Love Bytes – Μέρος ΙΙ

Η αύξηση της χρήσης της τεχνολογίας για τη δημιουργία σχέσεων, προσέλκυσε έντονη κριτική και ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του 90, όπου όποιος χρησιμοποιούσε το διαδίκτυο για γνωριμίες στιγματίζονταν ως φυτό, απελπισμένος ή αποφευκτική προσωπικότητα ανίκανος να λειτουργήσει στον “πραγματικό” κόσμο. Λίγο αργότερα, οι γνωριμίες μέσω διαδικτύου άρχισαν να γίνονται πιο mainstream αποβάλλοντας το μέχρι τότε στίγμα. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο κινηματογράφος και άλλες πτυχές της ποπ κουλτούρας όπου οι διαδικτυακές σχέσεις άρχιζαν να παρουσιάζονται με θετικό τρόπο. Η ταινία “You’ve got mail” είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής αφού –όσο απίστευτο κ αν ακούγεται- συνετέλεσε στη διαγραφή αρνητικών στερεοτύπων σχετικά με τη χρήση του διαδικτύου για να βρει κάποιος σύντροφο. (Orr, 2004)

Η πρώτη μεγάλη έρευνα που παρουσίασε τη στάση του κοινού απέναντι στις διαδικτυακές σχέσεις, έλαβε χώρα το 2005 από το Pew Research Center, όπου ανάμεσα σε άλλες ενδιαφέρουσες αναλύσεις, μάθαμε πως οι θετικές εμπειρίες άλλων ανθρώπων σε σχέση με κάποια διαδικτυακή γνωριμία, μπορούν να οδηγήσουν την επιθυμία κάποιου να δοκιμάσει και εκείνος να σχετιστεί με τον ίδιο τρόπο.

Οι περισσότερες έρευνες ή δημοσιεύσεις δίνουν ιδιαίτερη έμφαση σε δυο σημεία. Πόσο διαφορετικά βιώνονται τα συναισθήματα διαδικτυακά και αν υπάρχουν διαφορές στη συμπεριφορά αλλά και στα κριτήρια με τα οποία οι άντρες και οι γυναίκες αποφασίζουν εάν θα συνεχιστεί η σχέση και εκτός διαδικτύου.

Έτσι λοιπόν, μαθαίνουμε πως τα δυο αντιφατικά χαρακτηριστικά μιας διαδικτυακής γνωριμίας, η ανωνυμία και η σε μεγάλο βαθμό αυτοαποκάλυψη, οδηγούν στο να έρθουν πολύ κοντά άνθρωποι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, αφού είναι γνωστό πως η μεγάλη οικειότητα προκαλεί και πολύ έντονα συναισθήματα.

Η γρήγορη αυτοαποκάλυψη θυμίζει το φαινόμενο «ξένοι στο τρένο» όπου πολλές φορές οι άνθρωποι ανοιγόμαστε και μιλάμε για τη ζωή μας με κάποιον συνταξιδιώτη που πιστεύουμε πως δεν θα ξαναδούμε. Πόσο μάλλον στο διαδίκτυο όπου δεν βλέπεις τις εκφράσεις του συνομιλητή σου και δεν χρειάζεται να κοιτάζεις τον άλλον όταν μιλάς για τον εαυτό σου ή εκμηστηρεύεσαι ένα μυστικό σου.

«Δεν κατάλαβα πως έγινε. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα ερωτευτώ τόσο γρήγορα και τόσο βαθιά κάποιον που δεν έχω ξαναδεί. εάν τύχει και για κάποιες ώρες δεν τον δω online, αισθάνομαι κατάθλιψη, δεν έχω όρεξη για τίποτα»

Η παραπάνω περιγραφή είναι αληθινή. Κάποιος θ’αναρρωτηθεί πως όλο αυτό είναι υπερβολή και πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος μάλλον θα κάνει εξαρτητικές σχέσεις γενικότερα. Ίσως, αλλά μη ξεχνάμε πως οι διαδικτυακές συνομιλίες έχουν ένα συνεχές απ’την άποψη ότι μπορούν να διεξάγονται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, καθημερινά, στην ανέση του σπιτιού σου ή του γραφείου σου, παντός καιρού, χωρίς το «δεν έχω τι να φορέσω», ίσως με τα παιδιά να παίζουν παραδίπλα, επενδύοντας ελάχιστη φυσική παρουσία. Μια διαδικτυακή σχέση είναι σαν να έχεις να πας σ’ένα πάρτυ όποτε θες, χωρίς να χρειαστεί να βγεις απ’το σπίτι σου.

Πολλοί πιστεύουν πως με την παραπλάνηση, μειώνεται ο κίνδυνος τερματισμός μιας σχέσης ή υπάρχει μεγαλύτερη ερωτική έλξη εάν δεν πεις όλη την αλήθεια. Φυσικά στο διαδίκτυο αυτό είναι πιο εύκολο και για κάποιους, το μυστικό της επιτυχίας είναι η ειλικρίνεια, την οποία έτσι και μπορέσεις να την υποκριθείς, θα τα έχεις καταφέρει. Σε μια έρευνα, 48% των ερωτηθέντων απάντησε πως λένε ψέματα για την ηλικία τους περιστασιακά και 23% πως το κάνουν συχνά. Ένα 5% παραδέχτηκε πως περιστασιακά λέει ψέματα για το φύλο τους. Οι άντρες λένε πιο συχνά ψέματα απ’τις γυναίκες και κυρίως για την κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση. Οι γυναίκες λέμε ψέματα κυρίως για λόγους ασφαλείας.

Ο Edward Royzman, Καθηγητής Ψυχολογίας, ισχυρίζεται πως οι άνδρες λαμβάνουν αποφάσεις για το εάν επιθυμούν να προχωρήσουν μια σχέση με πολύ διαφορετικό τρόπο απ’τις γυναίκες ακόμα και διαδικτυακά. Για έναν άντρα, συνήθως, αν μια γυναίκα δεν είναι αρκετά ελκυστική, το πιθανότερο είναι να μην έχει την ευκαιρία ενός πρώτου ραντεβού. Για τις γυναίκες, όμως, ο Καθηγητής λέει πως αυτό είναι μια πιο σύνθετη επιλογή καθώς αυτό που τείνει να έχει σημασία είναι το συνολικό «πακέτο» να είναι καλό, εννοώντας πως μια γυναίκα μπορεί να δεχτεί ένα λιγότερο ελκυστικό σύντροφο εάν έχει κάποια άλλα θετικά στοιχεία, όπως ευγένεια, εξυπνάδα, καλοσύνη.

Δεν ξέρω εάν τα ευρύματα απ’το πείραμα του Καθηγητή ακούγονται cliché, όμως, πάντα συμβαίνει αυτό που λέμε οι θεραπευτές για τους θεραπευόμενούς μας. Κάποια στιγμή θα σχετιστούν μαζί μας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σχετίζονται με τους οικείους τους. Έτσι κι εγώ, τον τρόπο με τον οποίο σχετίζομαι με τους φίλους μου ή τον τρόπο που προσεγγίζω κάποιον στην «αληθινή» μου ζωή, αργά ή γρήγορα θα τον φέρω και στην εικονική μου πραγματικότητα. Γιατί ο τρόπος που σχετίζομαι, είναι τα πάντα.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Εξώστη στις 23/6/2014

http://www.exostispress.gr/Article/Love-Bytes–meros-ii-0#ixzz38Hv5L7wa

Advertisements

Link

Στη δεκαετία του ‘90 το Ιαπωνικό παιχνίδι “Tamagotchi” πούλησε 70 εκατομμύρια συσκευές οι οποίες προσομοίωναν ψηφιακά κατοικίδια που χρειάζονταν τακτική φροντίδα μέσα στην ημέρα. Το 2009 η εταιρεία Konami έφτιαξε ένα δημοφιλές στην Ιαπωνία παιχνίδι το LovePlus + το οποίο παίζεται σε φορητή κονσόλα και ο χρήστης διατηρεί μια ρομαντική –μη σεξουαλική- σχέση μ’ένα εικονικό κορίτσι.

Οι χρήστες, παίζουν το παιχνίδι προσομοιώνοντας σχεδόν τα πάντα. Στέλνουν παιχνιδιάρικα sms στο κορίτσι τους ή μπορούν να χρησιμοποιήσουν και το ενσωματωμένο μικρόφωνο της συσκευής για να έχουν και κάποια συνομιλία μαζί τους. Σε μια κριτική του LovePlus+ διάβασα πως τέτοιου είδους παιχνίδια είναι αρκετά δημοφιλή και αρκετά παρεξηγημένα εκτός Ιαπωνίας. Για κάποιους, δεν είναι ένας τρόπος για να ξεφύγουν από την πραγματική ζωή, ούτε μια αντικατάσταση μιας πραγματικής-κρεάτινης φίλης. Είναι απλά μια αξιαγάπητη εμπειρία-παιχνίδι.

Τόσο αξιολάτρευτη που ένα θέρετρο, περίπου μια ώρα απ’το Τόκιο, το Atami, αξιοποιείται για τη δημοτικότητα του LovePlus+.  Το Atami, είναι ένας προορισμός όπου οι χρήστες του παιχνιδιού μπορούν να κάνουν διακοπές με τα εικονικά τους κορίτσια.  Υπάρχει ξενοδοχείο το οποίο διαθέτει ειδικά διαμορφωμένους χώρους, όπου τα πάντα είναι έτοιμα για τους πελάτες που θέλουν να προσομοιώσουν την εμπειρία μιας πραγματικής απόδρασης. Το προσωπικό του ξενοδοχείου έχει  πάρει εντολή να προσποιούνται πως οι χρήστες του LovePlus+ συνοδεύονται από γυναικεία παρέα.  Τα εστιατόρια προσφέρουν ειδικά γεύματα και πωλητές τροφίμων δίπλα στη θάλασσα πουλάνε κέικ ψαριών και επιδόρπια ζωγραφισμένα με το λογότυπο του LovePlus+. Υπάρχει ακόμη και μια εφαρμογή στο iphoneπου επιτρέπει στους χρήστες να βγάλουν μια ψεύτικη φωτογραφία τους δίπλα στο εικονικό τους κορίτσι.

Το Ατάμι, δεν είναι το μοναδικό μέρος όπου ο εικονικός κόσμος συναντάει την πραγματικότητα.  Η εταιρεία Konami, μέσω Twitter, υπενθύμισε στους followers σ’όλη την Ιαπωνία πως η Rinko Kobayakawa–ηρωίδα του παιχνιδιού-  έχει γεννέθλια 17 Αυγούστου και ρώτησε πως σχεδίαζαν να περάσουν την ημέρα μαζί της. Κάποια Χριστούγεννα, η εταιρεία ανακοίνωσε πως οι χρήστες θα μπορούν να αγοράσουν χριστουγεννιάτικα κέικ για τις φίλες τους.  Μια ώρα αργότερα, ρομαντικά αγόρια με σάρκα και οστά, συνέρρεαν στα μαγαζιά όπου τα 300 κέικ είχαν ήδη πουληθεί πριν ακόμα ανοίξουν τα αρτοποιεία.

Διαβάζοντας εντυπωσιασμένη όλα αυτά για την εικονική πραγματικότητα, το διαδίκτυο, τις ανθρώπινες συμπεριφορές, θυμήθηκα τη φράση μιας φίλης πριν λίγα χρόνια όταν το Facebookείχε αρχίσει να μπαίνει δυναμικά στη ζωή μας: “πάνε οι εποχές που εάν ήθελε κάποιος να σου μιλήσει έπρεπε να πάρει τηλέφωνο στο σταθερό του σπιτιού σου και ίσως να χρειαστεί ν’απαντήσει  στην ερώτηση του πατέρα σου -που θα τύχαινε να σηκώσει το τηλέφωνο- ποιος τη ζητεί παρακαλώ; τώρα απλά περιμένουμε να δούμε και να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε το ενδιαφέρον του άλλου με το εάν κάνει λάικ στις αναρτήσεις μας, στις φωτογραφίες μας, εάν σχολιάζει ή αν μας στέλνει μέιλ»

Έτσι είναι. Το διαδίκτυο δεν έχει αλλάξει μόνο τον τρόπο που δουλεύουμε και ενημερωνόμαστε, αλλά και τον τρόπο που αγαπάμε, ερωτευόμαστε, φλερτάρουμε, απατούμε, κάνουμε φιλίες και ερχόμαστε σ’επαφή.  Μπορεί ο τρόπος να έχει αλλάξει, αλλά όσο περίεργο και αν ακούγεται, τα συναισθήματα,  βιώνονται το ίδιο έντονα όπως σε μια σχέση εκτός διαδικτύου.  Για πολλά χρόνια, ήταν ταμπού.  Μια καινούργια έρευνα του American Psychological Association δείχνει πως πλέον πρόκειται για τον δεύτερο πιο συνηθισμένο τρόπο. Οι άλλες επιλογές εκεί έξω, δεν είναι ιδιαίτερες χρήσιμες, συμπληρώνει ο Harry T. Reis Καθηγητής Ψυχολογίας, ειδικά όταν είμαστε ενήλικοι και δεν υπάρχει το σχολείο ή το Πανεπιστήμιο για να μας βοηθήσει να συναντήσουμε νέους ανθρώπους.

Άραγε μπορεί να πετύχει μια τέτοια σχέση;  Οι γνωριμίες μέσω διαδικτύου έχουν κάνει τις ανθρώπινες σχέσεις αναλώσιμες; Συμπεριφέρονται διαφορετικά οι άντρες από τις γυναίκες;  Αυτά και άλλα στο επόμενο άρθρο. Στον Εξώστη.

 

 

 

 

 

Facebook: H ζήλια και πώς να την αποφύγετε(;)

«Εχω γνωρίσει ζευγάρια που έχουν καταστρέψει/σπάσει τρία λάπτοπ και δηλητηριάσει τη σχέση τους ψάχνοντας ο ένας τα μηνύματα, τους φίλους, τα likes κι όλα τα συμπαρομαρτούντα του Facebook που “κρύβονται” μέσα στους τοίχους του ενός και του άλλου! (Eντάξει το εργαλείο είναι παγίδα, ΑΝ δεν το χειρισθείς σωστά)».

Το διάβασα εχθές στον τοίχο ενός φίλου και το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ένα περιστατικό ξεσπάσματος ζήλιας το οποίο εξελίχθηκε πριν ένα μήνα σ’ένα καφέ, όπου μια νέα γυναίκα είχε βγει εκτός εαυτού και ζητούσε από τον φίλο της εξηγήσεις για το ποια ήταν η κοπέλα που είχε ποστάρει στη σελίδα του ένα τραγούδι συνοδευόμενο από μια καρδούλα.

Στο παρελθόν, η διάθεση για φλερτ ή η άποψη που είχαμε για κάποιον παρέμενε εξ ολοκλήρου στο πλαίσιο ελέγχου του καθενός μας και οι καινούργιες φιλίες δεν γίνονταν γνωστές – εάν δεν το επιθυμούσαμε – από τα υπόλοιπα μέλη του κοινωνικού μας περίγυρου. Όμως, η ανάπτυξη των κοινωνικών δικτύων, έχει επιφέρει ριζικές αλλαγές στο τρόπο που σχετιζόμαστε και επικοινωνούμε. Άραγε το Facebook δυναμώνει τη σπίθα της ζήλιας, ή μήπως ενισχύει τη ζήλια που μπορεί ήδη να υπάρχει σε μια σχέση;

Στο άρθρο τους «More Information than You Ever Wanted: Does Facebook Bring Out the Green – Eyed Monster of Jealousy?» οι Muise, A., Christofides, E. & Desmarais, S. (2009) ισχυρίστηκαν ότι όσο περισσότερο χρόνο περνάμε στο Facebook, τόσες περισσότερες πιθανότητες έχουμε να ζηλέψουμε τους συντρόφους μας. Όμως, συμβαίνει και το αντίθετο, δηλαδή, η ζήλια μπορεί να μας κάνει να ψάχνουμε περισσότερες πληροφορίες οι οποίες θα τροφοδοτήσουν περαιτέρω αυτή την συμπεριφορά μας, καταλήγοντας σ’ένα φαύλο κύκλο. Μιας και το Facebook βοηθά στη διατήρηση σχέσεων που σε άλλες συνθήκες θα ήταν εφήμερες και συνδέει ανθρώπους που μπορεί να μην επικοινωνούσαν ποτέ, εύκολα κάποιος συμπεραίνει ότι μπορεί να ενισχύσει τη ζήλια και την καχυποψία.

Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί εάν δούμε λίγο τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα. 92,1% των συμμετεχόντων στη μελέτη, δήλωσε πως ο σύντροφός τους είχε φίλους που ο ίδιος δεν ήξερε. Το 74,6% ήταν πιθανό να κάνουν φίλο ένα πρώην σύντροφο και 78,9% δήλωσε πως ο σύντροφός τους είχε κάνει φίλο έναν πρώην σύντροφο. Οι γυναίκες βρέθηκαν να ξοδεύουν σημαντικά περισσότερο χρόνο στα κοινωνικά δίκτυα απ’ότι οι άντρες.

Μια άλλη έρευνα στην οποία συμμετείχαν 342 Αυστραλοί φοιτητές και δημοσιεύθηκε με τίτλο “Time to face it! Facebook intrusion and the implications for romantic jealousy and relationship satisfaction (2011)”βασίστηκε στο πως η «εισβολή» του Facebook επηρεάζει το βαθμό ικανοποίησης μιας σχέσης.

Η ψευδής αίσθηση οικειότητας που μπορεί να δημιουργηθεί και ως εκ τούτου να οδηγεί κάποιους να είναι πιο επιρρεπείς στην εξαπάτηση, καθώς και το γεγονός ότι δίνεται η δυνατότητα δημιουργίας μιας «πραγματικής ταυτότητας» και μιας «ταυτότητας Facebook», έδειξε ότι υπάρχει μεγάλος βαθμός δυσαρέσκειας και αύξηση περιστατικών ζήλιας, καχυποψίας και διαδικτυακής παρακολούθησης του συντρόφου. Πολλοί ένιωθαν ότι δεν γνωρίζουν πραγματικά τον/την σύντροφό τους και το ότι πρώην και νυν φίλοι πιθανόν να σχολίαζαν το οτιδήποτε, τους υπενθύμιζε καθημερινά ότι ο σύντροφός τους είχε παρελθόν στις σχέσεις.

Πιστεύω ότι είναι σημαντικό ν’απενοχοποιήσουμε τη ζήλια και να τη δούμε απλά ως ένα συναίσθημα. Βάζοντας σε κάποιον τη ταμπέλα του νευρωσικού ή να λέμε «έχεις χαμηλή αυτοεκτίμηση» δεν είμαι σίγουρη ότι είναι πολύ βοηθητικό. Εξάλλου, μ’αυτή τη λογική μπορεί κάποιος να πει ότι «έχω υψηλή αυτοεκτίμηση αφού δεν επιτρέπω στον εαυτό μου ν’αντιμετωπίζεται μ’αυτό τον τρόπο».

Γενικά, βοηθάει ν’αποδεχόμαστε όλα μας τα συναισθήματα –ακόμα κ εκείνα που μας ενοχλούν – να τους δίνουμε χώρο και όχι να προσπαθούμε να τα «ξεφορτωθούμε». Δεν υπάρχει τίποτα απολύτως στραβό με τα συναισθήματά μας, όταν αυτά εκφράζονται με έναν υγιή και λειτουργικό τρόπο. Η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από τον έλεγχο ή την αποφυγή. Έχοντας επίγνωση τι μας συμβαίνει και να μας επιτρέπουμε να είμαστε και ζηλιάρηδες, το συναίσθημα από μόνο του μπορεί να αποδυναμωθεί και να μην το βιώνουμε τόσο απειλητικά.

Είναι απαραίτητο να ξεχωρίζουμε το συναίσθημα από τη συμπεριφορά. Όπως ακριβώς υπάρχει μεγάλη διαφορά στο «νιώθω θυμό» και «συμπεριφέρομαι επιθετικά», έτσι, είναι διαφορετικό το να αισθάνομαι ζήλια και να ενεργώ – συμπεριφέρομαι βάση αυτού του συναισθήματος. Οι πιθανότητες να διαλυθεί μια σχέση από συμπεριφορές όπως το να ζητάω διαρκή επιβεβαίωση από τον άλλον, να κατηγορώ ή να υποψιάζομαι συνεχώς, αυξάνονται. Μπορούμε να επικοινωνούμε τη ζήλια μας και με πιο απλούς τρόπους.

Η αβεβαιότητα είναι ένας περιορισμός κάθε σχέσης και καλό θα ήταν να το αποδεχθούμε. Το να προσπαθώ να ελέγξω τον άλλον έχει κούραση και είναι μάταιο. Σ’αυτό το σημείο είναι πολύ χρήσιμο να εξετάσουμε τα πιστεύω και τις προσδοκίες για τις σχέσεις μας γενικότερα. Κάποιες φορές, η ζήλια μπορεί να πυροδοτείται ακριβώς απ’αυτά τα πιστεύω. Πεποιθήσεις τύπου «ο/η σύντροφός μου δεν πρέπει να έλκεται από άλλους» ή «τι δουλειά έχει να μιλάει με τον/την πρώην του» δεν είναι και τόσο υποστηρικτικές.

Ας μην ξεχνάμε πως πολλές φορές η ζήλια μπορεί να είναι προβολή. Για παράδειγμα, εάν εγώ είμαι άπιστη, αποδίδω αυτή τη συμπεριφορά στον άλλο γιατί δεν μπορώ να ταυτιστώ μ’αυτό –δεν το αποδέχομαι – με αποτέλεσμα να το αποκλείσω από το εμένα και τελικά να πιστεύω ότι προέρχεται από τον άλλον.

Τέλος, να μάθουμε να ζητάμε από εκεί που μπορούν να μας δώσουν. Εάν έχω ανάγκη από σταθερότητα, γιατί να τη ζητάω από κάποιον ασταθή;

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 2-11-2012

http://www.tovima.gr//media/article/?aid=482058