Το κατάρτι του Οδυσσέα

Έγραφα με το ζόρι ένα ποστ που όλο τελείωνα και ποτέ δεν άρχιζα και είχε να κάνει με μια τοποθέτηση πάνω σ’ένα άρθρο που είχα διαβάσει πριν καιρό. Μόλις είχα γράψει την πρόταση «έχει φτάσει πλέον η στιγμή να προβληματιστούν σοβαρά οι ψυχοθεραπευτές πάνω στον καινούργιο τους ρόλο ως υπαρξιακών καθοδηγητών» όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου και άκουσα έναν αγαπημένο φίλο να μου λέει: «Νάσια, με άφησε. Είμαι στη δουλειά και μάλλον κάτι έπαθα γιατί δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου»

Φαντάζομαι αρκετοί από εμάς έχουμε βρεθεί σε παρόμοια θέση. Να μας συμβεί κάτι «έτσι ξαφνικά» και να παγώσουμε, να παραλύσουμε, να νιώθουμε πως χάνουμε τη γη και τον ουρανό, να σκεφτούμε να καλέσουμε το 166 να έρθει να μας μαζέψει.

Όταν κάποιος είναι σε θεραπεία τα πράγματα ίσως να είναι λίγο καλύτερα απ’ την άποψη ότι ο ψυχοθεραπευτής θα μπει σε mode «παρέμβαση στην κρίση», δηλαδή όλα τα θέματα που δουλεύαμε μέχρι τότε τα βάζουμε προσωρινά στην άκρη και αντιμετωπίζουμε αυτό που συμβαίνει στο εδώ και τώρα. Δεν είναι η ώρα να δουλέψουμε υπαρξιακά θέματα ούτε να δούμε τις επιλογές συντρόφων που κάνουμε, ούτε τη σχέση μας με τους γονείς. Αυτά αργότερα. Το σημαντικό είναι να καταφέρουμε να είμαστε κάπως λειτουργικοί. Έτσι λοιπόν, το ποστ αυτό είναι μια προσπάθεια να απαλύνει έστω και στο ελάχιστο τον πόνο -όχι τόσο των πρώτων ημερών αλλά των επόμενων- που νιώθει κάποιος όταν χωρίζει και δεν είναι σε θεραπευτική διαδικασία.

Όταν ακούω τέτοια περιστατικά, μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια τριών ανθρώπων.
Ο πρώτος είναι ο πατέρας μου που στην κατηγορία «σχέσεις» μου έχει δώσει μόνο δυο συμβουλές. Η μια είναι «παιδί μου, έαν δεν είσαι ευτυχισμένη και δεν περνάς καλά, να σηκώνεσαι να φεύγεις αλλά για να μπορείς να φεύγεις δεν θα πρέπει να εξαρτάσαι οικονομικά από κανέναν»

Ο δεύτερος άνθρωπος είναι η επόπτριά μου που μου έμαθε –μέσω των θεμάτων των θεραπευόμενών μου αλλά και των δικών μου- να ακούω και να σέβομαι το «όχι», «δεν θέλω άλλο», «δεν σ’αγαπάω πια», τα όρια των άλλων ανθρώπων και πως μέσα απ’ τη στάση αποδοχής μιας δύσκολης κατάστασης αποκτώ επίγνωση αλλά κυρίως μαθαίνω να στέκομαι σε μένα και να κερδίζω τον αυτοσεβασμό.

Τον τρίτο άνθρωπο δεν τον ξέρω αλλά πρόσφατα είχα διαβάσει ένα άρθρο της – είναι μια διάσημη life coach, η οποία ζει στο Τέξας και χρεώνει 1000 δολάρια τη συνεδρία – στο οποίο ανάμεσα σε άλλα έγραφε: «Μην κυνηγάτε ποτέ κάποιον που δεν σας θέλει. Πείτε αμέσως τη φράση: έχω αρκετό αυτοσεβασμό στο να θέλω κάποιον που δεν με θέλει. Εάν έχετε εμμονή με κάποιον που δεν σας θέλει σας συνιστώ να τρέξετε – όχι να περπατήσετε – στον πιο κοντινό σας ψυχίατρο γιατί έχετε σοβαρό πρόβλημα το οποίο πρέπει να λύσετε άμεσα».

Σ’ αυτές τις τοποθετήσεις εγώ βλέπω κάτι κοινό. Την αποδοχή, τον αυτοσεβασμό, την προσωπική ευθύνη και το δικαίωμα στην ευτυχία.

Η φυσική τάση των ανθρώπων είναι να αποφεύγουμε τον πόνο γι’ αυτό συνήθως η πρώτη αντίδραση σε κάτι δύσκολο που μας έχει συμβεί είναι η άρνηση. Η άρνηση, είναι μια γνωστική κατάσταση όπου αναπτύσσεται μια είδους αντίσταση απέναντι στο τραυματικό γεγονός, απορρίπτοντάς το ως μη αληθές. Τη θέση της άρνησης θα την πάρουν άλλα συναισθήματα και θα περάσουμε διάφορα στάδια – τα οποία απλά είναι η προσπάθεια να διεργαστούμε την απώλειά μας- μέχρι να φτάσουμε στο ζητούμενο. Την αποδοχή. Αυτό δεν σημαίνει πως θα ξεχάσουμε από που μας έχει συμβεί ούτε ξαφνικά θα γίνουμε ευτυχισμένοι. Ίσως να έχουμε καταφέρει να αποδεσμεύσουμε κάθε ωραία ανάμνηση από την επιθυμία και την προσδοκία να την ξαναζήσουμε με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Ίσως καταφέρουμε να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στις ευχάριστες αναμνήσεις και στα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που έφυγε έτσι ώστε να τον δούμε ολόκληρο, με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του.

Αρκετά συχνά βλέπω –μου έχει συμβεί και μένα φυσικά- μια τάση για έλεγχο του άλλου μέσω της φράσης «θα τον/την κάνω να». Μην μπείτε σ’αυτό. Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να καθυστερήσετε τη διαδικασία της επούλωσης. Οι άνθρωποι κάνουν αυτό που θέλουν να κάνουν οι ίδιοι. Αισθάνονται με τον τρόπο που οι ίδιοι θέλουν να αισθανθούν, σκέπτονται αυτό που θέλουν να σκεφτούν, κάνουν τα πράγματα που θεωρούν ότι είναι υποχρεωμένοι να κάνουν, και θα αλλάξουν μόνο όταν εκείνοι είναι έτοιμοι να αλλάξουν. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε άλλους ανθρώπους. Κάθε προσπάθεια άσκησης ελέγχου είναι μια αυταπάτη και ψευδαίσθηση. Κανένα είδος ελέγχου που εμείς θα ασκήσουμε δεν μπορεί να επιφέρει μόνιμες ή επιθυμητές αλλαγές σε έναν άλλον άνθρωπο. Ορισμένες φορές μπορεί να κάνουμε πράγματα που θα αυξήσουν την πιθανότητα στο να θελήσει να αλλάξει ο άλλος. Αυτό, όμως, ούτε μπορούμε να το εγγυηθούμε, ούτε να το ελέγξουμε.

Το μόνο άτομο που μπορούμε να μεταβάλουμε και στο οποίο έχουμε δικαιοδοσία ελέγχου είναι ο εαυτός μας. Όπως ο Οδυσσέας δέθηκε στο κατάρτι του πλοίου του και κατάφερε να αποφύγει τη γοητεία των Σειρήνων και σώθηκε, έτσι και σε μια δύσκολη στιγμή, όπως ένας χωρισμός, αυτό που έχουμε είναι το δικό μας κατάρτι. Το εσωτερικό μας κατάρτι, ο εαυτός μας, ο τρόπος που θα μείνουμε στη θέση μας και όχι στον άλλον άνθρωπο γιατί εκεί υπάρχει μόνο το χάσιμο. Το κατάρτι θα μας βοηθήσει να μην ξεχάσουμε τον προορισμό μας, να μην πνιγούμε.

Έχω ξαναγράψει παλιότερα για την παρουσία των φίλων σε πολύ δύσκολες στιγμές μου, πόσο πολύτιμη ήταν η βοήθειά τους και πόσο ευγνώμων θα είμαι για πάντα. Το λεγόμενο υποστηρικτικό πλαίσιο. Η δική μου βοήθεια ήταν να κάνω καθαρό σ’εκείνους τι με βοηθάει. Εκείνοι, ήταν «απλά» εκεί και άκουγαν ακούραστα τα ίδια και τα ίδια. Για κάποιο διάστημα θα πρέπει να ένιωθαν πρωταγωνιστές στο sequel «η μέρα της μαρμότας». Ακόμα και εάν είστε άνθρωποι εσωστρεφείς και έχετε μάθει να έχετε συμπεριφορά γάτας όταν πληγώνεστε ή όταν αρρωσταίνετε, φροντίστε τον πρώτο καιρό να έχετε δίπλα σας έστω και έναν άνθρωπο.

Μην κατηγορείτε τον εαυτό σας που πίστεψε, που αφέθηκε και κυρίως μην παίρνετε τη συμπεριφορά των άλλων ως αντανάκλαση της δική σας αυτοαξίας. Μην έχετε την απαίτηση να φύγετε γρήγορα και εύκολα απ’τον πόνο. Η απώλεια είναι προσωπική υπόθεση και ο καθένας τη βιώνει με διαφορετικό τρόπο, σε διαφορετικά χρονικά πλαίσια και με διαφορετική ένταση. Να είστε μαλακοί, τρυφεροί και φροντιστικοί μ’εσάς. Αργότερα θα μπορέσετε να αποκτήσετε την επίγνωση τί κάνατε και πώς το κάνατε μέσα σ’αυτή τη σχέση. Όχι για να αποδώσετε ευθύνες. Δεν έχει σημασία ποιος φταίει. Αλλά γιατί έτσι θα μπορέσετε να ενσωματώσετε αυτή την εμπειρία, να την μετατρέψετε σε κάτι που αξίζει.

Να θυμάστε, το μόνο μέρος απ’όπου μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα, είναι από εκεί που βρισκόμαστε.
Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 20/10/2015

Advertisements

Δύσκολοι αποχαιρετισμοί

«Θα έχει ενδιαφέρον ένα άρθρο για την απώλεια-τον θάνατο. αν έχεις χρόνο και θέλεις» διάβασα στο μέιλ που έλαβα προχθές. Η πρώτη μου σκέψη ήταν μήπως είναι βαρύ για καλοκαίρι –λες και ο πόνος του θανάτου αλλάζει με τις εποχές – αλλά μετά σκέφτηκα πιο πρακτικά: «έλα το’χεις το θέμα. Σίγουρα θα γράψεις για τα πέντε στάδια του πένθους, θα φυσιολογικοποιήσεις τη θλίψη ως αντίδραση στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου από το θάνατο και φυσικά κάποιες «πρακτικές συμβουλές» που ίσως βοηθήσουν».Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, αυτό το ποστ είναι παραγγελία.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα βιαστικά και ενώ ετοιμαζόμουν να φύγω απ’το σπίτι άκουγα στο ραδιόφωνο για τη συντριβή του αεροσκάφους, το Μεσανατολικό και αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό δυο άνθρωποι. Ο Τζάφαρ ή Τζέφρυ όπως τον φωνάζουμε, ο οποίος ζει στην Ελλάδα από 18 χρονών και τον ξέρω από τότε. Ο ίδιος είναι απ’ τη Δυτική όχθη, δεν έχει πάει ποτέ στη Λωρίδα της Γάζας, όμως όλοι του οι συγγενείς, φίλοι και συμπατριώτες είναι εκεί. Η Νούριθ που ζει στο Τελ Αβίβ με την οποία δεν έχω κοντινή σχέση όμως είναι ένας άνθρωπος που θαυμάζω απεριόριστα. Τελευταία φορά την είδα το Φεβρουάριο στο πλαίσιο μιας εποπτείας και θυμήθηκα πόσο μ’εντυπωσίασε ο τρόπος που δούλεψε μέσα στην ομάδα ένα θέμα απώλειας. Προσπάθησα να φανταστώ πως θα ένιωθαν αυτοί οι άνθρωποι εάν διάβαζαν το ποστ που σκεφτόμουν να γράψω. Δυο άνθρωποι που ξέρουν καλά τι σημαίνει απώλεια. Ντράπηκα και ένιωσα αμηχανία, όμως, κατάφερα να συνδεθώ και να έρθω σ’επαφή με τον πόνο της δικής μου απώλειας που βίωσα πριν τρια χρόνια. Τότε που εγώ διάβαζα πρακτικά ποστ για να καταφέρω να απαλύνω τον πόνο που ένιωθα. Το γνωστικό μου κομμάτι ηρεμούσε για λίγο όμως ο πόνος ήταν αφόρητος και όσο προσπαθούσα με λογικά επιχειρήματα να τον κατευνάσω χωρίς να του δώσω χώρο –είναι η φύση του ανθρώπου ν’αποφεύγει τον πόνο- τόσο θύμωνα και υπέφερα. Ήθελα απλά να τελειώνει και να είμαι καλά.

Αυτό που ήταν σωτήριο για μένα εκείνη την περίοδο ήταν η παρουσία τριών ανθρώπων. Το λεγόμενο υποστηρικτικό πλαίσιο. Και μόνο η αίσθηση πως δεν ήμουν μόνη μου, ήταν ανακουφιστική. Εγώ βοήθησα με το να ζητάω από εκείνες πράγματα που ήξερα πως θα μπορούσαν να μου δώσουν. Ήξερα πως η μια είναι ακούραστη στο ν’ακούει τα ίδια και τα ίδια και να με δικαιώνει, η άλλη το άντεχε να με ακούει να κλαίω γοερά και απλά να είναι εκεί και με την τρίτη να συζητώ πιο ‘λογικά’ και να μη βυθίζομαι εντελώς στο συναίσθημα. Το να ζητάς απ’τους άλλους αυτό που έχεις ανάγκη όχι μόνο μαθαίνεται αλλά είναι και πολύ βοηθητικό στις σχέσεις.

Προσπάθησα να μην είμαι απαιτητική με μένα. Αποδέχτηκα πως περνάω μεγάλο ζόρι και με το να λέω στον εαύτο μου «άντε Νάσια, ακόμα; Δεν είναι φυσιολογικό τόσο πένθος. Έχεις ξεπεράσει το επιτρεπτό όριο» δεν βοήθησε καθόλου. Ο πόνος δεν είναι ένδειξη αδυναμίας και ο χρόνος επούλωσης ενός τραύματος δεν είναι ίδιος για όλους. Να είστε μαλακοί με τον εαυτό σας. Μιλήστε και φερθείτε στον εαύτο σας όπως θα μιλούσατε σ’ένα παιδάκι που κλαίει και είναι πολύ στεναχωρημένο. Φαντάζομαι πως στο παιδί σας ή στο παιδί ενός φίλου σας δεν θα λέγατε ποτέ «άντε, τελείωνε με τα κλάματα. Δεν είναι φυσιολογικό αυτό». Θα το ακούγατε, θα του λέγατε πως έχει δίκιο που είναι στεναχωρημένο και κλαίει και θα το φροντίζατε όπως μπορούσατε.

Εκείνη την περίοδο δυσκολευόμουν πολύ και να κοιμηθώ. Επειδή δεν μπορούσα με τίποτα να διαβάζω, έβαλα στο υπνοδωμάτιό μου μια τηλεόραση και μετά από ένα τέταρτο μ’έπαιρνε ο ύπνος. Δεν ξέρω εάν ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, με τον καιρό όμως η πληγή έκλεισε. Η ουλή έμεινε και κάποιες φορές με τις αλλαγές του καιρού πονάει, αλλά η ποιότητα, η ένταση και πόσο μένω στον πόνο δεν είναι η ίδια. Αποδέχτηκα πως κάποιες απώλειες ίσως να μην τις ξεπεράσω και αυτή αποδοχή, εμένα με ηρεμεί.

Θέλω να πω κάτι σ’εκείνους που είναι κοντά σε ανθρώπους που πενθούν. Δεν χρειάζεται να έχετε πάντα κάτι να πείτε. Με το να είστε εκεί να ακούτε είναι πολύ πιο θεραπευτικό και ανακουφιστικό για τον άλλον. Αν θέλετε, αποφύγετε φράσεις «θα περάσει, θα δεις ή τουλάχιστο δεν ταλαιπωρήθηκε» υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο άλλος να θυμώσει. Είναι πολύ φοβιστικό να μένεις στον πόνο, το ξέρω. Όμως, πολλές φορές, το μόνο που θέλουμε όταν κλαίμε είναι να μην κλαίμε μόνοι μας. Απλά να είναι κάποιος δίπλα μας χωρίς να μιλάει. Απλά, ν’αντέχει τον πόνο μας.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 21/7/2014
http://www.exostispress.gr/Article/diskoloi-apoxairetismoi-0#ixzz38HzjDgS8

Η μητέρα του σκύλου

Η Νέλλη ήταν το αδέσποτο που φρόντιζα τα τελευταία 14 χρόνια. Το μεσαίου μεγέθους κανελί σκυλί εμφανίστηκε ξαφνικά σ’ένα τεράστιο περιφραγμένο χώρο στον οποίο ζούσαν κ άλλα σκυλιά που φροντίζαμε κάποιοι που εργαζόμασταν εκεί.  Τράβηξε αμέσως την προσοχή μου όχι μόνο επειδή ήταν πολύ όμορφη αλλά επειδή ήταν φοβισμένη και δεν μπορούσε να την πλησιάσει κανείς. Τότε, θυμάμαι, ήταν η εποχή που ενθουσιαζόμουν με όλα τα δύσκολα. Δύσκολους ανθρώπους, δύσκολες καταστάσεις, δύσκολα ζώα.

Δυο μήνες μετά κατάφερα να τη χαιδέψω και από τότε όσο περνούσε ο καιρός εκδηλωνόταν όλο και πιο πολύ. Στην αρχή κούναγε ουρά αλλά πλησίαζε διστακτικά, λίγο αργότερα κάναμε μύτη-μύτη -αυτές οι δροσερές μύτες-καραμέλες ούζου των σκύλων είναι το κάτι άλλο- και αργότερα, είχε μάθει το αυτοκίνητο και έτρεχε από μακριά όταν με άκουγε και έκανε όλες αυτές τις χαρές που κάνουν τα σκυλιά όταν βλέπουν κάποιον που συμπαθούν.

Τα χρόνια πέρασαν, η Νέλλη μεγάλωσε. Τον τελευταίο χρόνο είχε πέσει πάρα πολύ. Δυσκολευόταν να περπατήσει και είχε τυφλωθεί.  Είχαμε κανονίσει και λέγαμε πως σύντομα θα ρθει η ώρα της ευθανασίας.  Προχθές, μου είπαν πως τη Μ. Εβδομάδα την πήγαν για ευθανασία αλλά “δεν σου είπαμε τίποτα για να κάνεις Πάσχα“.  Δεν θέλω να περιγράψω πως ένιωσα κ τι απάντησα.

Εχθές, μου ήρθαν στο μυαλό δυο ιστορίες.  Η μια ήταν στενού συγγενή. Όταν πέθανε η μητέρα της -με την οποία δεν μίλαγε τα τελευταία χρόνια- πέρα απ’την απώλεια που βίωνε, τον πόνο των ανοιχτών λογαριασμών που είχε μαζί της, θυμάμαι πως επαναλάμβανε με λυγμούς τη φράση: “δεν ξέρω πως πέθανε. δεν ξέρω εάν είχε κάποιον δίπλα της. δεν ξέρω πως πέρασε τις τελευταίες της ώρες“. Η δεύτερη, ήταν ενός συναδέλφου. Στα πλαίσια πρακτικής, επισκεπτόταν ένα γηροκομείο. Εκεί, είχε αναπτύξει μια πιο στενή σχέση μ’εναν απ’τους ηλικιωμένους. Στην επόμενη επίσκεψή του λοιπόν, τον έψαξε και δεν τον βρήκε. Όταν ρώτησε του απάντησαν: “α, δεν σας το είπαμε. πέθανε την προηγούμενη εβδομάδα“.  Θυμάμαι ακόμα πόσο έκλαιγε όταν περιέγραφε το περιστατικό. Έλεγε, “δεν μου είπαν τίποτα. πως γίνεται να μην πουν τίποτα. ήθελα να πάω στη κηδεία, να τον αποχαιρετήσω.”

Οι παραπάνω περιπτώσεις έχουν ένα κοινό. Δεν ήταν εκεί ν’αποχαιρετήσουν κάποιον που δεν θα ξαναδούν. Δεν ήταν τόσο η απώλεια του ανθρώπου ή του σκύλου. Φυσικά, ο πόνος όταν πεθαίνει κάποιος που αγαπάμε είναι μεγάλος, αλλά γίνεται πολύ μεγαλύτερος εάν αποφασίζουν άλλοι για το πως θα επιλέξουμε να θρηνήσουμε. Συμβουλές δίνω αυστηρά σε δυο τρεις φίλους κ μόνο όταν μου το ζητήσουν. Θα κάνω μια εξαίρεση.  Η διαδικασία του πένθους και του θρήνου είναι μια απόλυτη φυσιολογική διαδικασία που όλοι θα χρειαστεί ν’αντιμετωπίσουμε. Μην αποφασίζετε εσείς για το εάν κ πως θέλει κάποιος να θρηνήσει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο παραβιαστικό στο ν’αποφασίζουν οι άλλοι για σένα.

Image

Ο Υποκόμης και ο Καθηγητής

Why do you suppose we only feel compelled to chase the ones who run away? αναρρωτήθηκε μελαγχολικά μέχρι και ο Κόμης Βαλμόν στις επικίνδυνες σχέσεις.

Αιώνες μετά, το βασανιστικό  ερώτημα παραμένει για πολλούς αναπάντητο. Το ακούμε πολύ συχνά και σε διάφορες παραλλαγές: “Γιατί αυτή η συγκεκριμένη σχέση μ’έχει καθηλώσει και δεν μπορώ να προχωρήσω” ή  “Πώς γίνεται αυτοί/ες που επιλέγω να έχουν τα ίδια μοτίβα συμπεριφοράς;”

Για τη Μαρκησία ντε Μαρτέιγ, η απάντηση ήταν μονολεκτική. Ανωριμότητα.
Για τον Καθηγητή και ψυχαναλυτικό ψυχοθεραπευτή Jeremy Holmes, τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα. Ο Jeremy Holmes εξετάζει τη θεωρία του Bowlby -τις διεργασίες της προσκόλλησης και της απώλειας- και ερευνά τους τρόπους με τους οποίους η “Θεωρία του Δεσμού” μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της κοινωνίας και των προβλημάτων που την βασανίζουν.

H φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους. Σύμφωνα με τον Holmes, κατά τη διαδικασία της κοινωνικής μας εξέλιξης, κατασκευάζουμε εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα (internal working models) ή νοητικές αναπαραστάσεις του εαυτού και των προτύπων αλληλεπίδρασης με τους άλλους. Τα μοντέλα αυτά οργανώνουν την εξέλιξη της προσωπικότητας, κατευθύνουν την κοινωνική μας συμπεριφορά και αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση προσδοκιών, αντιλήψεων και συμπεριφορών, καθώς και το πως βιώνουμε τα συναισθήματα σε υπάρχουσες αλλά και σε νέες σχέσεις.

“Δηλαδή, τώρα που ξέρω, θα σταματήσω να κάνω σχέσεις που με ταλαιπωρούν;”.

Όταν κάποιος φτάσει στην κατανόηση των βιωμάτων του και αξιολογήσει το παρελθόν του, είναι σημαντικό να μη σταθεί μόνο στη λύπη. Εάν στο σήμερα νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για κάποια συμπεριφορά που έρχεται από τον απέναντι μου, θα με βοηθήσει να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τί μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει; από που την ξέρω; υπήρχε κάποιος στο στενό μου περιβάλλον που συμπεριφερόταν παρόμοια;

Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά αναπαράγουν-πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά ίσως γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν. Στο σήμερα, εάν κάποια παρόμοια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει πιθανότητα να με γυρίσει πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα πως είναι δυνατόν”.

Το παρελθόν δεν αλλάζει. Αλλάζει όμως ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετωπίζω. Επίσης, η μεγαλύτερη παγίδα, θα είναι να προσπαθήσω ν’ αλλάξω τον άλλον. Δεν έχουμε καμιά δουλειά να κάνουμε τέτοια πράγματα. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να επικεντρωθούμε στο πώς θα βοηθηθούμε να κάνουμε  αλλαγές που θα κάνουν τη ζωή μας καλύτερη.