Μια άβολη σχέση: Εμείς και τα χρήματα

“Ξέρω πολύ καλά τι πρέπει να κάνω για να βάλω σε τάξη τα οικονομικά μου -χρησιμοποιώ διάφορα apps, διαβάζω- όμως στην πορεία κάπου το χάνω. Έχω σταθερή δουλειά, βγάζω χρήματα, όποτε χρειαστώ βοήθεια η οικογένειά μου είναι πρόθυμη να βοηθήσει.  Είχα διαβάσει πως γενικά η οικονομία εξαρτάται πολύ από τον ψυχολογικό παράγοντα. Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για να με βοηθήσω;”

Η σχέση μας με τα χρήματα είναι περίπλοκη και ισόβια. Διαμορφώνει τη στάση μας απέναντι σε άλλους ανθρώπους, συνδέει και χωρίζει γενιές. Τα χρήματα είναι η αρένα στην οποία παίζεται η απληστία και η γενναιοδωρία, ο τρόπος που δείχνω την αγάπη μου, εκεί που ασκείται η σοφία και η αίσθηση της ταυτότητας πολλών παίρνει μορφή. Ιδέες όπως η ελευθερία, η επιθυμία, η εξουσία, η εργασία, η φήμη, επικυρώνονται σχεδόν πάντα μέσα και γύρω από τα χρήματα.

Προσδίδουμε ιδιότητες και αναπτύσσουμε συμπεριφορές σε σχέση με τα χρήματα ενώ ταυτόχρονα το να μιλάμε για αυτά θεωρείται ταμπού. Πολλοί μεγαλώσαμε μαθαίνοντας ότι τα χρήματα είναι από τα θέματα που καλό θα είναι να αποφεύγουμε να συζητάμε σε παρέες και πως είναι αδιακρισία και αγένεια να ρωτάς ακόμα και έναν φίλο πόσα βγάζει.

Ακόμα και αν αφήσουμε στην άκρη το κοινωνικό ταμπού υπάρχουν και πρακτικά εμπόδια που κάνουν τη σχέση μας με τα χρήματα περίπλοκη. Απ’τη μια στα σχολεία δεν υπάρχει μάθημα για την καλλιέργεια του οικονομικού εγγραματισμού και απ’την άλλη αισθανόμαστε ντροπή και ενοχή που δεν έχουμε αποκτήσει αυτές τις δεξιότητες. Η ντροπή μας εμποδίζει να είμαστε ειλικρινείς και έτσι δυσκολευόμαστε να αναζητήσουμε την κατάλληλη βοήθεια.

Η σχέση μας με τα χρήματα είναι τεράστιο θέμα και το να είναι κάποιος καλός ή κακός στη διαχείρισή τους τις περισσότερες φορές αντιμετωπίζεται με όρους ηθικής. Σωστά είχες διαβάσει πως τα χρήματα και η ψυχολογία είναι άμεσα συνδεδεμένα. Εκείνοι που δεν ασχολούνται με τη συναισθηματική πλευρά της διαχείρισής τους, οι πρακτικές συμβουλές θα είναι αποτελεσματικές μέχρι ένα σημείο.

Το χρήμα και η επιρροή που αυτό έχει στις σχέσεις μας θα είναι το θέμα των επόμενων σημειωμάτων.

Advertisements

Αφήστε πίσω τις πικρίες

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν δημοσιευθεί αρκετές έρευνες σχετικά με τη θετική επίδραση της συγχώρεσης, δηλαδή με την συνειδητή απόφαση που παίρνουμε να αφήσουμε οριστικά πίσω μας αισθήματα πικρίας ακόμα και επιθυμία αντεκδίκησης προς αυτούς που κάποια στιγμή μας αδίκησαν. Τώρα, μια νέα μελέτη -που βασίζεται σε ένα μικρό δείγμα στο χώρο εργασίας- υποστηρίζει τη σημασία που έχει η ικανότητα να υπερβαίνουμε πικρίες και αρνητικά συναισθήματα για τη βελτίωση της ευημερίας και της παραγωγικότητας σε επαγγελματικά περιβάλλοντα.

Οι συγκρούσεις μεταξύ των συναδέλφων είναι αναπόφευκτες και συνδέονται με το στρες, προβλήματα υγείας (ψυχικά και σωματικά) και χαμηλή παραγωγικότητα. Οι ερευνητές ανέλαβαν να διερευνήσουν το ρόλο της συγχώρεσης στη βελτίωση αυτών των αρνητικών επιπτώσεων.

Οι συμμετέχοντες – περισσότεροι από 200 εργαζόμενοι – απάντησαν σε ερωτηματολόγια σχετικά με την παραγωγικότητα και την ευημερία τους σε σχέση με την ικανότητά τους να υπερβαίνουν αισθήματα πικρίας και απογοήτευσης που έχουν προκληθεί από άλλους συναδέλφους τους.

Στο πρώτο στάδιο της έρευνας ζητήθηκε από τους εργαζόμενους να επικεντρωθούν σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό που τους συνέβη και να περιγράψουν πώς πίστευαν ότι τους επηρέασε. Το δεύτερο ερωτηματολόγιο διερεύνησε τη γενική τάση των συμμετεχόντων να είναι ειλικρινείς και τις εργασιακές τους συνήθειες τον προηγούμενο μήνα.

Και στις δύο περιπτώσεις, η ικανότητα των εργαζόμενων να υπερβαίνουν τα αρνητικά συναισθήματα για τους συναδέλφους τους συνδέθηκε με την αύξηση της παραγωγικότητας, λιγότερες μέρες απουσίας από την εργασία και με λιγότερα προβλήματα ψυχικής και σωματικής υγείας, όπως θλίψη και πονοκεφάλους.

Αυτή η νέα έρευνα είναι σημαντική τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους εργοδότες, καθώς η συσσώρευση αισθημάτων πικρίας για συναδέλφους επηρεάζει αρνητικά τα άτομα και τους οργανισμούς στο σύνολό τους. Το κόλλημα σε αρνητικά συναισθήματα μετά από μια σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε απεμπλοκή από την εργασία, έλλειψη συνεργασίας και επιθετική συμπεριφορά. Η μνησικακία συνδέεται επίσης με αυξημένο άγχος και συναισθήματα ή συμπεριφορές όπως ο θυμός, η εχθρότητα και η εκδίκηση.

Δεδομένου ότι πολλοί άνθρωποι που βρίσκονται σε σύγκρουση πρέπει να συνεχίσουν να συνεργάζονται, η απόφασή τους να υπερβούν τα συναισθήματα που προκαλεί η σύγκρουση μπορεί να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο αντιμετώπισης και ένας τρόπος για την αποκατάσταση των σχέσεων και της εμπιστοσύνης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι εγκρίνουμε ή αγνοούμε την κακή συμπεριφορά. Κάθε χώρος εργασίας οφείλει να διαθέτει διαδικασίες παρέμβασης και αντιμετώπισης κακοποιητικών συμπεριφορών.

Πώς υπερβαίνουμε τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλούν οι συγκρούσεις στην εργασία.

  • Η συμπεριφορά των Διευθυντών-Προϊσταμένων έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στην οργανωτική κουλτούρα. Αυτή είναι που θέτει όρους και δημιουργεί κλίμα.
  • Ζητήστε συγγνώμη και επιχειρήστε να αποκαταστήσετε δύσκολες σχέσεις. Όταν δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τα λάθη μας, η δυσπιστία μεγαλώνει και ο φόβος για κάτι που συμβαίνει μπορεί να είναι χειρότερος ακόμα και από το αρχικό συμβάν.
  • Αποκαταστήστε την εμπιστοσύνη δουλεύοντας σε ένα κοινό έργο, δημιουργώντας νέες εμπειρίες και αναμνήσεις συνεργασίας.

Υπάρχει ένα παλιό ρητό που λέει: “Η δυσαρέσκεια είναι σαν να παίρνεις δηλητήριο και να περιμένεις το άλλο άτομο να πεθάνει.”

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 20/6/2018 στο επιχειρώ

Η αγένεια ως μεταδοτική ασθένεια

Θα έπρεπε ίσως να είναι αυτονόητο και μάλιστα όσον αφορά τις σχέσεις στους χώρους εργασίας ότι η ευγένεια είναι καταλυτικός παράγοντας στην παραγωγικότητα αλλά φαίνεται ότι αρκετοί και ιδιαίτερα οι επικεφαλής βλέπουν την αγένεια ως σκήπτρο εξουσίας με το οποίο ασκούν τις αρμοδιότητες τους. Αυτό αποκαλύπτει στο βιβλίο της Mastering Civility η Christine Porath η οποία ξεχωρίζει πέντε στοιχεία που αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας κουλτούρας ευγένειας και συναδελφικής αλληλεγγύης.

Η αγένεια έχει τοξική επίδραση όχι μόνο στη δημιουργικότητα αλλά και στην επίλυση απλών προβλημάτων.  Σ’αυτό το πείραμα οι συμμετέχοντες απ’τους οποίους ζητήθηκε να κάνουν μια δουλειά ρουτίνας -ενώ είχε προηγηθεί ένα περιστατικό υποτίμησης της ομάδας- δεν έπεσε μόνο η απόδοση κατά 33% αλλά είχαν και 39% λιγότερες ιδέες.  Το πιο ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό όμως είναι πως ακόμη και εκείνοι που ήταν απλά μάρτυρες σε κάποιο περιστατικό αγένειας, η επίδοσή τους στα ίδια τεστ, μειώθηκε κατά 20% και 30% αντίστοιχα.

Όταν οι επικεφαλής συμπεριφέρονται πολιτισμένα τότε αυξάνεται η παραγωγικότητα, η δημιουργικότητα και τα όποια λάθη ή παραλείψεις εντοπίζονται εγκαίρως μειώνοντας ακόμα και τη συναισθηματική εξάντληση.  Με τη σειρά τους όταν οι εργαζόμενοι συμπεριφέρονται ευγενικά και είναι προσεκτικοί στον τρόπο που μιλάνε, δεν διακόπτουν τους άλλους και χαμογελάνε μπορούν να γίνουν παράδειγμα προς μίμηση βελτιώνοντας έτσι ολόκληρη την κουλτούρα ενός οργανισμού.

Οι πέντε παράγοντες που συμβάλουν στην ύπαρξη αρμονικού κλίματος είναι οι παρακάτω:

  1. Διαμοιρασμός των πόρων.  Σ’ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον το να μοιράζομαι μπορεί να φαίνεται αντιφατικό.  Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί ότι οι άνθρωποι που μοιράζονται περισσότερα από τους πόρους τους είναι πιο ευτυχισμένοι και πιο επιτυχημένοι από εκείνους που δίνουν λιγότερα ή καθόλου.  Εάν μάλιστα θέλουμε να το δούμε από καθαρά ψυχολογική πλευρά ένας άνθρωπος που αισθάνεται ασφαλής με τον εαυτό του και το έργο που προσφέρει δεν νιώθει την ανάγκη να κρύβει τις γνώσεις του, την εμπειρία του και να μη βοηθάει τον διπλανό του.
  2. Να μοιράζομαι την επιτυχία.  Κανείς δεν θέλει να συνεργάζεται με κάποιον που καρπώνεται μια ομαδική επιτυχία ως προσωπική, αλλά δεν αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης του για μια συλλογική αποτυχία.  Η έρευνα δείχνει πως όσα στελέχη, προϊστάμενοι, διευθυντές επιδεικνύουν ταπεινότητα και ξέρουν να επαινούν, οι εργαζόμενοι που δουλεύουν στην ομάδα τους είναι πιο αφοσιωμένοι, ικανοποιημένοι με τη δουλειά τους και πιστοί στον οργανισμό.
  3. Ένδειξη ευγνωμοσύνης.  Όταν ευχαριστείς τους άλλους για τη συνεισφορά τους οι εργασιακές σχέσεις βελτιώνονται και όπως δείχνει και η έρευνα, οι υπάλληλοι βιώνουν μεγαλύτερη αυτοαξία, εμπιστοσύνη και με τη σειρά τους βοηθούν τους συναδέλφους τους.
  4. Πρόσβαση στην αξιολόγηση.  Δεν μιλάμε μόνο για την ατομική αξιολόγηση αλλά όταν οι υπάλληλοι γνωρίζουν την κατάσταση του οργανισμού ή της εταιρείας αυξάνεται το αίσθημα του ανήκειν, της συμμετοχής και αυτό συμβάλει περαιτέρω στην απόδοση.  Εξυπακούεται πως στην ατομική αξιολόγηση είναι σημαντικό να επικεντρώνεται κάποιος στα πλεονεκτήματα παρά στους περιορισμούς καθώς οι ομάδες με υψηλές αποδόσεις είναι εκείνες που μοιράζονται έξι φορές περισσότερα θετικά σχόλια από εκείνες που το κάνουν λιγότερο.
  5. Κοινός σκοπός-όραμα.  Σε γενικές γραμμές οι άνθρωποι θέλουμε να κάνουμε μια δουλειά που να μας δίνει νόημα και να νιώθουμε ότι συνεισφέρουμε σε κάτι μεγάλο, σε κάτι που έχει αξία στο κοινωνικό σύνολο.

Για μια εταιρεία ή έναν οργανισμό το να ενθαρρύνει τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που προάγει την ευγένεια και βελτιώνει την υγεία, τις επιδόσεις και την αφοσίωση των εργαζομένων, μόνο καλό μπορεί να είναι.

Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά

Πριν λίγο καιρό γνώρισα κάποιον. Ενώ θέλω πολύ να αφεθώ και να πάω πιο κοντά δυσκολεύομαι, έχω πολύ άγχος που ευτυχώς όμως κρύβω. Για να καταλάβεις, είναι σαν να έχω μια εσωτερική φωνή που μου λέει συνέχεια όλα όσα πρέπει να κάνω για να τα καταφέρω όμως εξωτερικά παγώνω και δεν κάνω τίποτα. Θέλω να μου πεις συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να ακολουθήσω.  καταλαβαίνω πως μάλλον έχω θέμα όμως μπορείς να μου δώσεις μερικές γρήγορες και εύκολες συμβουλές χωρίς αναφορές στο παρελθόν κλπ; τώρα τι κάνουμε!”.

Ένας συντριπτικά μεγάλος αριθμός προβλημάτων στις σχέσεις συνοψίζεται σε δυο φράσεις: Κάποιος στέκεται πολύ μακριά. Κάποιος στέκεται πολύ κοντά. Το να καταφέρεις να έχεις τη σωστή απόσταση από έναν άνθρωπο πρόκειται για ένα κατόρθωμα εφικτό μόνο όταν μάθεις τον τρόπο να αναγνωρίσεις ότι χρειάζεσαι την αγάπη του, όταν εμπιστευτείς πως και εκείνος θα σε χρειαστεί και βεβαίως να πιστεύεις πως θα μπορέσεις να ζήσεις και χωρίς αυτόν.

Αυτές οι δυο τάσεις -τώρα θα σταθώ σ’αυτή που σε αφορά- προέρχονται από εκεί που θα προτιμούσες να μην αναφερθώ, πράγμα δύσκολο γιατί τα τραυματικά γεγονότα που έχουμε βιώσει στην παιδική μας ηλικία έχουν δημιουργήσει μοτίβα και συνήθειες αρνητικών σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών, οι οποίες με τη σειρά τους γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Γινόμαστε εκείνοι που νιώθουμε ασφαλείς όταν είμαστε μακριά, γιατί η αρχική μας απόπειρα προσέγγισης έληξε μάλλον άδοξα. Για ένα παιδί αυτό μεταφράστηκε ως απόρριψη, ντροπή, μπέρδεμα, αβεβαιότητα, κυρίως όμως ήταν κάτι που δεν ήξερε να το αντιμετωπίσει. Ασυνείδητα αποφάσισε πως τέτοια μορφή έκθεσης δεν θα ξανασυμβεί ποτέ. Έτσι λοιπόν στο τώρα, στην παραμικρή υπόνοια απογοήτευσης ή απόρριψης -ή για να είμαι πιο ακριβής αυτό που ερμηνεύει ως απόρριψη- για να αποφύγει τον πόνο θα σηκώσει τοίχους για να αποφευχθεί η οικειότητα που στο τότε δεν του παρείχε ασφάλεια. Ο μεγαλύτερος φόβος που βιώνει είναι αυτός της οικειότητας, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της εγκατάλειψης.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και εγγύτητα.  Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Ζητάς γρήγορη λύση σε κάτι που σε ταλαιπωρεί και το καταλαβαίνω. Ξέρεις, η αντίσταση στην επιθυμία να βρισκόμαστε μακριά ή κοντά, για κάποιους είναι δουλειά χρόνων. Δεν είναι πάντα εύκολο να περιγράψεις στον άλλον αυτό που σου συμβαίνει, να μην έχεις την ανάγκη να κρύβεσαι στην παραμικρή υπόνοια απόρριψης. Δεν είναι εύκολο να αφήνεις χώρο στον άλλον ελπίζοντας πως θα επιστρέψει και ταυτόχρονα να έχεις και τη σιγουριά πως και να μην επιστρέψει, θα επιβιώσεις.

Η προσέγγιση μπορεί να φαίνεται τρομακτική αλλά δεν είναι και απαραίτητο να είναι έτσι.  Μπορείς να είσαι ο πραγματικός σου εαυτός όταν είσαι με άλλους ανθρώπους και αξίζει να το διακινδυνεύσεις. Μπορείς να εμπιστευτείς τον εαυτό σου και έχεις τη δυνατότητα να αντεπεξέλθεις στην αμηχανία που υπάρχει στο ξεκίνημα μιας σχέσης, έστω και αν στην αρχή το κάνεις όπως οι σκαντζόχοιροι. Προσεκτικά.

 

Η κόρη του Αγαμέμνονα

Πριν λίγο καιρό έλαβα αυτό το μέιλ “Κάνω σχέσεις μόνο με αρκετά μεγαλύτερους. Οι φίλες μου λένε πως αυτό είναι πρόβλημα. Εγώ λέω πως είναι τυχαίο και απλά θέμα γούστου. Πιστεύεις πως έχω θέματα με τον μπαμπά μου;”

Το να θέλουμε να έχουμε δίπλα μας έναν άνθρωπο είναι μια κατανοητή επιθυμία. Εάν έχει και τα χαρακτηριστικά του ιδανικού πατέρα ίσως και να πρόκειται για το ιδανικό σενάριο. Δυνατός και σοφός, συνετός, ευγενικός, σκληρός εάν χρειαστεί, αλλά πάντα δίκαιος και φυσικά πάντα στο πλευρό μας.

Η λαχτάρα για έναν ισχυρό πατέρα υπήρξε ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην ιστορία ενώ οι περισσότερες θρησκείες έχουν συλλάβει τις κεντρικές τους θεότητες ως αρσενικούς γονείς. Στην πρώιμη παιδική ηλικία είμαστε όλοι αδύναμοι και έχουμε ανάγκη από προστασία οπότε μια πατρική φιγούρα αναπόφευκτα φαίνεται εξαιρετικά εντυπωσιακή σ’ένα μικρό παιδί. Στα μάτια ενός παιδιού είναι εκείνος που ξέρει και μπορεί να κάνει τα πάντα.

Όσο ώριμοι και σκεπτικιστές μπορεί να είμαστε σε άλλους τομείς, σε σχέση με την ιδέα της ανδρικής προστασίας μέχρι κάποια ηλικία παραμένουμε λίγο σαν το μικρό παιδί που ήμασταν κάποτε. Ονειρευόμαστε έναν άνθρωπο που θα αναλάβει τις ευθύνες μας, θα πάρει όλες τις μεγάλες αποφάσεις για τη ζωή μας, που θα είναι σκληρός και σίγουρος και θα μας λύσει όλα τα προβλήματα. Θα φροντίζει για τα οικονομικά μας, θα θυμώνει και θα επιτίθεται σε όποιον μας αδικεί ή μας πληγώνει. Θα είναι περήφανος για εμάς και θα μας αγαπάει όπως είμαστε.

Όμως, υπάρχει ένα παράδοξο. Ο ενήλικας που επαναλαμβανόμενα λαχταρά να σχετίζεται μ’έναν “πατέρα” δεν σημαίνει πως μεγάλωσε με τον ιδανικό πατέρα.  Τις περισσότερες φορές αυτή η επιθυμία είναι συνέπεια συναισθηματικής εγκατάλειψης από εκείνον. Είναι γνωστό πως τα αναπτυξιακά μας κενά -ειδικά όταν δεν έχουμε φροντίσει να τα τακτοποιήσουμε- είναι παντοδύναμα. Οι ανοιχτοί λογαριασμοί, οι ακάλυπτες ανάγκες θα εμφανίζονται πάντα ακόμα και με τη μορφή “μπαμπάδων” που όμως δεν θα μπορούν να μας ταίσουν τη “μπεμπελάκ” που δεν φάγαμε τότε. Μπορεί να γνωρίζουν πολύ καλά αυτό που θέλουμε και να υπόσχονται πως θα το δώσουν -άλλοι από αφέλεια και άλλοι από κυνισμό- αλλά πάντα έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνουμε πως όλοι έχουν ατέλειες.

Οι ανολοκλήρωτες εμπειρίες, οι ανοιχτοί λογαριασμοί και τα συναισθήματα επιμένουν στη μνήμη μας ζητώντας την ολοκλήρωσή τους. Εάν αυτό δεν γίνει, παραμένουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι. Όταν όμως κλείσουν, θα συνειδητοποιήσουμε πως η φανταστική πατρική φιγούρα της ενηλικίωσης δεν είναι ένας καλός πατέρας και πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν “μπαμπάδες”.  Θα επιδιώκουμε να κάνουμε σχέσεις ισότιμες χωρίς να περιμένουμε να μας λύσουν τα προβλήματα και να μας σώσουν απ’τους κινδύνους ανεξάρτητα απ’το πόσο θα το ήθελαν.

Δεν ξέρω εάν έχεις θέματα με τον πατέρα σου και αν όλα αυτά σου λένε κάτι και εάν όντως  τυχαίνει να επιλέγεις μεγαλύτερους συντρόφους. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως ότι κάνεις φρόντισε να το κάνεις με επίγνωση.

Κάποιον μου θυμίζεις

Ένα απ’τα πιο συχνά ερωτήματα -που το ακούμε και σε διάφορες παραλλαγές- είναι το “πώς γίνεται αυτοί/ες που επιλέγω να μου συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο;”
Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι μάλλον πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. Οι περιορισμοί γύρω απ’τους οποίους μπορούμε να αγαπάμε και να νιώθουμε καλά προέρχονται από ένα μέρος που όλοι οι ψυχοθεραπευτές αρέσκονται να πηγαίνουν. Στην παιδική ηλικία. Η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων.

Ψάχνουμε εκείνους που από πολλές απόψεις αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Το θέμα είναι ότι η αγάπη που πήραμε κατά την παιδική μας ηλικία δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και καλοσύνη. Δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη -παρ’όλη την αδιαμφισβήτητα καλή πρόθεσή τους- κάποιες φορές η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα βρούμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει.  Δεν δίνουμε σημασία και ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα μας για πολυπλοκότητες που έχουμε συνδέσει με την αγάπη. Μπορεί να περιγράψουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική.

Πολλοί λένε πως η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον με πιο υγιή συμπεριφορά. Θεωρητικά είναι μια καλή λύση και συχνά πρακτικά αδύνατη. Αντί να επιδιώκουμε να αλλάξουμε προτιμήσεις θα ήταν καλύτερο να προσαρμόσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε συμπεριφορές οικείες που στο τώρα, αν και ενήλικοι μας καθηλώνουν.

Κάτι που επαναλαμβάνω πολύ συχνά γιατί γνωρίζω τη χρησιμότητα της ψυχοεκπαίδευσης είναι πως πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά μια συμπεριφορά τους αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Για παράδειγμα εάν ως παιδί δεν έπαιρνα την προσοχή που ήθελα και δεν ήξερα τον τρόπο να τη ζητήσω, τότε θα έβρισκα έμμεσους τρόπους για να πάρω αυτό που είχα ανάγκη.

Στο σήμερα, εάν ο/η σύντροφός μου είναι απορροφημένος με τη δουλειά του και εγώ αντιδράσω όπως παλιά, τότε είτε θα το μεταφράσω “δεν νοιάζεται αρκετά, δεν είμαι αρκετά σημαντικός/ή” ή θα αντιδράσω χειριστικά για να πάρω αυτό που χρειάζομαι. Ένας ενήλικας, που γνωρίζει και έχει δουλέψει τα θέματά του, έστω και αν πυροδοτηθεί ένα παλιό συναίσθημα θα έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί κάτι όπως: “έχει δουλειά, έχω και εγώ δουλειά και είναι εντάξει”.  Γιατί θα γνωρίζει πως στο σήμερα έχει πάντα επιλογές.

Δεν προτρέπω, ούτε υπονοώ να μένουμε σε καταστάσεις δύσκολες και ταλαιπωρητικές για να δούμε και να επιλύσουμε τα παλιά μας τραύματα.  Όμως, ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε.

Ghostbusters

Το ghosting είναι μια συμπεριφορά τόσο διαδεδομένη που σχεδόν έχει ενσωματωθεί στην κουλτούρα μας και ήδη από κάποιους θεωρείται ως κάτι φυσιολογικό, αναμενόμενο ακόμα και αστείο. Το ghosting είναι η ξαφνική διακοπή οποιασδήποτε επικοινωνίας από τη μια πλευρά χωρίς κανένα προφανή για την άλλη πλευρά λόγο ή εξήγηση. Ο άνθρωπος που εξαφανίζεται, που γίνεται φάντασμα -ghost- και που είχατε καθημερινή επαφή ξαφνικά αδιαφορεί για εσάς και αγνοεί τις προσπάθειες επικοινωνίας αφήνοντάς σας σε κατάσταση σοκ.

Μετά το σοκ συνήθως ακολουθούν ασταμάτητες σκέψεις και συνεχής ανάλυση:  “γιατί να συμπεριφερθεί έτσι; τι έκανα; λες να του/της συνέβη κάτι;” Το λάθος σ’αυτές τις περιπτώσεις είναι η προσπάθεια να αναλύουμε παράλογες συμπεριφορές με αποτέλεσμα να καθηλωνόμαστε, το γνωστό analysis-paralysis.

Εάν όμως έπρεπε οπωσδήποτε να εξηγήσουμε μια τέτοια συμπεριφορά, προσωπικά θα έδινα τρεις ερμηνείες. α) γιατί έτσι βόλευε, ήταν ο πιο εύκολος τρόπος β) κακή ποιότητα ανθρώπου γ) συναισθηματική ανωριμότητα. Πάντως σίγουρα πίσω απ’αυτή τη συμπεριφορά δεν κρύβεται κάποιο βάθος που εμείς οι υπόλοιποι αδυνατούμε να καταλάβουμε. Ούτε βάθος, ούτε πλάτος.

Οι ερμηνείες και οι αναλύσεις δεν είναι ο κατάλληλος τρόπος για να ξεπεράσετε αυτό που σας συνέβη. Η ανάγκη να τακτοποιήσετε τον ανοιχτό λογαριασμό μέσα σας και να προχωρήσετε είναι πολύ μεγάλη και απολύτως κατανοητή όμως, πρέπει να ξέρετε πως σ’αυτή την περίπτωση θα χρειαστεί να το κλείσετε μόνοι σας.  Εξάλλου όπως θα γνωρίζετε, οι  άνθρωποι που θα μας φερθούν όπως θα θέλαμε  και θα σεβαστούν τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας δεν είναι πολλοί.

Μάθετε να αγνοείτε αυτά που δεν μπορείτε να ελέγξετε δηλαδή συμπεριφορές άλλων.
Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να χάσετε χρόνο και να αργήσετε να ξεχάσετε το δυσάρεστο συμβάν. Οι άνθρωποι κάνουν αυτό που θέλουν να κάνουν οι ίδιοι. Αισθάνονται με τον τρόπο που οι ίδιοι θέλουν να αισθανθούν, σκέπτονται αυτό που θέλουν να σκεφτούν, συμπεριφέρονται με τον τρόπο που έχουν μάθει και θα αλλάξουν μόνο όταν εκείνοι είναι έτοιμοι ή θέλουν να αλλάξουν. Κανένα είδος ελέγχου που εμείς θα ασκήσουμε δεν μπορεί να επιφέρει μόνιμες ή επιθυμητές αλλαγές σε έναν άλλον άνθρωπο.

Το μόνο άτομο που μπορούμε να μεταβάλουμε και στο οποίο έχουμε δικαιοδοσία ελέγχου είναι ο εαυτός μας. Εκεί θα επικεντρωθείτε. Μπορείτε να μετατρέψετε αυτή την άσχημη εμπειρία σε κάτι που αξίζει, δηλαδή στο να αναρωτηθείτε εάν υπάρχει κάτι καινούργιο να μάθετε για τον εαυτό σας. Μήπως επενδύσατε πολλά σ’έναν άνθρωπο χωρίς να τον γνωρίζετε; μήπως εμπιστευθήκατε πολύ γρήγορα; μήπως μείνατε περισσότερο στα λόγια παρά στις πράξεις του άλλου; Μήπως αυτή η συμπεριφορά σας θυμίζει κάτι απ’την ιστορία σας και σας έχει καθηλώσει έτσι; μήπως δεν έχει καν να κάνει με τον συγκεκριμένο άνθρωπο απλά η ανάγκη σας για επαφή, η ανάγκη να εμπιστευτείτε ήταν ακάλυπτες για μεγάλο χρονικό διάστημα;

Συγχωρήστε τον εαυτό σας που εμπιστεύτηκε και αφέθηκε και κυρίως μην παίρνετε τη συμπεριφορά των άλλων ως αντανάκλαση της δικής σας αυτοαξίας. Μη σας μαλώνετε επειδή δεν καταλάβατε αμέσως με τι άνθρωπο είχατε να κάνετε.

Μη ζητάτε απαντήσεις από εκείνους που δεν έχουν να δώσουν κάτι ή δεν θέλουν.
Κυρίως όμως, μη γίνεστε κυνηγοί φαντασμάτων.