναίκες έχουν πάντα το προβάδισμα στην επιλογή, πως οι άνθρωποι όταν μεγαλώνουμε οι επιλογές μας μειώνονται και αναγκαζόμαστε να συμβιβαζόμαστε με δεύτερες, τρίτες κλπ επιλογές και φυσικά πως επιλέγουμε συντρόφους που μοιάζουν στους γονείς μας.

Είναι αλήθεια, πως η φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης. Αυτό όμως, είναι διαφορετικό και κυρίως περιοριστικό από το να ισχυριζόμαστε πως πάντα επιλέγουμε συντρόφους που μοιάζουν στους γονείς μας. Όπως περιοριστικό είναι να λες πως όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος έχει λιγότερες επιλογές.
Διαφορετικές, ίσως. Λιγότερες, όχι.

Eκτός προγράμματος (αλλά επίκαιρο)-Μέρος Δεύτερο

Πέρα από το καθαρά προσωπικό κίνητρο που είχα για τη προχθεσινή διάλεξη, αμέσως μετά ακολουθούσε το επαγγελματικό κίνητρο.  Να μπορέσω να ενσωματώσω αυτά που άκουσα, στη θεραπευτική διαδικασία.  Η αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής ήταν γεμάτη και η Emmy van Daurzen συγκρατημένα εμψυχωτική και στηρικτική.  Λόγω της προσέγγισής της -υπαρξιακή ψυχοθεραπεύτρια- ακούσαμε αρκετές φιλοσοφικές έννοιες. Θα σταθώ σ’αυτά που κράτησα εγώ και είναι σημαντικά για μένα.

Η ζωή δεν έχει να κάνει ουσιαστικά με την ευτυχία. Η καθημερινότητα είναι συνήθως ένας δρόμος γεμάτος ύπουλα, απατηλά εμπόδια όπου καθένας από εμάς συναντά πολλές λύπες, χαρές και άλλα ανάμεικτα συναισθήματα.  Είμαστε εκτεθειμένοι σε αναπόφευκτες απώλειες και απογοητεύσεις, τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίσουμε προκειμένου να ελευθερώσουμε το δρόμο και να εκμεταλλευτούμε στο έπακρο τις υπόλοιπες επιλογές και ευκαιρίες.

Το “μυστικό” είναι να απολαύσουμε αυτή την περίπλοκη διαδικασία με το να την τιθασεύσουμε και όχι με το να βρεθούμε στο έλεός της ή να απελπιστούμε.  Δεν είναι καλό να την παρουσιάζουμε σαν ένα απλό, διασκεδαστικό παιχνίδι, δίνοντάς του μια ρομαντική διάσταση και κάνοντάς το να φαίνεται σαν ευχάριστη εκδρομή. Οι δυσκολίες είναι συνυφασμένες με τη ζωή. Ορισμένοι άνθρωποι είναι πιο δυνατοί από άλλους και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάποιοι είμαστε περισσότερο ευάλωτοι στο να νιώθουμε σύγχυση και απελπισία.  Κάποια γεγονότα θα μας βγάλουν από την ησυχία, την ηρεμία και την άνετη ζωή που σκεφτόμαστε ότι θα θέλαμε να απολαμβάνουμε.

Είναι δύσκολο να αποδεχθούμε κάτι τέτοιο, δεν μας αρέσει και έτσι σπαταλάμε πολύ χρόνο προσπαθώντας να υποκριθούμε ότι μπορούμε να απαλλαγούμε απο αυτές τις δυσάρεστες πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι η στιγμή που αρκετός κόσμος ξεκινάει ψυχοθεραπεία και έρχεται με επίμονες ερωτήσεις όπως “πότε θα μου περάσει ή “πες μου τι να κάνω”

Για μένα, η αποδοχή είναι ο μισός δρόμος. Να αποδεχθώ τη δυσκολία μου, τον περιορισμό μου. Να σταματήσω να προσπαθώ να διώξω κάθε δύσφορο και ενοχλητικό συναίσθημα. Εάν δεν περάσω μέσα από τον πόνο, πώς θα βγω; όσο πιο πολύ αντιστέκομαι σ’αυτό που μου συμβαίνει, τόσο περισσότερο μένω καθηλωμένη.

Η Έμυ ανέφερε να μην εστιάζουμε στο τι πηγαίνει στραβά σ’ένα άτομο, αλλά στο τι είναι αυτό που πηγαίνει καλά και το κάνει να θέλει να μάθει να αντιμετωπίζει καλύτερα τα προβλήματά του.   Ποιες είναι οι προσωπικές πηγές μου και τα ταλέντα που επιστρατεύω προκειμένου ν’αντιμετωπίσω τις δυσκολίες μου;

Με βοηθάει πολύ να θυμάμαι τις επιτυχίες μου στο τώρα και στο παρελθόν, να τις ανακαλώ και να προσπαθώ να επιλύω ότι με ταλαιπωρεί με κάποια προθυμία.
Το να ξεπερνάμε μια δυσκολία, ένα τραύμα δημιουργεί μια νέα αίσθηση εμπιστοσύνης στον εαυτό μας, στους άλλους και στη ζωή, καθώς πιστεύουμε ότι αφού μπορέσαμε να ξεπεράσουμε κάτι τέτοιο, τότε όλα μπορούν να ξεπεραστούν.

Απαντώντας στην ερώτηση που της έκαναν για το πως εκείνη αντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις και εάν έχει αλλάξει ο βαθμός ο οποίος την επηρεάζουν οι δυσκολίες είπε “Πάντα λέω, μακάρι να μην είναι μια μεγάλη δυσκολία. Μακάρι να μην πονέσω πολύ γιατί φοβάμαι ότι δεν θα μπορέσω να σταθώ πάλι στα πόδια μου. Όμως, παρόλο που έχω μεγαλώσει αρκετά, έχω αναπτύξει μεγαλύτερες αντοχές και αναγνωρίζω ότι η ζωή κάνει κύκλους και έχει φυσιολογικά σκαμπανεβάσματα”

Εκτός προγράμματος (αλλά επίκαιρο)

20 Μαϊου 2011-Αθήνα.  Στα πλαίσια εκπαιδευτικού προγράμματος, παρακολουθώ ένα βιωματικό σεμινάριο επιλογής με τίτλο: «Between Personal and Social-Coping with Crisis» με εισηγήτρια την Δρ. Nurith Levi. Όλοι οι συμμετέχοντες είναι ψυχοθεραπευτές. Κάποια στιγμή, η Νurith μας ζητάει να ζωγραφίσουμε πως αντιλαμβανόμαστε, πως βιώνουμε την παρούσα κατάσταση και μετά μας προσκαλεί να νοηματοδοτήσουμε τη ζωγραφιά μας.

Κάποιες ζωγραφιές τις θυμάμαι ακόμα. Οι περισσότερες με έντονα χρώματα, χωρίς συγκεκριμένο σχήμα. Λίγες ήταν με απαλά, φωτεινά χρώματα. Η δικιά μου ανάμεσα σ΄ αυτές. Στη μέση του χαρτιού, ένας κόκκινος ανεμοστρόβιλος σε σχήμα σπείρας – η κρίση που βιώναμε- μέσα στον ανεμοστρόβιλο μαύρα ανθρωπάκια με το χαμόγελο προς τα πάνω και στην κορυφή του χαρτιού, έξω απο τον ανεμοστρόβιλο, αρκετά καφέ ανθρωπάκια -το χρώμα της γης, σταθερότητας, πατάω καλά στα πόδια μου- με ροζ χαμόγελο -το χρώμα της αισιοδοξίας- με μεγάλα χέρια.  Ένας τεράστιος ήλιος -ζεστασιά, φως, ενέργεια- και πολλά δέντρα -πράσινο, το χρώμα της ελπίδας-.  Η ερμηνεία υπερβολικά απλή.  Πίστη ότι τα καφέ συνειδητοποιημένα ανθρωπάκια με τα μεγάλα χέρια θα κάνουν ότι μπορούν για να βοηθήσουν τους υπόλοιπους να βγουν από τη δίνη. Και όταν βρεθούν εκείνα στη δίνη, τότε, όσοι βοηθήθηκαν, θα κάνουν το ίδιο. Δεν θεωρούμαι ροζ άνθρωπος. Όμως, πιστεύω πάρα πολύ στη συλλογικότητα και στην ελπίδα.  Ελπίδα στον άνθρωπο και στις δυνατότητές του.

15 Ιουνίου 2012- Αθήνα.  Ομιλία με τίτλο: «Discovering values through crisis» με εισηγήτρια την Emmy Van Deurzen.  Σκέφτομαι τις δικές μου αρχές, τις δικές μου αξίες, τα δικά μου κρατήματα. Υπομονή,  επιμονή,  αντοχή  και προσαρμογή. Και δίπλα φίλοι με μεγάλα χέρια που κάνουν την καθημερινότητα χαρούμενη.  Δεν είναι και λίγα. Δεν νομίζω να μας ζητηθεί να ζωγραφίσουμε αυτή τη φορά. Δεν ξέρω τι θα ζωγράφιζα. Ξέρω σίγουρα ότι χωρίς ελπίδα δεν υπάρχει λόγος να προσπαθώ για τίποτα.

Oedipus Wrecks

Με μια φωτογραφία η οποία έχει πυροδοτήσει αντιδράσεις και αρκετές συζητήσεις στο διαδίκτυο,  το εξώφυλλο του περιοδικού TIME απεικονίζει μια 26χρονη μητέρα η οποία θηλάζει τον τριών ετών γιό της, που στέκεται σε μια καρέκλα. http://lightbox.time.com/2012/05/10/parenting/#1

Δεν έχω διαβάσει το άρθρο αλλά από την περιγραφή στο εξώφυλλο κατάλαβα ότι έχει να κάνει με την αυξανόμενη τάση της θεωρίας “του δεσμού”  την οποία παρουσιάζει με τον τρόπο του στο βιβλίο The Baby Book ο Bill και η Martha Sears, στο οποίο οι γυναίκες ενθαρρύνονται να θηλάζουν μέχρι τη νηπιακή ηλικία, να κοιμούνται μαζί με τα παιδιά τους και να τα έχουν συνέχεια μαζί τους “φορεμένα” σε μάρσιπο για να είναι όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο κοντά τους.

Βεβαίως, ο Bowlby (Attachment Theory, 1975) ο οποίος υπογράφει το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας και της θεωρίας η οποία -ανάμεσα σε άλλα- ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις που κάνουμε στην ενήλικη ζωή μας -και κυρίως οι ερωτικές- ακολουθούν τα ίδια βήματα και τους ίδιους μηχανισμούς με τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ γονιών και παιδιού, μίλησε απλά για τη σημαντικότητα σχηματισμού συναισθηματικού δεσμού ανάμεσα στο βρέφος και στο πρόσωπο αναφοράς-φροντίδας. (Bowlby, Ainsworth et al, 1978)

Η λέξη μητέρα δεν αναφέρεται και κάποιος μπορεί να το θεωρήσει αναμενόμενο αφού η μητέρα του Bowlby πίστευε ότι η προσοχή και η φροντίδα προς τα παιδιά είναι επικίνδυνη για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους.

Υπάρχουν εκείνοι που σοκάρονται με τη φωτογραφία.  Αναρρωτιέμαι, εάν στη φωτογραφία θήλαζε ένα κορίτσι και όχι ένα αγόρι θα υπήρχαν ίδιες αντιδράσεις; Φαντάζομαι, ότι πολλοί έκαναν το συνειρμό με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και το θεωρώ λογικό.  Υπαρχουν άλλοι που είπαν πως είναι απαράδεκτο να ενθαρρύνονται τέτοιες τάσεις γιατί καταλήγουν να γίνονται κακοποιητικές για τα παιδιά αφού συμβάλουν σε εξαρτητικές συμπεριφορές. Έχω δει ενήλικες, οι οποίοι παραμελήθηκαν ως παιδιά και όπως είναι φυσικό, κάνουν τη μια εξαρτητική σχέση μετά την άλλη.

Άλλοι, μίλησαν για τα παιδικά τραύματα του Sears και της Martha και ότι μ’αυτό τον τρόπο προσπαθούν να καλύψουν τα αναπτυξιακά τους κενά. Να προβάλουν τη δική τους ακάλυπτη ανάγκη στα παιδιά τους. Πάνω σ’αυτό το επιχείρημα, ένας φίλος μου είπε ότι πολλοί που δεν πήραν κάτι ως παιδιά θέλουν να το στερήσουν και στους άλλους. Αυτός τουλάχιστο κάνει το αντίθετο και αυτό είναι καλό. Η άποψή μου είναι ότι πάνω από το 90% των ψυχοθεραπευτών που γνωρίζω, συμπεριλαμβάνω και τον εαυτό μου, δεν επιλέξαμε αυτό το επάγγελμα για να βοήθησουμε όλους τους υπόλοιπους που έχουν προβλήματα. Όλοι για κάποιο λόγο κάνουμε επιλογές.

Όντως, τα πρώτα τρία χρόνια ενός παιδιού είναι καθοριστικά για τη συναισθηματική και ψυχολογική του ανάπτυξη. Η μη σύναψη αυτής της μοναδικής σχέσης με το πρόσωπο φροντίδας μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στη ψυχική υγεία του ατόμου στο μέλλον. Ο θηλασμός είναι ένας τρόπος για να συνάψεις σχέση με το παιδί σου. Όχι όμως ο μοναδικός.  Είναι άδικο και περιοριστικό να υπονοούμε ότι καλή μητέρα είναι αυτή που θηλάζει ή εκείνη που κοιμάται μαζί με το παιδί της ή το έχει συνέχεια κοντά της. Προσωπικά, αυτό που πάντα μου λείπει από παρόμοια άρθρα, είναι η αναφορά στο ρόλο του πατέρα στην υγιή ανάπτυξη του παιδιού.

Δεν ξέρω πόσο ευέλικτο είναι να λες ότι εάν δεν κάνεις κάποια πράγματα το παιδί σου θα καταλήξει προβληματικό και δεν θα μπορεί να κάνει ποτέ μια υγιή σχέση.  Μπορεί να δυσκολευτεί, όμως, ένας άνθρωπος μπορεί να βρει το θάρρος να προχωρήσει συναισθηματικά και να οδηγηθεί προς επιλογές που θα τον βοηθήσουν να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του και να δημιουργήσει μια υγιή κατάσταση για το μέλλον του.

Όταν είδα τη φωτογραφία αμέσως σκέφτηκα τα λόγια ενός ψυχοθεραπευτή που εκτιμώ πολύ και δεν θα ξεχάσω ποτέ
“Τα παιδιά χρειάζονται αποδοχή, ενθάρρυνση και εμπιστοσύνη. Εάν τα νιώσουν αυτά, και νηστικά που λέει ο λόγος να τ’αφήσεις, θα είναι καλά”

 

ΥΓ: Ο τίτλος του ποστ είναι από την ταινία Ιστορίες της Νέας Υόρκης του Γούντυ Άλλεν στην οποία ακούγεται το λογοπαίγνιο Oedipus Wrecks (συντρίμια ναυαγίου) αντί για Oedipus Rex (Οιδίππους τύραννος)

Αναδημοσίευση στο Marie Claire στις 14-5-2012 http://www.marieclaire.gr/women/psycho/article/929/oedipus-wrecks—skepseis-gia-to-ekswfyllo-poy-dixazei/

Κάθε τέλος, μια αρχή

Για κάποιους είναι απλά αλλαγή του χρόνου. Για άλλους, η καινούργια χρονιά συμβολίζει το ξεκίνημα ενός καλύτερου αύριο, οπότε υπάρχει καλύτερη ευκαιρία για να κάνει κάποιος μια νέα αρχή;

Διάβαζα πριν λίγες μέρες μια έρευνα η οποία έδειχνε ότι μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, το 75% των υποσχέσεων που δίνουμε για τη νέα χρονιά έχουν ήδη ξεχαστεί και μέχρι το Φεβρουάριο, το ποσοστό θα ξεπεράσει το 90%.

Εάν κρίνω από μένα, ισχύει -με κάποιες λαμπρές εξαιρέσεις- οπότε ποιος ο λόγος να δίνει κάποιος υποσχέσεις στον εαυτό του τις οποίες δεν πρόκειται να τηρήσει; το περίεργο είναι ότι έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους οι οποίοι όταν πρόκειται να τηρήσουν υποσχέσεις που αφορούν άλλους είναι συνεπέστατοι, ενώ όταν πρόκειται για τους ίδιους, δυσκολεύονται πολύ.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να τηρούμε τις υποσχέσεις που δίνουμε στον εαυτό μας; Για μένα, το “πρέπει” και το “υποχρεωτικό” λειτουργεί κατασταλτικά.  Παρόλο που γνωστικά πάντα έβγαζαν νόημα και οι προθέσεις μου ήταν οι καλύτερες για εκείνη την εποχή, αυτό δεν ήταν αρκετό για να με κάνουν να “δεσμευτώ”. Ναι, ήθελα ν’αλλάξω γιατί χωρίς αλλαγή, ήμουν σίγουρη ότι θα παραμείνω όπως ήμουν, θα έκανα πράγματα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και με τα ίδια αποτελέσματα. Όποιος έχει προσπαθήσει να αλλάξει τον τρόπο που σκέφτεται, που αισθάνεται, ή κάποια συμπεριφορά του, γνωρίζει πόσο δύσκολο είναι και πόση ματαίωση μπορεί να βιώσει.

Έτσι λοιπόν, αποφάσισα, για πρώτη φορά να το κάνω κάπως αλλιώς.  Κάπως διαφορετικά.  Να μη δώσω υπόσχεση. Να μη με δεσμεύσω με πρέπει αλλά με θέλω. Να ζω τη ζωή παρά να συζητώ γι’αυτήν. Να δρω και να βιώνω, παρά να αναλύω.  Να επικεντρώνομαι περισσότερο στην εμπειρία, παρά στη σκέψη.  Να ζω στο τώρα αντί να αναλύω το παρελθόν. Να βιώσω το υπαρξιακό παράδοξο, όπου η αλλαγη συμβαίνει, όταν γινόμαστε αυτό που είμαστε και όχι, όταν προσπαθούμε να γίνουμε αυτό που δεν είμαστε.  Αυτές είναι οι φετεινές υποσχέσεις στον εαυτό μου:-)

Καλή Χρονιά