Το κατάρτι του Οδυσσέα

Έγραφα με το ζόρι ένα ποστ που όλο τελείωνα και ποτέ δεν άρχιζα και είχε να κάνει με μια τοποθέτηση πάνω σ’ένα άρθρο που είχα διαβάσει πριν καιρό. Μόλις είχα γράψει την πρόταση «έχει φτάσει πλέον η στιγμή να προβληματιστούν σοβαρά οι ψυχοθεραπευτές πάνω στον καινούργιο τους ρόλο ως υπαρξιακών καθοδηγητών» όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου και άκουσα έναν αγαπημένο φίλο να μου λέει: «Νάσια, με άφησε. Είμαι στη δουλειά και μάλλον κάτι έπαθα γιατί δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου»

Φαντάζομαι αρκετοί από εμάς έχουμε βρεθεί σε παρόμοια θέση. Να μας συμβεί κάτι «έτσι ξαφνικά» και να παγώσουμε, να παραλύσουμε, να νιώθουμε πως χάνουμε τη γη και τον ουρανό, να σκεφτούμε να καλέσουμε το 166 να έρθει να μας μαζέψει.

Όταν κάποιος είναι σε θεραπεία τα πράγματα ίσως να είναι λίγο καλύτερα απ’ την άποψη ότι ο ψυχοθεραπευτής θα μπει σε mode «παρέμβαση στην κρίση», δηλαδή όλα τα θέματα που δουλεύαμε μέχρι τότε τα βάζουμε προσωρινά στην άκρη και αντιμετωπίζουμε αυτό που συμβαίνει στο εδώ και τώρα. Δεν είναι η ώρα να δουλέψουμε υπαρξιακά θέματα ούτε να δούμε τις επιλογές συντρόφων που κάνουμε, ούτε τη σχέση μας με τους γονείς. Αυτά αργότερα. Το σημαντικό είναι να καταφέρουμε να είμαστε κάπως λειτουργικοί. Έτσι λοιπόν, το ποστ αυτό είναι μια προσπάθεια να απαλύνει έστω και στο ελάχιστο τον πόνο -όχι τόσο των πρώτων ημερών αλλά των επόμενων- που νιώθει κάποιος όταν χωρίζει και δεν είναι σε θεραπευτική διαδικασία.

Όταν ακούω τέτοια περιστατικά, μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια τριών ανθρώπων.
Ο πρώτος είναι ο πατέρας μου που στην κατηγορία «σχέσεις» μου έχει δώσει μόνο δυο συμβουλές. Η μια είναι «παιδί μου, έαν δεν είσαι ευτυχισμένη και δεν περνάς καλά, να σηκώνεσαι να φεύγεις αλλά για να μπορείς να φεύγεις δεν θα πρέπει να εξαρτάσαι οικονομικά από κανέναν»

Ο δεύτερος άνθρωπος είναι η επόπτριά μου που μου έμαθε –μέσω των θεμάτων των θεραπευόμενών μου αλλά και των δικών μου- να ακούω και να σέβομαι το «όχι», «δεν θέλω άλλο», «δεν σ’αγαπάω πια», τα όρια των άλλων ανθρώπων και πως μέσα απ’ τη στάση αποδοχής μιας δύσκολης κατάστασης αποκτώ επίγνωση αλλά κυρίως μαθαίνω να στέκομαι σε μένα και να κερδίζω τον αυτοσεβασμό.

Τον τρίτο άνθρωπο δεν τον ξέρω αλλά πρόσφατα είχα διαβάσει ένα άρθρο της – είναι μια διάσημη life coach, η οποία ζει στο Τέξας και χρεώνει 1000 δολάρια τη συνεδρία – στο οποίο ανάμεσα σε άλλα έγραφε: «Μην κυνηγάτε ποτέ κάποιον που δεν σας θέλει. Πείτε αμέσως τη φράση: έχω αρκετό αυτοσεβασμό στο να θέλω κάποιον που δεν με θέλει. Εάν έχετε εμμονή με κάποιον που δεν σας θέλει σας συνιστώ να τρέξετε – όχι να περπατήσετε – στον πιο κοντινό σας ψυχίατρο γιατί έχετε σοβαρό πρόβλημα το οποίο πρέπει να λύσετε άμεσα».

Σ’ αυτές τις τοποθετήσεις εγώ βλέπω κάτι κοινό. Την αποδοχή, τον αυτοσεβασμό, την προσωπική ευθύνη και το δικαίωμα στην ευτυχία.

Η φυσική τάση των ανθρώπων είναι να αποφεύγουμε τον πόνο γι’ αυτό συνήθως η πρώτη αντίδραση σε κάτι δύσκολο που μας έχει συμβεί είναι η άρνηση. Η άρνηση, είναι μια γνωστική κατάσταση όπου αναπτύσσεται μια είδους αντίσταση απέναντι στο τραυματικό γεγονός, απορρίπτοντάς το ως μη αληθές. Τη θέση της άρνησης θα την πάρουν άλλα συναισθήματα και θα περάσουμε διάφορα στάδια – τα οποία απλά είναι η προσπάθεια να διεργαστούμε την απώλειά μας- μέχρι να φτάσουμε στο ζητούμενο. Την αποδοχή. Αυτό δεν σημαίνει πως θα ξεχάσουμε από που μας έχει συμβεί ούτε ξαφνικά θα γίνουμε ευτυχισμένοι. Ίσως να έχουμε καταφέρει να αποδεσμεύσουμε κάθε ωραία ανάμνηση από την επιθυμία και την προσδοκία να την ξαναζήσουμε με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Ίσως καταφέρουμε να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στις ευχάριστες αναμνήσεις και στα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που έφυγε έτσι ώστε να τον δούμε ολόκληρο, με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του.

Αρκετά συχνά βλέπω –μου έχει συμβεί και μένα φυσικά- μια τάση για έλεγχο του άλλου μέσω της φράσης «θα τον/την κάνω να». Μην μπείτε σ’αυτό. Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να καθυστερήσετε τη διαδικασία της επούλωσης. Οι άνθρωποι κάνουν αυτό που θέλουν να κάνουν οι ίδιοι. Αισθάνονται με τον τρόπο που οι ίδιοι θέλουν να αισθανθούν, σκέπτονται αυτό που θέλουν να σκεφτούν, κάνουν τα πράγματα που θεωρούν ότι είναι υποχρεωμένοι να κάνουν, και θα αλλάξουν μόνο όταν εκείνοι είναι έτοιμοι να αλλάξουν. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε άλλους ανθρώπους. Κάθε προσπάθεια άσκησης ελέγχου είναι μια αυταπάτη και ψευδαίσθηση. Κανένα είδος ελέγχου που εμείς θα ασκήσουμε δεν μπορεί να επιφέρει μόνιμες ή επιθυμητές αλλαγές σε έναν άλλον άνθρωπο. Ορισμένες φορές μπορεί να κάνουμε πράγματα που θα αυξήσουν την πιθανότητα στο να θελήσει να αλλάξει ο άλλος. Αυτό, όμως, ούτε μπορούμε να το εγγυηθούμε, ούτε να το ελέγξουμε.

Το μόνο άτομο που μπορούμε να μεταβάλουμε και στο οποίο έχουμε δικαιοδοσία ελέγχου είναι ο εαυτός μας. Όπως ο Οδυσσέας δέθηκε στο κατάρτι του πλοίου του και κατάφερε να αποφύγει τη γοητεία των Σειρήνων και σώθηκε, έτσι και σε μια δύσκολη στιγμή, όπως ένας χωρισμός, αυτό που έχουμε είναι το δικό μας κατάρτι. Το εσωτερικό μας κατάρτι, ο εαυτός μας, ο τρόπος που θα μείνουμε στη θέση μας και όχι στον άλλον άνθρωπο γιατί εκεί υπάρχει μόνο το χάσιμο. Το κατάρτι θα μας βοηθήσει να μην ξεχάσουμε τον προορισμό μας, να μην πνιγούμε.

Έχω ξαναγράψει παλιότερα για την παρουσία των φίλων σε πολύ δύσκολες στιγμές μου, πόσο πολύτιμη ήταν η βοήθειά τους και πόσο ευγνώμων θα είμαι για πάντα. Το λεγόμενο υποστηρικτικό πλαίσιο. Η δική μου βοήθεια ήταν να κάνω καθαρό σ’εκείνους τι με βοηθάει. Εκείνοι, ήταν «απλά» εκεί και άκουγαν ακούραστα τα ίδια και τα ίδια. Για κάποιο διάστημα θα πρέπει να ένιωθαν πρωταγωνιστές στο sequel «η μέρα της μαρμότας». Ακόμα και εάν είστε άνθρωποι εσωστρεφείς και έχετε μάθει να έχετε συμπεριφορά γάτας όταν πληγώνεστε ή όταν αρρωσταίνετε, φροντίστε τον πρώτο καιρό να έχετε δίπλα σας έστω και έναν άνθρωπο.

Μην κατηγορείτε τον εαυτό σας που πίστεψε, που αφέθηκε και κυρίως μην παίρνετε τη συμπεριφορά των άλλων ως αντανάκλαση της δική σας αυτοαξίας. Μην έχετε την απαίτηση να φύγετε γρήγορα και εύκολα απ’τον πόνο. Η απώλεια είναι προσωπική υπόθεση και ο καθένας τη βιώνει με διαφορετικό τρόπο, σε διαφορετικά χρονικά πλαίσια και με διαφορετική ένταση. Να είστε μαλακοί, τρυφεροί και φροντιστικοί μ’εσάς. Αργότερα θα μπορέσετε να αποκτήσετε την επίγνωση τί κάνατε και πώς το κάνατε μέσα σ’αυτή τη σχέση. Όχι για να αποδώσετε ευθύνες. Δεν έχει σημασία ποιος φταίει. Αλλά γιατί έτσι θα μπορέσετε να ενσωματώσετε αυτή την εμπειρία, να την μετατρέψετε σε κάτι που αξίζει.

Να θυμάστε, το μόνο μέρος απ’όπου μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα, είναι από εκεί που βρισκόμαστε.
Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 20/10/2015

Advertisements

Στη χώρα του Πάνα

Ο Πάνας ήταν Θεός που συνήθιζε να επισκέπτεται ανθρώπους  στο μεσημεριανό κυρίως ύπνο και να τους προκαλεί πανικό. Μάλιστα οι Αθηναίοι, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης  προς  το πρόσωπό του -μιας και  τον θεώρησαν σημαντικό συντελεστή στη νίκη τους κατά των Περσών, αφού με τις άγριες κραυγές του έσπειρε τον πανικό – ίδρυσαν ένα ιερό σε μια σπηλιά βορειοδυτικά της Ακρόπολης .  Γι’αυτό και η λέξη πανικός λένε πως ετυμολογείται από τον Πάνα.

Σήμερα, δεν πιστεύουμε στον Πάνα. Ωστόσο, μεγάλος αριθμός του πληθυσμού ταλαιπωρείται από φοβίες και κρίσεις πανικού τις οποίες όσοι τις βιώνουν νιώθουν παράλυση, ακινητοποίηση και μια κατάσταση μη αναστρέψιμη. “Θα μείνω για πάντα έτσι” είναι μια πολύ συχνή φράση και η αλήθεια είναι πως όταν μας συμβαίνουν τέτοια επεισόδια υπάρχει υπερβολική κινητικότητα στη σκέψη -εκτός απ’το σώμα- η κρίση μας δεν είναι η καλύτερη δυνατή και έχουμε την τάση να ερμηνεύουμε γεγονότα μόνο όπως θέλουμε αφού σκέψη και αισθήσεις είναι διαστρεβλωμένες.

Ξαφνικά νιώθεις πως κάτι πολύ λάθος σου συμβαίνει και πιστεύεις πως θα χάσεις τον έλεγχο. Τα σωματικά συμπτώματα που αισθάνεσαι είναι τόσο πραγματικά και μοιάζουν τόσο με αυτά των σοβαρών ασθενειών  που σκέφτεσαι πως έχεις κάτι παρόμοιο και πως θα πεθάνεις. Μέσα στα επόμενα δέκα λεπτά τα συμπτώματα έχουν κορυφωθεί και στη συνέχεια σιγά σιγά σβήνουν, όμως, σ’έχουν αφήσει στραγγισμένο από ενέργεια, ανήσυχο, τρομαγμένο και εύχεσαι όταν σου ξανασυμβεί να μην είσαι κάπου έξω με κόσμο.

Το θεωρείς ένδειξη αδυναμίας και είσαι σίγουρος πως οι άλλοι δεν μπορούν να καταλάβουν –εξάλλου το μόνο που ξέρουν να πουν είναι ένα έλα μωρέ, χαλάρωσε, θα περάσει-.  Αρχίζεις και ψάχνεις.  Η καλή περίπτωση είναι να πας σε γιατρό και να ξεκινήσεις σειρά εξετάσεων. Θα πας σε παθολόγο, καρδιολόγο, ωριλά, θα κάνεις εγκεφαλογράφημα. Η κακή, κάκιστη περίπτωση είναι να αρχίσεις να γκουγκλάρεις τα συμπτώματα και εκεί, θα σιγουρευτείς πως κάτι πραγματικά κακό σου συμβαίνει.

Κάποιος γνωστός θα σου πει να πας σε ψυχοθεραπευτή. Αφού περάσει λίγος καιρός ακόμα και δεις πως η ταλαιπωρία συνεχίζεται, σκέφτεσαι να πιεις και αυτό το πικρό ποτήρι.

Φανερά κουρασμένος, απογοητεύμενος και φοβισμένος για πολλοστή φορά θα εξιστορήσεις  αυτό που σου συμβαίνει.  Ειλικρινά δεν καταλαβαίνεις τι κάνεις εκεί, η διαδικασία σου φαίνεται αργή, ενώ εσύ θες ένα γρήγορο αποτέλεσμα.

Όμως, αυτά που ακούς δεν σου φαίνονται παράλογα και το πιο σημαντικό είναι πως στην παρούσα φάση δεν ακουμπάτε παλιά θέματα. Το πρώτο που μαθαίνεις είναι πως τα σήματα του σώματός σου δεν είναι απειλή αλλά προστασία.  Μαθαίνεις πόσο σημαντική και υποστηρικτική είναι η αναπνοή και με το να σταθείς λίγο και να πάρεις μερικές ήρεμες αναπνοές είναι ένας σίγουρος τρόπος να χαλαρώσεις και να έρθεις στο εδώ και τώρα.

Αντί να λές «τι έπαθα τώρα, γιατί το έπαθα τώρα αυτό;» λες απλά, «είμαι αγχωμένος, ζαλίζομαι, έχω ταχυκαρδία, τι χρειάζομαι; Χρείαζομαι να πάρω μερικές αναπνοές, να καθίσω λίγο ή να ξεκουραστώ» Μ’αυτό τον τρόπο μαθαίνεις να μην κολλάς στο ερέθισμα και να αναγνωρίζεις τις ανάγκες σου. Η ελαφριά άσκηση θα σε βοηθήσει και με τις καινούργιες συνδέσεις που έχεις κάνει θα ξέρεις πως αυτό που σου συμβαίνει δεν είναι ένδειξη αδυναμίας ούτε πρέπει να ντρέπεσαι για κάτι. Αρχίζεις και μαθαίνεις τι είναι αυτό που σε ανακουφίζει και όταν σου συνέβη πάλι, ήταν πολύ διαφορετικά. Συμφωνείς με την άποψη πως ως ένα βαθμό, το άγχος μας κινητοποιεί, μας προετοιμάζει για κάποιες δύσκολες καταστάσεις και κάποιες φορές όταν το άγχος είναι ανύπαρκτο ή πολύ χαμηλό, μπορεί να επηρεαστεί και η απόδοσή μας.

Εντυπωσιάζεσαι πόσο γρήγορα άρχισαν τα συμπτώματα να υποχωρούν και νιώθεις χαρά, ανακούφιση και μεγαλύτερη σιγουριά.

Θες να μάθεις όλο και περισσότερα και θυμάσαι πως η φράση που σου είχε πει η ψ «κάποιες φορές τα συμπτώματα κρατάνε ζωντανό ένα θέμα για να λυθεί ο παλιός λογαριασμός» ίσως να μην ήταν τυχαία.

Όμως τώρα, αφού έχεις μάθει και αυτοϋποστηρίζεσαι, ίσως είσαι έτοιμος ν’ακούσεις περισσότερα γι’αυτό. Το σημαντικό ήταν πως ζήτησες βοήθεια.

Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 9/3/2015
Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/thema–kriseis-panikou–sti-xora-tou-pana-0#ixzz3UeoJnuqn

Ο Μεγάλος Θυμός

«Δεν πιστεύω όταν σ’έχει ενοχλήσεικάτι που σου είπε ή έκανε κάποιος να δείχνεις θυμωμένη ή πειραγμένη; Δεν θα δείξεις ποτέ πως θύμωσες. Όχι μόνο δεν θα σταματήσεις να μιλάς ή θα κρατάς μούτρα, αλλά, τότε είναι που θα κάνεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Μη δώσεις ποτέ τέτοια χαρά και ειδικά σε κάποιον τρίτο. Αποστασιοποιήσου με ευγένεια και αν περιμένεις αρκετά στην όχθη του ποταμού, θα δεις τα πτώματα των εχθρών σου να περνούν επιπλέοντας από μπροστά σου».

Έχω παρατηρήσει πως οι πλέον συνηθισμένοι τρόποι έκφρασης του θυμού είναι δυο. Ο ένας είναι αυτός που περιέγραψα παραπάνω και ο άλλος είναι η καθαρή ή η καλυμμένη επιθετικότητα. Κάποιοι φωνάζουν, χειροδικούν, εκτοξεύουν πράγματα, βρίζουν, απειλούν. Άλλοι χρησιμοποιούν ειρωνεία, χιούμορ ή παθητικοεπιθετικά σχόλια, άλλοι τερματίζουν απότομα σχέσεις γιατί φοβούνται τη σύγκρουση και άλλοι γίνονται απόμακροι, σιωπηλοί, ψυχροί ή θλιμένοι ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν τη συγκρότηση του εαυτού τους. Σε όλες αυτές τις συμπεριφορές υπάρχει κάτι κοινό. Ο φόβος ή οι ενοχές για το θυμό και το μπέρδεμα γύρω απ’αυτόν.

Ο θυμός είναι το πιο παρεξηγημένο, ενοχοποιημένο και το συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα. Έχει την εικόνα κάτι του μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά.  Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.

Ας φανταστούμε λοιπόν τι συμβαίνει εάν ένα παιδί στην προσπάθειά του να εκφράσει ένα συναίσθημα θυμού προς το γονιό έχει ν’αντιμετωπίσει αποδοκιμασία ή απόρριψη ή κάτι που θα βιώσει ως απώλεια αγάπης. Αρχίζει και καταγράφεται ως εμπειρία ότι η έκφραση του θυμού προκαλεί κινδύνους -ή να το πω πιο απλά, η “χασούρα” είναι μεγαλύτερη απ’το “κέρδος”-. Όμως ο θυμός είναι σχεδόν αναπόφευκτος και έτσι έρχεται η στιγμή που πρέπει να πάρει μερικές αποφάσεις για το τι να κάνει όταν τον νιώθει. Συνήθως αποφασίζει να σπρώξει το συναίσθημα προς το κάτω, να το κρατήσει μέσα του. Δεν είναι τυχαίο που τις περισσότερες φορές κάτω απ’τη θλίψη βρίσκεται θυμός που δεν έχει εκφραστεί και έχει αναστραφεί. Έτσι ξεκινάει η παρέμβαση στην υγιή ανάπτυξη. Ο οργανισμός όμως επιδιώκει συνεχώς να φτάσει σε ομοιόσταση με το να εκφράζονται τα συναισθήματα για να μπορέσει να επιτευχθεί μια αίσθηση ικανοποίησης, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την επόμενη ανάγκη του, συνεχίζοντας έτσι τον αέναο κύκλο της ανάπτυξής του. Η έκφραση του συναισθήματος θα γίνει με ή χωρίς τη συνεργασία της επίγνωσής μας.

Ο θυμός θα εκτονωθεί. Το παιδί -και αργότερα ως ενήλικας- μπορεί να αναστρέψει το θυμό του. Θα κάνει στον εαυτό του αυτό που θα ήθελε να κάνει στους άλλους.  Μπορεί να αυτοτραυματίζεται, να ξεριζώνει τούφες απ’τα μαλλιά του, να συσφίξει τους μυς προκαλώντας πονοκεφάλους κλπ. Κάποιος άλλος μπορεί να ανακλά το θυμό του χωρίς να εκφράζει το γνήσιο συναίσθημα σε καμία περίπτωση. Μετά από ένα διάστημα ξεχνά ακόμη και ποιο ήταν. Όμως, η ενέργεια παραμένει και πρέπει να εκφραστεί. Γίνεται σωματικά επιθετικό και νιώθει καλά αλλά όχι για πολύ. Δοκιμάζει ξανά προσπαθώντας να αναδημιουργήσει την καλή αίσθηση. Υπάρχουν και παιδιά που θα εκφραστούν σωματικά είτε με επεισόδια νυχτερινής ενούρησης είτε με τη συγκράτηση των κενώσεων. Αρκετά συνηθισμένο είναι και το να προβάλλουμε το θυμό μας σε άλλους και να φανταζόμαστε πως οι άλλοι είναι θυμωμένοι μαζί μας.  Ο θυμός είναι το πιο δύσκολο συναίσθημα που χρειάζεται να εκφράσει ένα παιδί. Μπορεί να βρει τον τρόπο για να εκφράσει άλλα συναισθήματα όπως φόβο ή χαρά αφού αυτά τα ανέχονται εύκολα οι γονείς και η κουλτούρα μας.  Έτσι, μεγαλώνει αντιμετωπίζοντας το θυμό ως κάτι κακό.

Τα καλά νέα είναι ότι οι άνθρωποι έχουμε τη δυνατότητα να ξεμάθουμε και να ξαναμάθουμε νομίζω τα πάντα. Για το πως εκφράζω το θυμό μου χωρίς να κακοποιώ ούτε εμένα ούτε τους άλλους, είμαι σίγουρη πως όλοι μπορούμε.
Ο λόγος που περιέγραψα τα παραπάνω είναι για να δούμε πόσο σημαντικό είναι να αποκτήσω επίγνωση για το τί κάνω και πώς το κάνω. Πότε θυμώνω, τι τον κάνω το θυμό μου; Είναι σημαντικό να δω πως ως παιδί δεν είχα επιλογές γιατί εξαρτιόμουν από άλλους. Όμως, στο σήμερα, ως ενήλικας έχω πολλές επιλογές.

Έχω την επιλογή να πω στον άλλον «όταν συμπεριφέρθηκες ή μου μίλησες μ’αυτόν τον τρόπο κλπ, εγώ θύμωσα και χρείαζομαι απόσταση ή να ακούσω συγγνώμη ή θέλω να το συζητήσουμε» Μοιράζεσαι το συναίσθημά σου και αυτό είναι σημαντικό γιατί έτσι όχι μόνο τοποθετείσαι σε μια σχέση, αλλά συμπεριλαμβάνεις και τον άλλον. Το να έχω θυμώσει μαζί σου και να μη στο λέω, δεν έχει καθόλου το «μαζί», είμαστε και οι δυο μόνοι μας. Όταν ρωτάω τους ανθρώπους «τι πιστεύεις πως θα συμβεί εάν πεις στον άλλον πως θύμωσες;» Η απάντηση είναι πάντα η ίδια. «Φοβάμαι πως η σχέση θα διαλυθεί». Αυτός ο φόβος είναι η καταγεγραμμένη εμπειρία που περιέγραψα παραπάνω. Εάν συνεχιστεί ο παλιός τρόπος, είναι βέβαιο πως η σχέση θα καταστραφεί. Ξέρω πως ακούγεται δύσκολο γι’αυτό πάντα προτείνω στην αρχή να το κάνουν με ανθρώπους και σε σχέσεις που αισθάνονται ασφαλείς. Με κάποιο καλό φίλο, ίσως αδέρφια, τον θεραπευτή τους. Βοηθάει επίσης να είναι απόλυτα ξεκάθαρο πως ο θυμός είναι απλά ένα συναίσθημα όπως τα υπόλοιπα, δεν έχει να κάνει με επιθετικότητα η οποία είναι συμπεριφορά.

Ο καινούργιος τρόπος έχει μόνο χαρά, ενηλικίωση, φροντίδα για τον εαυτό μου, για τους άλλους, τη σχέση και κυρίως, δεν αφήνω ανοιχτούς λογαριασμούς που είναι ένας σίγουρος τρόπος για να παραμείνουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι.

Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 20/2/2015 http://www.exostispress.gr/Article/o-megalos-thimos-0#.VOd5_dNryIs.facebook

Ό,τι αξίζει πονάει κι είναι δύσκολο;

«Βάλε με σ’ένα δωμάτιο γεμάτο γυναίκες, και θα ερωτευτώ αυτή με τα περισσότερα προβλήματα, αυτή που θα μου συμπεριφέρεται χειρότερα. Η αλήθεια είναι πως πάντα
μου άρεσαν οι προκλήσεις. Αν μια γυναίκα μου φέρεται πολύ καλά με απωθεί
” είπε το αγόρι με το γκρι κασκόλ στο διπλανό τραπέζι. “εμένα πάλι όλοι όσοι γνωρίζω και καταλάβουν πως ενδιαφέρομαι πραγματικά για εκείνους εξαφανίζονται. Δεν καταλαβαίνω πως γίνεται αυτό. Μαγνήτη έχω; γιατί να είμαι τόσο άτυχη;“.  Μου αρέσει πολύ να κρυφακούω συζητήσεις και αυτή ήταν από εκείνες που δεν γίνεται να τις αγνοήσεις. Στην αρχή χαμογελάς γιατί τις βρίσκεις χαριτωμένες και σκέφτεσαι πως και εσύ όταν ήσουν πιο νέα όχι μόνο τα έλεγες αλλά τα τραγουδούσες κιόλας, όμως, αμέσως μετά θυμάσαι πόσο έχεις ταλαιπωρηθεί και το χαμόγελο παγώνει.

Πολλοί άνθρωποι επιθυμούν μια στενή σχέση, όμως, εξαιτίας κάποιων τραυματικών γεγονότων ή δυσκολιών της παιδικής τους ηλικίας, βρίσκουν δύσκολο και πολλές φορές τρομακτικό το project “σχέση”. Κάποιοι, βίωσαν εγκατάλειψη -φυσική ή συναισθηματική- ενώ άλλοι, κάποιου είδους παραμέληση με αποτέλεσμα να έχουν την τάση να επιλέγουν ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διαθέσιμοι. Άνθρωποι που έχουν κακοποιηθεί είτε σωματικά είτε συναισθηματικά είτε λεκτικά επιλέγουν ανθρώπους που θα τους συμπεριφερθούν αναξιόπιστα όχι επειδή είναι άρρωστοι, ή χαζοί, αλλά επειδή η τάση όλων μας είναι να πηγαίνουμε στο γνώριμο, σ’αυτό που ξέρουμε. Τα τραυματικά γεγονότα που έχουμε βιώσει στην παιδική μας ηλικία έχουν δημιουργήσει μοτίβα και συνήθειες αρνητικών σκέψεων, συναισθημάτων ακόμα και συμπεριφορών, οι οποίες με τη σειρά τους γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες.

Ένα ακραίο -αλλά πολύ συνηθισμένο- αποτέλεσμα που μπορεί να προκύψει από την εγκατάλειψη ή την παραμέληση είναι η εξάρτηση από την αγάπη. Οι εξαρτώμενοι από την αγάπη (love addicts), έχοντας ακάλυπτες συναισθηματικές ανάγκες, επιδιώκουν να γεμίσουν αυτό το κενό.  Όπως είναι φυσικό, θα πάνε σ’αυτό που ξέρουν καλά απ’την ιστορία τους. Θα πάνε σ’αυτούς που αποφεύγουν την αγάπη (love avoidants) και θα τους ζητήσουν επίμονα, χειριστικά, να τους ταϊσουν τη “μπεμπελάκ” που δεν είχαν φάει πίσω στο χρόνο. Ο φόβος της εγκατάλειψης που βιώνουν είναι τόσο μεγάλος, που μπαίνουν σ’ένα κύκλο εμμονής και κυνηγητού του άλλου, ο οποίος φυσικά πιέζεται και φεύγει, το αντίθετο δηλαδή απ’αυτό που ήθελε ο εξαρτημένος, αλλά αυτό που υποσυνείδητα περίμενε. Αυτός ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται και βιώνονται από την αρχή τα ίδια ακριβώς οδυνηρά συναισθήματα που βιώνονταν και στο παρελθόν: εγκατάλειψη, φόβος, θυμός, πόνος, κενό και κυρίως λαχτάρα.

Απ’την άλλη πλευρά, αυτοί που αποφεύγουν την αγάπη, το κάνουν σηκώνοντας συστηματικά τοίχους για να αποφευχθεί η οικειότητα. Αποφεύγουν την οικειότητα δημιουργώντας ένταση έξω απ’τη σχέση, συνήθως με κάποιον εθισμό όπως εργασιομανία, τζόγο, σεξ, ναρκωτικά ή αλκοόλ. Μπορεί να μην το κάνουν τη στιγμή που θα τους συναντήσουμε όμως, εάν ψάξει κανείς λίγο το ιστορικό τους, θα βρει σίγουρα κάποια τέτοια συμπεριφορά. Μπαίνουν στη σχέση από καθήκον και όχι από αγάπη και αυτό συμβαίνει γιατί στο παρελθόν χρειάστηκε να φροντίσουν εκείνοι τον –αντίθετου φύλου- γονιό τους όπως π.χ. να ακούνε τα προβλήματά του. Από τότε λοιπόν που ανέλαβαν τέτοιο δυσβάσταχτο για ένα παιδί ρόλο, στο σήμερα, θεωρούν τις σχέσεις ασφυκτικές. Η αίσθηση της αξίας τους πηγάζει από το να φροντίζουν αυτούς που έχουν ανάγκη. Αυτό ορίζουν ως “δουλειά” σε μια σχέση και νιώθουν ένοχοι αν δεν το κάνουν.

Αυτό που ακολουθεί είναι μια τοξική σχέση όπου ο μεγαλύτερος φόβος του ενός είναι αυτός της εγκατάλειψης, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της στενής επαφής, και ο μεγαλύτερος φόβος του άλλου είναι αυτός της οικειότητας, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της εγκατάλειψης. Ακόμα κι αν εγκαταλείψει ο ένας τον άλλον, θα ξαναρχίσουν τον κύκλο με τον επόμενο. Και αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ; Θα σταματήσει μόνον εάν αντιμετωπιστεί το αρχικό τραύμα. Μέχρι να γίνει αυτό, η επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά κρατάει ζωντανό το θέμα μέχρι να λυθεί ο παλιός λογαριασμός.

Η ζωή θέλει προσοχή. Τα διάφορα τσιτάτα στο στυλ “επειδή ζούμε μια φορά δεν έχω καταλάβει εάν θα πρέπει να τα κάνουμε όλα σωστά ή όλα λίμπα” ή “Ακολούθησε την καρδιά σου και όπου σε βγάλει ή ό,τι είναι δύσκολο αξίζει “ κλπ, είναι για να τα βλέπουμε ως λεζάντες σε φωτογραφίες στα social media ή σε αισθηματικές κομεντί και να χαμογελάμε.  Σίγουρα όχι για να πορευόμαστε μ’αυτά γιατί είναι μαθηματικά βέβαιο πως η ζωή θα μας εκπλήξει μάλλον δυσάρεστα.

Δεν χρειάζεται να υποφέρουμε και να προκαλούμε ένταση για να αισθανόμαστε ότι είμαστε ζωντανοί. Ας μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας.  Ναι, είναι το μεγαλύτερο κλισέ που έχει ειπωθεί ποτέ ενώ εξίσου κοινότοπο ακούγεται και το “Χωρίς αυτοσεβασμό είναι σαν να μην υπάρχεις“.  Αυτή όμως είναι η αλήθεια. Ξέρω, πως κάποιοι ενώ διαβάζουν αυτά θα σκέφτονται “Α, δηλαδή μας λες να συμβιβαστούμε; Να ζήσουμε μια ζωή άνοστη, πληκτική με το φόβο μήπως πληγωθούμε;”.  Όχι, δεν λέω αυτό. Λέω να σταματήσουμε να κάνουμε λανθασμένα πράγματα για σωστούς και δικαιολογημένους λόγους.

Ας θρηνήσουμε για όλες τις απώλειες και ας κλείσουμε τους ανοιχτούς λογαριασμούς της παιδικής μας ηλικίας όσο καλύτερα μπορούμε.  Ας διερευνήσουμε πως επηρεάζουν τα “εκεί και τότε” γεγονότα τον τρόπο με τον οποίο ενεργούμε στο “εδώ και τώρα”. Είναι δύσκολο και κάποιες φορές -αν και μπορεί να έχουμε δουλέψει τα θέματά μας- η τάση μας θα είναι να πάμε στο γνώριμο, έστω και αν αυτό είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό γιατί αυτό μας φαίνεται πιο εύκολο.  Ξέρουμε πως να είμαστε μέσα σ’αυτό, ξέρουμε να συμπεριφερθούμε, τι να περιμένουμε, τί δεν θα πάρουμε.  Ο καινούργιος τρόπος έχει φόβο επειδή είναι άγνωστος.

Κι αν κάποια στιγμή η τάση είναι πολύ ισχυρή, ας είμαστε μαλακοί με τον εαυτό μας και ας είμαστε σίγουροι πως θα πάμε για λίγο στην ταλαιπωρία αλλά με πλήρη επίγνωση και υπενθυμίζοντας στον εαυτό μας, πως “εκεί που πάω το μόνο που θα κερδίσω, είναι ένταση“.  Αυτό είναι και η επιτυχία της ψυχοθεραπείας.  Όχι να μην επαναλάβουμε κάποια συμπεριφορά και να γίνουμε κάποιοι άλλοι, αλλά να έχουμε επίγνωση του τί κάνουμε και πώς το κάνουμε. Τότε μόνο θα μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως κανείς δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δυο φορές.

Χρόνια Πολλά!

Πρώτη δημοσίευση στις 23/12/2014 στον Εξώστη Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/oti-axizei-ponaei-ki-einai-diskolo-0#ixzz3NTmM2V4r

Είσαι ή μαζί μου ή εχθρός μου

“Όσοι πολίτες ήσαν μετριοπαθείς θανατώνονταν από την μια ή την άλλη παράταξη, είτε επειδή είχαν αρνηθεί να πάρουν μέρος στον αγώνα είτε επειδή η ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσαν να επιζήσουν προκαλούσε εναντίον τους τον φθόνο”.

Έτσι εξιστορεί ο Θουκυδίδης στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου τα γεγονότα του εμφυλίου στη Κέρκυρα μεταξύ Δημοκρατικών και Ολιγαρχικών.

Τον τελευταίο καιρό στο διαδίκτυο παρατηρώ όλο και πιο συχνά τον τρόπο που αντιμετώπιζεται η επιλογή κάποιων ανθρώπων να μην τοποθετούνται, να μην παίρνουν θέση για διάφορα θέματα της επικαιρότητας, τουλάχιστο όχι με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε.

Γεμάτη έκπληξη, αμηχανία, απογοήτευση και πολλές φορές φόβο από τον βίαιο τρόπο, διαβάζω την απαίτηση κάποιων σε βάρος άλλων, να πάρουν θέση. Άλλοι το κάνουν με τρόπο επιθετικά ευθύ, αυστηρό, υποτιμητικό, κάνοντας μάλιστα και αναλύσεις για το τι κρύβεται πίσω απ’αυτή τη στάση, όπως η επιλογή να μη χαλάσει κάποιος το προφίλ του, επαγγελματικοί λόγοι κλπ. Άλλοι πάλι, το κάνουν με τρόπο παθητικά επιθετικό. Επιφανειακά ευγενικά, politically correct σχόλια, με υπονοούμενα που από κάτω, εάν παρατηρήσεις με προσοχή, θα δεις καθαρά το θυμό.

Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουμε μάθει ή συμφωνήσει μεταξύ μας για το τι σημαίνει παίρνω θέση για κάποιο θέμα, πώς τοποθετούμαι σε μια σχέση. Έτσι λοιπόν, παίρνω θέση για κάποιο θέμα σημαίνει πώς αισθάνομαι μ’αυτό που ακούω απ’τον άλλον. Στέκομαι λίγο σε μένα, στον εαυτό μου να δω τι νιώθω μ’αυτό που άκουσα, τι σκέψεις κάνω, τι συμβαίνει στο σώμα μου. Με παρατηρώ. Και όταν μου είναι καθαρό αυτό που αισθάνομαι και θέλω, μπορώ να πω στον άλλον πως είμαι μ’αυτό που άκουσα. Αυτό σημαίνει παίρνω καθαρή θέση. Μιλάω για τον εαυτό μου. Χωρίς να γίνομαι επιθετικός, χωρίς να κακοποιώ, χωρίς να κρίνω και να υποτιμώ τον απέναντι. Παίρνω θέση δεν σημαίνει πως είμαι υπέρ ή κατά κάποιου.

Ας μη φτάσουμε στο σημείο όπου η παράλογη τόλμη θεωρείται ανδρεία, η παραφορά αρετή, η προσωπική διστακτικότητα δειλία που κρύβεται πίσω από εύλογες προφάσεις και η τάση να εξετάζονται όλες οι απόψεις ενός ζητήματος υπεκφυγή. 

Δύσκολοι αποχαιρετισμοί

«Θα έχει ενδιαφέρον ένα άρθρο για την απώλεια-τον θάνατο. αν έχεις χρόνο και θέλεις» διάβασα στο μέιλ που έλαβα προχθές. Η πρώτη μου σκέψη ήταν μήπως είναι βαρύ για καλοκαίρι –λες και ο πόνος του θανάτου αλλάζει με τις εποχές – αλλά μετά σκέφτηκα πιο πρακτικά: «έλα το’χεις το θέμα. Σίγουρα θα γράψεις για τα πέντε στάδια του πένθους, θα φυσιολογικοποιήσεις τη θλίψη ως αντίδραση στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου από το θάνατο και φυσικά κάποιες «πρακτικές συμβουλές» που ίσως βοηθήσουν».Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, αυτό το ποστ είναι παραγγελία.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα βιαστικά και ενώ ετοιμαζόμουν να φύγω απ’το σπίτι άκουγα στο ραδιόφωνο για τη συντριβή του αεροσκάφους, το Μεσανατολικό και αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό δυο άνθρωποι. Ο Τζάφαρ ή Τζέφρυ όπως τον φωνάζουμε, ο οποίος ζει στην Ελλάδα από 18 χρονών και τον ξέρω από τότε. Ο ίδιος είναι απ’ τη Δυτική όχθη, δεν έχει πάει ποτέ στη Λωρίδα της Γάζας, όμως όλοι του οι συγγενείς, φίλοι και συμπατριώτες είναι εκεί. Η Νούριθ που ζει στο Τελ Αβίβ με την οποία δεν έχω κοντινή σχέση όμως είναι ένας άνθρωπος που θαυμάζω απεριόριστα. Τελευταία φορά την είδα το Φεβρουάριο στο πλαίσιο μιας εποπτείας και θυμήθηκα πόσο μ’εντυπωσίασε ο τρόπος που δούλεψε μέσα στην ομάδα ένα θέμα απώλειας. Προσπάθησα να φανταστώ πως θα ένιωθαν αυτοί οι άνθρωποι εάν διάβαζαν το ποστ που σκεφτόμουν να γράψω. Δυο άνθρωποι που ξέρουν καλά τι σημαίνει απώλεια. Ντράπηκα και ένιωσα αμηχανία, όμως, κατάφερα να συνδεθώ και να έρθω σ’επαφή με τον πόνο της δικής μου απώλειας που βίωσα πριν τρια χρόνια. Τότε που εγώ διάβαζα πρακτικά ποστ για να καταφέρω να απαλύνω τον πόνο που ένιωθα. Το γνωστικό μου κομμάτι ηρεμούσε για λίγο όμως ο πόνος ήταν αφόρητος και όσο προσπαθούσα με λογικά επιχειρήματα να τον κατευνάσω χωρίς να του δώσω χώρο –είναι η φύση του ανθρώπου ν’αποφεύγει τον πόνο- τόσο θύμωνα και υπέφερα. Ήθελα απλά να τελειώνει και να είμαι καλά.

Αυτό που ήταν σωτήριο για μένα εκείνη την περίοδο ήταν η παρουσία τριών ανθρώπων. Το λεγόμενο υποστηρικτικό πλαίσιο. Και μόνο η αίσθηση πως δεν ήμουν μόνη μου, ήταν ανακουφιστική. Εγώ βοήθησα με το να ζητάω από εκείνες πράγματα που ήξερα πως θα μπορούσαν να μου δώσουν. Ήξερα πως η μια είναι ακούραστη στο ν’ακούει τα ίδια και τα ίδια και να με δικαιώνει, η άλλη το άντεχε να με ακούει να κλαίω γοερά και απλά να είναι εκεί και με την τρίτη να συζητώ πιο ‘λογικά’ και να μη βυθίζομαι εντελώς στο συναίσθημα. Το να ζητάς απ’τους άλλους αυτό που έχεις ανάγκη όχι μόνο μαθαίνεται αλλά είναι και πολύ βοηθητικό στις σχέσεις.

Προσπάθησα να μην είμαι απαιτητική με μένα. Αποδέχτηκα πως περνάω μεγάλο ζόρι και με το να λέω στον εαύτο μου «άντε Νάσια, ακόμα; Δεν είναι φυσιολογικό τόσο πένθος. Έχεις ξεπεράσει το επιτρεπτό όριο» δεν βοήθησε καθόλου. Ο πόνος δεν είναι ένδειξη αδυναμίας και ο χρόνος επούλωσης ενός τραύματος δεν είναι ίδιος για όλους. Να είστε μαλακοί με τον εαυτό σας. Μιλήστε και φερθείτε στον εαύτο σας όπως θα μιλούσατε σ’ένα παιδάκι που κλαίει και είναι πολύ στεναχωρημένο. Φαντάζομαι πως στο παιδί σας ή στο παιδί ενός φίλου σας δεν θα λέγατε ποτέ «άντε, τελείωνε με τα κλάματα. Δεν είναι φυσιολογικό αυτό». Θα το ακούγατε, θα του λέγατε πως έχει δίκιο που είναι στεναχωρημένο και κλαίει και θα το φροντίζατε όπως μπορούσατε.

Εκείνη την περίοδο δυσκολευόμουν πολύ και να κοιμηθώ. Επειδή δεν μπορούσα με τίποτα να διαβάζω, έβαλα στο υπνοδωμάτιό μου μια τηλεόραση και μετά από ένα τέταρτο μ’έπαιρνε ο ύπνος. Δεν ξέρω εάν ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, με τον καιρό όμως η πληγή έκλεισε. Η ουλή έμεινε και κάποιες φορές με τις αλλαγές του καιρού πονάει, αλλά η ποιότητα, η ένταση και πόσο μένω στον πόνο δεν είναι η ίδια. Αποδέχτηκα πως κάποιες απώλειες ίσως να μην τις ξεπεράσω και αυτή αποδοχή, εμένα με ηρεμεί.

Θέλω να πω κάτι σ’εκείνους που είναι κοντά σε ανθρώπους που πενθούν. Δεν χρειάζεται να έχετε πάντα κάτι να πείτε. Με το να είστε εκεί να ακούτε είναι πολύ πιο θεραπευτικό και ανακουφιστικό για τον άλλον. Αν θέλετε, αποφύγετε φράσεις «θα περάσει, θα δεις ή τουλάχιστο δεν ταλαιπωρήθηκε» υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο άλλος να θυμώσει. Είναι πολύ φοβιστικό να μένεις στον πόνο, το ξέρω. Όμως, πολλές φορές, το μόνο που θέλουμε όταν κλαίμε είναι να μην κλαίμε μόνοι μας. Απλά να είναι κάποιος δίπλα μας χωρίς να μιλάει. Απλά, ν’αντέχει τον πόνο μας.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 21/7/2014
http://www.exostispress.gr/Article/diskoloi-apoxairetismoi-0#ixzz38HzjDgS8

Love Bytes – Μέρος ΙΙ

Η αύξηση της χρήσης της τεχνολογίας για τη δημιουργία σχέσεων, προσέλκυσε έντονη κριτική και ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του 90, όπου όποιος χρησιμοποιούσε το διαδίκτυο για γνωριμίες στιγματίζονταν ως φυτό, απελπισμένος ή αποφευκτική προσωπικότητα ανίκανος να λειτουργήσει στον “πραγματικό” κόσμο. Λίγο αργότερα, οι γνωριμίες μέσω διαδικτύου άρχισαν να γίνονται πιο mainstream αποβάλλοντας το μέχρι τότε στίγμα. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο κινηματογράφος και άλλες πτυχές της ποπ κουλτούρας όπου οι διαδικτυακές σχέσεις άρχιζαν να παρουσιάζονται με θετικό τρόπο. Η ταινία “You’ve got mail” είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής αφού –όσο απίστευτο κ αν ακούγεται- συνετέλεσε στη διαγραφή αρνητικών στερεοτύπων σχετικά με τη χρήση του διαδικτύου για να βρει κάποιος σύντροφο. (Orr, 2004)

Η πρώτη μεγάλη έρευνα που παρουσίασε τη στάση του κοινού απέναντι στις διαδικτυακές σχέσεις, έλαβε χώρα το 2005 από το Pew Research Center, όπου ανάμεσα σε άλλες ενδιαφέρουσες αναλύσεις, μάθαμε πως οι θετικές εμπειρίες άλλων ανθρώπων σε σχέση με κάποια διαδικτυακή γνωριμία, μπορούν να οδηγήσουν την επιθυμία κάποιου να δοκιμάσει και εκείνος να σχετιστεί με τον ίδιο τρόπο.

Οι περισσότερες έρευνες ή δημοσιεύσεις δίνουν ιδιαίτερη έμφαση σε δυο σημεία. Πόσο διαφορετικά βιώνονται τα συναισθήματα διαδικτυακά και αν υπάρχουν διαφορές στη συμπεριφορά αλλά και στα κριτήρια με τα οποία οι άντρες και οι γυναίκες αποφασίζουν εάν θα συνεχιστεί η σχέση και εκτός διαδικτύου.

Έτσι λοιπόν, μαθαίνουμε πως τα δυο αντιφατικά χαρακτηριστικά μιας διαδικτυακής γνωριμίας, η ανωνυμία και η σε μεγάλο βαθμό αυτοαποκάλυψη, οδηγούν στο να έρθουν πολύ κοντά άνθρωποι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, αφού είναι γνωστό πως η μεγάλη οικειότητα προκαλεί και πολύ έντονα συναισθήματα.

Η γρήγορη αυτοαποκάλυψη θυμίζει το φαινόμενο «ξένοι στο τρένο» όπου πολλές φορές οι άνθρωποι ανοιγόμαστε και μιλάμε για τη ζωή μας με κάποιον συνταξιδιώτη που πιστεύουμε πως δεν θα ξαναδούμε. Πόσο μάλλον στο διαδίκτυο όπου δεν βλέπεις τις εκφράσεις του συνομιλητή σου και δεν χρειάζεται να κοιτάζεις τον άλλον όταν μιλάς για τον εαυτό σου ή εκμηστηρεύεσαι ένα μυστικό σου.

«Δεν κατάλαβα πως έγινε. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα ερωτευτώ τόσο γρήγορα και τόσο βαθιά κάποιον που δεν έχω ξαναδεί. εάν τύχει και για κάποιες ώρες δεν τον δω online, αισθάνομαι κατάθλιψη, δεν έχω όρεξη για τίποτα»

Η παραπάνω περιγραφή είναι αληθινή. Κάποιος θ’αναρρωτηθεί πως όλο αυτό είναι υπερβολή και πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος μάλλον θα κάνει εξαρτητικές σχέσεις γενικότερα. Ίσως, αλλά μη ξεχνάμε πως οι διαδικτυακές συνομιλίες έχουν ένα συνεχές απ’την άποψη ότι μπορούν να διεξάγονται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, καθημερινά, στην ανέση του σπιτιού σου ή του γραφείου σου, παντός καιρού, χωρίς το «δεν έχω τι να φορέσω», ίσως με τα παιδιά να παίζουν παραδίπλα, επενδύοντας ελάχιστη φυσική παρουσία. Μια διαδικτυακή σχέση είναι σαν να έχεις να πας σ’ένα πάρτυ όποτε θες, χωρίς να χρειαστεί να βγεις απ’το σπίτι σου.

Πολλοί πιστεύουν πως με την παραπλάνηση, μειώνεται ο κίνδυνος τερματισμός μιας σχέσης ή υπάρχει μεγαλύτερη ερωτική έλξη εάν δεν πεις όλη την αλήθεια. Φυσικά στο διαδίκτυο αυτό είναι πιο εύκολο και για κάποιους, το μυστικό της επιτυχίας είναι η ειλικρίνεια, την οποία έτσι και μπορέσεις να την υποκριθείς, θα τα έχεις καταφέρει. Σε μια έρευνα, 48% των ερωτηθέντων απάντησε πως λένε ψέματα για την ηλικία τους περιστασιακά και 23% πως το κάνουν συχνά. Ένα 5% παραδέχτηκε πως περιστασιακά λέει ψέματα για το φύλο τους. Οι άντρες λένε πιο συχνά ψέματα απ’τις γυναίκες και κυρίως για την κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση. Οι γυναίκες λέμε ψέματα κυρίως για λόγους ασφαλείας.

Ο Edward Royzman, Καθηγητής Ψυχολογίας, ισχυρίζεται πως οι άνδρες λαμβάνουν αποφάσεις για το εάν επιθυμούν να προχωρήσουν μια σχέση με πολύ διαφορετικό τρόπο απ’τις γυναίκες ακόμα και διαδικτυακά. Για έναν άντρα, συνήθως, αν μια γυναίκα δεν είναι αρκετά ελκυστική, το πιθανότερο είναι να μην έχει την ευκαιρία ενός πρώτου ραντεβού. Για τις γυναίκες, όμως, ο Καθηγητής λέει πως αυτό είναι μια πιο σύνθετη επιλογή καθώς αυτό που τείνει να έχει σημασία είναι το συνολικό «πακέτο» να είναι καλό, εννοώντας πως μια γυναίκα μπορεί να δεχτεί ένα λιγότερο ελκυστικό σύντροφο εάν έχει κάποια άλλα θετικά στοιχεία, όπως ευγένεια, εξυπνάδα, καλοσύνη.

Δεν ξέρω εάν τα ευρύματα απ’το πείραμα του Καθηγητή ακούγονται cliché, όμως, πάντα συμβαίνει αυτό που λέμε οι θεραπευτές για τους θεραπευόμενούς μας. Κάποια στιγμή θα σχετιστούν μαζί μας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σχετίζονται με τους οικείους τους. Έτσι κι εγώ, τον τρόπο με τον οποίο σχετίζομαι με τους φίλους μου ή τον τρόπο που προσεγγίζω κάποιον στην «αληθινή» μου ζωή, αργά ή γρήγορα θα τον φέρω και στην εικονική μου πραγματικότητα. Γιατί ο τρόπος που σχετίζομαι, είναι τα πάντα.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Εξώστη στις 23/6/2014

http://www.exostispress.gr/Article/Love-Bytes–meros-ii-0#ixzz38Hv5L7wa