Anne and Harry

Στην Αμερική, πάνω από 40 εκατομμύρια άνθρωποι, ειδικά γυναίκες, έχουν την ‘ταμπέλα’ του συνεξαρτώμενου. Ένα απ’τα θέματα που αντιμετωπίζουν όσοι ταλαιπωρούνται από σχέσεις εξάρτησης, είναι τα περίφημα όρια. Τα όρια είναι εξωτερικά και εσωτερικά. Το να μάθω να βάζω εξωτερικά όρια με βοηθάει να φροντίζω για τη σωματική μου ακεραιότητα, να κρατάω μια σωματική απόσταση από τους άλλους και φυσικά να σέβομαι και το όριο των άλλων ανθρώπων.
Τα εσωτερικά όρια έχουν να κάνουν με τη σκέψη, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Στη φωτογραφία βλέπουμε τον άνθρωπο που έχει σταθερά εσωτερικά και εξωτερικά όρια, ότι μπορεί να σχετίζεται χωρίς να προβάλλει στον άλλον δικές του ερμηνείες, ενώ ταυτόχρονα δεν παίρνει προσωπικά τα συναισθήματα του άλλου. Το να διατηρώ ανέπαφα τα εσωτερικά μου όρια είναι πολύ βοηθητικό και απαραίτητο ειδικά σε περιπτώσεις που νιώθω πως παίρνω επίθεση.

boundaries

Advertisements

Έχεις τρια χρόνια να με πάρεις τηλέφωνο. Εάν δε με θες, πες το μου.

Θυμάμαι στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου που γράφαμε εκθέσεις με θέμα την υπομονή και την επιμονή και οι οποίες συνήθως ξεκινούσαν με κάποιο απόφθεγμα του  τύπου «δεν είμαι τόσο έξυπνος, είναι που μένω με τα προβλήματα περισσότερο», ίσως συνέχιζαν με το  «η επιμονή και η υπομονή έχει να κάνει με τη σταθερή προσήλωση σε μια πορεία δράσης, σε μια ιδέα ή σ’ ένα σκοπό, παρά τα εμπόδια, ή τις δυσκολίες» – πάντα υπήρχε η σύνδεση με τη δέσμευση, την αναμονή και την αντοχή- και φυσικά κατέληγαν κάπως έτσι:  «επομένως η υπομονή και η επιμονή δεν έχουν χαρακτηριστεί τυχαία ως βασικές αρετές όλων των επιτυχημένων και ευτυχισμένων ανθρώπων».

Πολλά χρόνια μετά, στον καναπέ της ψυχοθεραπεύτριας μου απαντούσα με μεγάλη περηφάνεια στην ερώτηση “ποιά θα έλεγες πως είναι τα δυνατά σου σημεία;”
Τα δυνατά μου σημεία ήταν ταυτόχρονα και τα μεγαλύτερά μου defaults.  Πόσο εύκολα η μετριοφροσύνη μπορεί να γίνει ανασφάλεια, το χιούμορ αγένεια, η ενδοσκόπηση κατάθλιψη, η αυτοσυγκράτηση καταπίεση, η οργανωτικότητα εμμονή, η επιμονή κάτι άκαμπτο, η υπομονή αφέλεια;

Το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως χωρίς την επιμονή και την υπομονή  που χρειάζεται να επιδεικνύουμε στη ζωή μας για να καταφέρουμε πράματα και να μην τα παρατάμε με την πρώτη δυσκολία, με κάνει και αναρωτιέμαι πόσο μπερδευτικό, ταλαιπωρητικό, ματαιωτικό και πολλές φορές κακοποιητικό μπορεί να γίνει όταν αυτή τη στάση ζωής  τη μεταφέρουμε και στις προσωπικές μας σχέσεις.

Αμέτρητες ιστορίες έχω ακούσει από ανθρώπους που για μεγάλο χρονικό διάστημα περιμένουν κάτι από κάποιον ελπίζοντας πως κάτι θα γίνει και ο άλλος θ’ αλλάξει γνώμη και θα τους το δώσει.  Περιμένουν ένα τηλεφώνημα, ένα email, ή την παραμικρή κίνηση του άλλου την ερμηνεύουν ως ενδιαφέρον,  το οποίο όμως ο άλλος διστάζει να το εκφράσει ή γιατί είναι κλειστός άνθρωπος, ή ντρέπεται, ή απλά φοβάται τη δέσμευση.
Μας είναι  –ας μη γελιόμαστε, όλοι έχουμε βρεθεί σε τέτοια θέση άλλος για μικρότερο και άλλος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα- πιο εύκολο να βάζουμε τον εαυτό μας στην αναμονή παρά να πάρουμε αυτό που έχουμε ανάγκη από κάπου αλλού.

Μα καλά, θα πείτε, μ’ αυτά που γράφεις, είναι σα να υπονοείς πως βγάζουμε κάτι από το μυαλό μας. Δεν έχουμε παραισθήσεις, ούτε «παίζουμε» μόνοι μας. Έχουμε δει ένα ενδιαφέρον από τον άλλον.  Ναι, είναι αλήθεια. Κάποια στιγμή η πηγή έτρεξε νερό και γω ξεδίψασα. Κάποια στιγμή η πηγή στέρεψε και γω αντί να πάω στη διπλανή, κάθησα υπομονετικά και περίμενα διψασμένη. Δεν περίμενα μόνο υπομονετικά, αλλά όσο πέρναγε ο καιρός τόσο μ’ έπιανε το πείσμα και έλεγα: «Μα πώς γίνεται; Πριν λίγο καιρό έτρεχε άφθονο και γάργαρο νερό. Δεν μπορεί, θα ξανατρέξει. Μήπως φταίω εγώ; Μήπως εάν φύγω λίγο και επιστρέψω, αλλάξει κάτι;»

Ποιός περιμένει μ’ αυτό τον τρόπο;  Ένα παιδί.  Τα παιδιά έχουν ταλέντο να υπομένουν, που πηγάζει από την άγνοια εναλλακτικών λύσεων. Το παιδί κάθεται και περιμένει από τον μεγάλο γιατί δεν έχει εναλλακτικές λύσεις. Όμως, ως ενήλικας, το ίδιο παιδί είναι απαραίτητο και εφικτό να έρθει σ’ επαφή με τις πηγές στήριξης που έχει.

Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα κάποιο πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει τραυματικά και ίσως να μας είχε καθηλώσει γιατί το πιθανότερο ήταν να εξαρτιόμασταν από κάποιον μεγαλύτερο.  Στο σήμερα, εάν κάποια παρόμοια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει περίπτωση να με γυρίσει πάλι πίσω στο παλιό τραύμα, παρόλο που γνωστικά ξέρω πως το γεγονός  που συμβαίνει είναι δυσανάλογο με αυτό που νιώθω εκείνη τη στιγμή.

Εάν στο σήμερα νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για κάποια συμπεριφορά που έρχεται από τον απέναντι μου, θα με βοηθήσει να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τί μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει και από πού την ξέρω;

Είναι αλήθεια  πως το γνώριμο, έστω και εάν είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό, μου φαίνεται πιο εύκολο γιατί ξέρω πως να είμαι μέσα σ’ αυτό. Ξέρω πως να συμπεριφερθώ,  τι να περιμένω,  τι δεν θα πάρω.  Ο καινούργιος τρόπος έχει φόβο επειδή είναι άγνωστος.

Είναι  όμως πολύ σημαντικό να μάθω να φέρνω  στο συνειδητό τις πηγές στήριξής μου.  Ένας σχετικά «εύκολος» τρόπος είναι  να κάνω ένα υποθετικό σενάριο.  Εάν τώρα, βλέπατε ένα παιδάκι, το δικό σας παιδάκι ή ενός φίλου σας, να κάθεται κάπου μόνο του να κλαίει  και να περιμένει τί θα του λέγατε;  Κάτσε και περίμενε;  Κλάψε δεν πειράζει;  Δεν θα το ρωτάγατε με ήρεμο και γλυκό τρόπο τι έχει, γιατί κλαίει, εάν χρειάζεται κάτι; Δεν θα το κρατούσατε από το χεράκι να το πάτε κάπου να κάτσει να ξεκουραστεί;

Μιλήστε και φερθείτε στον εαυτό σας –στο εσωτερικό σας παιδί- όπως θα μιλούσατε σ’ ένα παιδάκι κουρασμένο και ταλαιπωρημένο.  Δώστε στον εαυτό σας αυτό που δεν πήρατε όταν έπρεπε να το πάρετε. Μη  συμπεριφέρεστε στον εαυτό σας όπως σας συμπεριφέρθηκαν.

Μεγάλο μέρος  της ζωής αρκετών ανθρώπων περνάει περιμένοντας.  Πλέον πιστεύω στη λιγότερη αναμονή και σε περισσότερη δράση,  γιατί εκείνοι που περιμένουν γίνονται καλοί ακριβώς σ’ αυτό. Στο να περιμένουν.  Γι’ αυτούς που πιστεύουν πως η αναμονή δηλώνει πίστη, εγώ απαντώ πως η δράση δηλώνει πίστη. και δράση μπορεί να σημαίνει να σταματήσω να ταλαιπωρώ τον εαυτό μου. Πάρτε λοιπόν το εσωτερικό σας παιδί και πηγαίνετέ το κάπου αλλού.

Συνεξάρτηση (ή όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο) Μέρος I

Η συνεξάρτηση πρόκειται για έναν αμφιλεγόμενο όρο ο οποίος προέρχεται από τη φιλοσοφία των ανωνύμων ομάδων αυτοβοήθειας που βασίζονται στο πρόγραμμα των 12 βημάτων. Αναφέρεται σε μια συμπεριφορά “διευκόλυνσης” ενός εξαρτημένου σημαντικού άλλου, σε βάρος του εαυτού.  Με τον όρο “διευκόλυνση” εννοούμε μια τάση για υπερπροστασία και έλεγχο, μια συμπεριφορά που διαιωνίζει την εξάρτηση του άλλου, εμποδίζοντάς τον ν’αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Η συμπεριφορά “διευκόλυνσης” των συζύγων, ή άλλων μελών της οικογένειας των αλκοολικών αρχικά ονομάστηκε “συν-αλκοολισμός” και στη συνέχεια, καθώς τα προγράμματα των 12 βημάτων επεκτάθηκαν και σε εξαρτήσεις από άλλες ουσίες και άλλες μορφές εξάρτησης (όπως πχ βουλιμία, τζόγος) υιοθετήθηκε ο όρος “συνεξάρτηση”.

Ωστόσο, εκτός απ’τις ομάδες των ανωνύμων, το θέμα της συνεξάρτησης έχει ευρέως μελετηθεί και από το χώρο των επαγγελματιών της ψυχικής υγείας όπου έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες ορισμού της, έχουν αναπτυχθεί διαγνωστικά εργαλεία για την εκτίμησή της (Beck, 1991) και αρκετές υποθέσεις σχετικά με την αιτιολογία της.

Όμως, η συνεξάρτηση δεν προϋποθέτει πάντα την παρουσία ενός αλκοολικού ή γενικότερα εξαρτημένου από ουσίες σημαντικού άλλου, αλλά μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τη χημική εξάρτηση. Ο όρος χρησιμοποιείται και για να καθορίσει τις σχέσεις όπου ο ένας σύντροφος εμφανίζει μια χειριστική συμπεριφορά και ο άλλος, φοβούμενος την εγκατάλειψη, συμμορφώνεται. Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται πολύ να φύγουν από μια άσχημη σχέση και περιγράφουν καταστάσεις όπου όταν έρχονται κοντά στο σύντροφό τους,  εκείνος αρχίζει και απομακρύνεται, και όταν εκείνοι απομακρύνονται με οδύνη, τότε ο σύντροφός τους επιστρέφει.

Σύμφωνα με τους Ανώνυμους Συνεξαρτημένους, ένας άνθρωπος με θέματα συνεξάρτησης, παρουσιάζει συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς όπως στο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανιδιοτελή και αφιερωμένο στην ευημερία των άλλων, να ζητάει συνεχώς την αναγνώριση, να είναι εξαιρετικά πιστός και να παραμένει σε επιζήμιες καταστάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, να εκφράζει τον θυμό και την επιθετικότητα με παθητικούς τρόπους, να χρησιμοποιεί το σεξ ενώ θέλει αγάπη, να προσελκύει τους άλλους προς το μέρος του, αλλά όταν έρθουν  κοντά, να τους ωθεί μακριά. http://www.coda.org/tools4recovery/patterns-new.htm

Οι Hughes-Hammer, Martsolf, and Zeller’s (1998a) διαμόρφωσαν ένα μοντέλο για τη συνεξάρτηση.  Το μοντέλο αυτό αποτελείται από μια βασική έννοια: την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού, και τέσσερις άλλες υπο-έννοιες: χαμηλή αυτοαξία, απόκρυψη εαυτού, προβλήματα υγείας, θέματα της οικογένειας καταγωγής.
(Με την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού θα αναφερθώ στο δεύτερο μέρος του ποστ)

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; ο Cermak (1991) θεωρεί τα χαρακτηριστικά της συνεξάρτησης συμπληρωματικά του ναρκισσισμού και αναφέρεται στο μύθο του Νάρκισσου και της Ηχούς. Η Ηχώ ελκύεται από το Νάρκισσο γιατί, σύμφωνα με τον Freud, ο ναρκισσισμός ενός ατόμου ασκεί μεγάλη έλξη σ’όσους έχουν απαρνηθεί μέρος του δικού τους ναρκισσισμού. Κατά την περίοδο που τα παιδιά διαφοροποιούνται από τους γονείς τους, αναπτύσσουν δυο συμπληρωματικές ανάγκες. Η πρώτη, μια φυσιολογική ναρκισσιστική ανάγκη όπου αναζητούν την εκτίμηση των άλλων στις ικανότητές τους, και η δεύτερη μια ‘ηχωϊστική’ ανάγκη, η οποία αφορά στην ανάγκη τους να σχηματίσουν μια εξιδανικευμένη εικόνα για τους γονείς τους, με την οποία να συγχωνευθούν.  Όταν η ανάπτυξη είναι φυσιολογική, οι ναρκισσιστικές ανάγκες οδηγούν στην αυτοπεποίθηση, ενώ οι ηχωϊστικές στην ενσυναίσθηση του ενήλικα (Cermak, 1991). Ένας ναρκισσιστής γονιός έχει την τάση να απορρίπτει τις φυσιολογικές ναρκισσιστικές ανάγκες ενός παιδιού, ενώ αντίθετα, ένας γονιός με θέματα συνεξάρτησης, πυροδοτεί τις ναρκισσιστικές ανάγκες. Και στις δυο περιπτώσεις, οι αντίστοιχες ανάγκες παραμένουν στην παιδική τους μορφή και γίνονται ναρκισσισμός και συνεξάρτηση.

Οι ειδικοί λένε πως οι Ναρκισσιστές είναι οι πιο δυνατοί μαγνήτες για έναν άνθρωπο που κάνει σχέσεις εξάρτησης. Στην Αμερική, πάνω από 40 εκατομμύρια άνθρωποι, ειδικά γυναίκες, έχουν την ‘ταμπέλα’ του συνεξαρτώμενου (η συνεξάρτηση δεν έχει συμπεριληφθεί μέχρι τώρα στο DSM και γι αυτό δεν χρησιμοποιώ τη λέξη διάγνωση) Πολλές έρευνες ισχυρίζονται πως η συνεξάρτηση συσχετίζεται με την κατάθλιψη  (Hughes-Hammer, Martsolf & Zeller, 1998; Doheny, 2000) και πως μπορεί να οδηγήσει σε πιο σύνθετα προβλήματα (Sadock & Sadock, 2000)

Το θέμα θα συνεχιστεί σε επόμενο ποστ και θα επικεντρωθεί στο πως μπορεί κάποιος να ζητήσει και να πάρει βοήθεια.