Η Αρχή Pareto

Αν εξετάζατε τη ζωή σας και σημειώνατε εκείνες τις δραστηριότητες που σας επέφεραν τη μεγαλύτερη επιτυχία, το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος,  τη μεγαλύτερη πρόοδο και τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, θα ανακαλύπτατε ότι το 20% περίπου των δραστηριοτήτων σας παράγει το 80%≈ της επιτυχίας σας και της ευτυχίας σας.  Το φαινόμενο αυτό αποτέλεσε τη βάση της Αρχής Παρέτο που συχνά αναφέρεται ως “νόμος των σημαντικών ολίγων”, η οποία πήρε το όνομά της  από τον οικονομολόγο του 19ου αιώνα που ανακάλυψε ότι το 20% του πληθυσμού της Ιταλίας κατείχε το 80% της γης. Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν πως το 80% του κέρδους μιας  εταιρείας συνήθως προέρχεται από το 20% των πελατών της.

Φανταστείτε αντί να αφιερώνετε τις προσπάθειες και τον χρόνο σας σε αντιπαραγωγικές, χρονοβόρες και κυρίως σε δραστηριότητες που δεν θέλετε, πόσο θα βελτιώνατε τη ζωή σας αν λέγατε πιο συχνά “όχι” και εστιάζατε στο 20% των δραστηριοτήτων που σας αποφέρουν το μεγαλύτερο όφελος, όποιο και εάν είναι αυτό για τον καθένα.

Εάν θέλαμε να εφαρμόσουμε την Αρχή Pareto στη ζωή μας το πρώτο που θα χρειαζόταν να κάνουμε θα ήταν να λέμε πιο συχνά όχι, κάτι που για πάρα πολλούς είναι ένα απ’τα θέματα που τους δυσκολεύουν περισσότερο.  Όταν λέμε “όχι” μέσα μας συμβαίνει μια εσωτερική σύγκρουση η οποία έχει να κάνει απ’τη μια με τη δική μας αίσθηση εξουσίας και απ’την άλλη με την επιθυμία να εξυπηρετήσουμε τον άλλον, να φανούμε αρεστοί και κυρίως να αποφύγουμε τον κίνδυνο αντιπαράθεσης που μπορεί να απειλήσει τη σχέση μας.

Έτσι, συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα: Λέμε ναι όταν στην πραγματικότητα θέλουμε να πούμε όχι. Αυτό μας φέρνει μια προσωρινή, ψευδή αίσθηση ηρεμίας όπου αργότερα αντικαθίσταται από δυσαρέσκεια και θυμό. Λέμε “όχι” επιθετικά κυρίως στους πιο κοντινούς μας και σ’εκείνους που θεωρούμε δεδομένους γιατί εκεί ξέρουμε πως η σχέση δεν απειλείται με διάλυση. Δεν απαντάμε καν στον άλλον. Η αποφυγή -που είναι και η πιο συχνή συμπεριφορά- δείχνει πως δεν τιμώ τη σχέση, τον εαυτό μου -είναι σαν να μην μας επιτρέπουμε να μη θέλουμε να κάνουμε κάτι- και φυσικά δείχνει ασέβεια προς τον άλλον άνθρωπο τον οποίο αγνοούμε με τον χειρότερο τρόπο.

Δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτα απ’ τα παραπάνω. Θα βοηθήσει πολύ να είστε σαφείς, συνοπτικοί και κυρίως σταθεροί. Δεν είστε υποχρεωμένοι να εξηγείτε μπορείτε όμως εάν θέλετε να πείτε για αυτά που είστε διατεθειμένοι να κάνετε ή για το πότε θα σας είναι πιο εύκολο να πείτε ναι. Με αυτό τον τρόπο δείχνετε στους άλλους πως τους ακούτε και εκείνοι  ξέρουν τι μπορούν να περιμένουν από εσάς. Εάν δεν είστε σίγουροι μπορείτε να πείτε “χρειάζομαι λίγο χρόνο να το σκεφτώ, θα σε ενημερώσω την Τετάρτη το πρωί”.
Η προθεσμία μας κρατά υπεύθυνους και διασφαλίζει πως θα σεβαστούμε και τη σχέση και τον εαυτό μας.

Σε μια μελέτη που είχε γίνει στο περιοδικό Journal of Consumer Research διαπιστώθηκε πως η φράση “εγώ δεν” σε αντίθεση με το “δεν μπορώ” επέτρεψε στους συμμετέχοντες να απαλλαγούν από δεσμεύσεις που δεν ήθελαν γιατί το “δεν μπορώ” αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης ενώ το “εγώ δεν” υπονοεί ότι έχετε σταθερά όρια και κανόνες για τον εαυτό σας. Το όριο είναι σταθερότητα και με τη σταθερότητα αισθανόμαστε ασφάλεια.

Το να λέμε στους άλλους ναι μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στη δουλειά μας, τη φήμη μας, την επαγγελματική μας ανάπτυξη, αλλά λέγοντας όχι, ειδικά όταν μας δυσκολεύει, είναι ένα απ’τα πιο σίγουρα βήματα που μπορούμε να κάνουμε για την προσωπική μας ανάπτυξη.  Μαθαίνω πως μια σχέση υπάρχει όχι επειδή θα λέω σε όλα ναι από φόβο μήπως απογοητεύσω ή πληγώσω τον άλλο. Μαθαίνω πως είμαι υπεύθυνος να με προστατεύω και αυτό θα συμβεί με τον τρόπο που οριοθετούμαι. Μαθαίνω να με παρατηρώ: “τι με εμποδίζει να λέω όχι; ο φόβος; προσπαθώ να γίνομαι αρεστός; είναι μοτίβο και εάν ναι, σε τι με εξυπηρετεί στο σήμερα”;

Την επόμενη φορά που θα νιώσετε μπερδεμένοι ανάμεσα στο να θέλετε να κάνετε κάποιον άλλο ευτυχισμένο και να θέλετε να γίνετε ευτυχισμένοι, σκεφτείτε απλά πως η λέξη όχι σε ό,τι σας ζητούν είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να πείτε ναι σε αυτό που πραγματικά θέλετε να δεσμευθείτε.

Το να μπορείτε να λέτε όχι μπορεί να σας επιτρέψει να είστε πιο ειλικρινής και αυθεντικοί με τους άλλους. Οι άνθρωποι θα έρχονται σε εσάς για αυτά στα οποία είστε πιο ανοιχτοί να πείτε ναι, κυρίως όμως, με τη στάση σας, θα έχουν μάθει να σέβονται το ναι σας αντί να το θεωρούν δεδομένο.

Ζήτα και θα σου δοθεί

Σε μια εποχή όπου το “κάντο μόνος σου” προωθείται όλο και περισσότερο -εάν πάτε σ’ένα βιβλιοπωλείο στο τμήμα με τα βιβλία αυτοβοήθειας θα βρείτε τα πάντα- ίσως φαίνεται περίεργο να προτείνονται αποτελεσματικοί τρόποι να ζητάμε και να παίρνουμε βοήθεια.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να ζητήσουμε βοήθεια; Γιατί φοβόμαστε. Φοβόμαστε μήπως υπερβούμε τα όρια μιας φιλίας, μήπως φανούμε ανόητοι, ανίκανοι, μήπως αποκαλύψουμε τις αδυναμίες μας και κινδυνέψει η εικόνα μας.  Υπάρχει ο φόβος για το τι θα ζητήσει ο άλλος για αντάλλαγμα και αν θα μετατοπιστεί η ισορροπία εξουσίας της σχέσης.  Κυρίως όμως δεν ζητάμε γιατί φοβόμαστε πως θα ακούσουμε όχι. Λέμε όχι στον εαυτό μας πριν το κάνει κάποιος άλλος. Στερούμε όχι μόνο από εμάς αλλά και την ευκαιρία σ’εκείνους που θα ήθελαν να βοηθήσουν.

Έτσι, έχοντας όλες αυτές τις πεποιθήσεις για το τι θα σημαίνει εάν ζητήσω βοήθεια, οι περισσότεροι όχι μόνο δεν ξέρουν τον τρόπο να ζητήσουν αλλά όταν αποφασίσουν να το κάνουν, χρησιμοποιούν ενοχές, εξαναγκασμό ακόμα και εκβιασμό. Ζητούν τον οίκτο όταν απλά θέλουν βοήθεια.

Είναι σημαντικό να ξέρετε από ποιον ζητάτε και να είστε σαφείς και συγκεκριμένοι. Ζητήστε από κάποιον που μπορεί να βοηθήσει και μπορεί να σας δώσει αυτό που έχετε ανάγκη. Αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς. Δεν γίνεται να περιμένω βοήθεια από κάποιον που ο ίδιος δεν είναι σε θέση να βοηθήσει τον εαυτό του και μάλιστα να θυμώνω ή να απογοητεύομαι εάν δεν το κάνει. Εάν δυσκολεύεστε να ζητάτε ξεκινήστε να το κάνετε με ανθρώπους που δεν υπάρχει περίπτωση να πουν όχι. Ζητήστε κάτι πολύ απλό και πειραματιστείτε με τον τρόπο που ζητάτε. Ήταν πολύ δύσκολο; τι ήταν αυτό που σας δυσκόλεψε περισσότερο; πώς νιώσατε όταν σας είπαν “ναι”; Κάντε μια λίστα με όλα τα  πράγματα -απ’το πιο σημαντικό μέχρι το πιο ασήμαντο- που για να τα κάνετε χρειάζεστε βοήθεια. Δίπλα στο καθένα γράψτε με ποιο τρόπο σταματάτε τον εαυτό σας απ’το να μη ζητήσει βοήθεια, τι χάνετε εάν δεν ζητήσετε και τι θα κερδίσετε εάν το κάνετε.

Να είστε συγκεκριμένοι. Είναι φοβερά βοηθητικό και πολλές φορές ανακουφιστικό για τον άλλον. Όσο πιο συγκεκριμένοι, τόσο καλύτερα.  Μη θεωρείτε δεδομένο πως θα ακούσετε όχι αλλά να θυμάστε πως κάποιοι θα πουν ναι και κάποιοι όχι.  Πάρτε το ρίσκο και ζητήστε αυτό που έχετε ανάγκη και θέλετε. Εάν πουν όχι, δεν θα είστε σε χειρότερη θέση από πριν και εάν πουν ναι, θα είστε σε καλύτερη. Καλό θα ήταν να αποδέχεστε το “όχι” ως απάντηση σ’αυτό που ζητάτε και όχι ως απόρριψη γι’αυτό που είστε. Εξάλλου, πιστεύω πως η απόρριψη είναι ένας μύθος απ’την άποψη πως είναι μια έννοια που ο καθένας τη νοηματοδοτεί ανάλογα με την ιστορία του και επιλέγει εάν θα έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Γενικά, προσέξτε λίγο τα προσωπικά σας αφηγήματα -ειδικά εάν έχετε επιλέξει να τα κάνετε σημαία και να πορεύεστε σε όλη σας τη ζωή μ’αυτά- φροντίστε τουλάχιστον να είναι υποστηρικτικά.

Το να ζητάτε, δεν σας υποτιμά με κανέναν τρόπο. Σας επιτρέπει να προχωρήσετε, να κάνετε πράγματα με μεγαλύτερη ευκολία και να προετοιμαστείτε καλύτερα για τις επόμενες προκλήσεις.

 

Φροντίζοντας τον εαυτό μου

Μια φράση που χρησιμοποιούμε πολύ συχνά οι ψυχοθεραπευτές είναι “φροντίζω τον εαυτό μου”. Δεν είναι μόνο συχνή είναι και παρεξηγήσιμη. Κάποιοι τη χρησιμοποιούν είτε για να επιβαρύνουν τους άλλους είτε για να επιβάλουν τη θέλησή τους χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα “εγώ απλά φροντίζω τον εαυτό μου και τις ανάγκες μου”.  Άλλοι πιστεύουν πως η φροντίδα εαυτού έχει να κάνει μόνο με την εξωτερική εμφάνιση.

Τι εννοούμε όταν λέμε φροντίδα εαυτού;  Η φροντίδα του εαυτού μας προϋποθέτει μια θεμελιώδη αρχή: να ικανοποιούμε τις ανάγκες μας. Πολλοί δεν ζητούν αυτά που χρειάζονται. Άλλοι, δεν γνωρίζουν ή δεν έχουν δώσει μεγάλη σημασία σε αυτά που θέλουν και σ’ εκείνα που έχουν ανάγκη. Ορισμένοι πιστεύουν ότι οι ανάγκες μας δεν είναι σημαντικές ή έφτασαν στο σημείο να πιστεύουν ότι το να έχω ανάγκες είναι κακό και λάθος και έτσι τις καταπιέζουν και τις διώχνουν από το επίπεδο του συνειδητού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις το να ικανοποιήσουμε τον εαυτό μας μπορεί να σημαίνει να κάνουμε κάτι ευχάριστο γι’αυτόν: ένα καινούργιο ρούχο, ένα ταξίδι, ένα κέρασμα. Σημαίνει επίσης ότι κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο για να ζούμε υπεύθυνα-όχι με υπερβολικές ευθύνες, αλλά ούτε ανεύθυνα. Το να δίνουμε στον εαυτό μας αυτό που έχει ανάγκη δεν είναι δύσκολο.   Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να αρχίσει κάποιος να ανακαλύπτει τις επιθυμίες, τους στόχους, τις ανάγκες του.

Η φροντίδα του εαυτού μας αντικατοπτρίζει μια στάση ζωής προς τον εαυτό μας, που λέει: Εγώ είμαι ο υπεύθυνος για την καθοδήγηση ή μη της ζωής μου. Είμαι υπεύθυνος για τη φροντίδα της σωματικής, πνευματικής, συναισθηματικής και οικονομικής ευημερίας μου. Είμαι υπεύθυνος για την επίλυση των προβλημάτων μου ή για το πώς να διαβιώνω μαζί τους όταν αυτά είναι άλυτα. Είμαι υπεύθυνος για τις επιθυμίες μου, τις απαιτήσεις μου και τις επιλογές μου. Εμπιστεύομαι τα συναισθήματά μου και τις σκέψεις μου. Η κακοποίηση ή κακομεταχείριση δεν μου αξίζουν και δεν θα τις ανεχτώ από κανέναν. Οι αποφάσεις που λαμβάνω και ο τρόπος που συμπεριφέρομαι αντικατοπτρίζουν την υψηλή μου αυτοεκτίμηση. Οι αποφάσεις μου φροντίζω να έχουν άμεση συνάρτηση με τις υποχρεώσεις που έχω προς τον εαυτό μου αλλά και τυχόν υποχρεώσεις που έχω απέναντι σε άλλους -παιδιά, σύντροφο-.  Δεν ξεχνώ τα δικαιώματα των άλλων ανθρώπων που βρίσκονται κοντά μου –  το δικαίωμα να ζήσουν τη ζωή τους όπως θεωρούν ότι τους αρμόζει.

Καθώς μαθαίνουμε πώς να φροντίζουμε και να καλύπτουμε τις ανάγκες μας, συγχωρούμε τον εαυτό μας όταν κάνει λάθη και τον συγχαίρουμε όταν ενεργεί σωστά. Aποδεχόμαστε το γεγονός ότι ορισμένα πράγματα τα κάνουμε άσχημα, ενώ άλλα θα τα κάνουμε μέτρια. Μαθαίνουμε να γελάμε με τον εαυτό μας και την ανθρώπινη πλευρά μας, αλλά δεν γελάμε όταν πρέπει να κλάψουμε.  Παίρνουμε σοβαρά τον εαυτό μας, αλλά όχι υπερβολικά σοβαρά. Είναι ελάχιστες οι καταστάσεις στη ζωή μας που δεν βελτιώνονται, όταν φροντίζουμε τον εαυτό μας και όταν παρέχουμε σε μας αυτά που χρειάζεται.

Ένας απ’τους ασφαλέστερους και γρήγορους τρόπους για να ξανακερδίσει κάποιος την ισορροπία του και την ευτυχία του είναι να κοιτάζει και να φροντίζει τον εαυτό του και τις δουλειές του.

Nebraska

Στην ερώτηση “πώς θα περιγράφατε τη σχέση με τον πατέρα σας;” η απάντηση είναι “αμήχανη”. Όταν βρισκόμαστε το θέμα συζήτησης είναι  η δουλειά. Το πρώτο που ρωτάει είναι εάν είμαι ευχαριστημένη και αν οι θεραπευόμενοί μου συνεχίζουν τη θεραπεία τους. Η συζήτηση καταλήγει πάντα στο να μην σταματήσω να δουλεύω όσα χρήματα και αν έχω και αν χρειάζομαι κάτι. Παλιότερα έμενα μόνο σ’αυτά που δεν είχα πάρει απ΄τη σχέση μας. Αργότερα και μετά από πολλά χρόνια ψυχοθεραπείας  είδα και εκτίμησα αυτά που μπόρεσε να μου δώσει. Μ’έμαθε μπάνιο, ποδήλατο, να μην το βάζω κάτω -κόντρα στην κόντρα είναι ένα απ’τα αγαπημένα του τσιτάτα- να παίζω έντιμα, αλλά, κυρίως, έμαθα τι σημαίνει να έχεις μεγαλώσει μ’έναν άνθρωπο σταθερό και τη σημασία του να συνάδουν τα λόγια με τις πράξεις. Τα άρθρα πάρα πολλά αλλά επέλεξα αυτό  γιατί δεν προσπαθεί να εκμαιεύσει συναισθήματα αλλά και γιατί μου θυμίζει τα λόγια της ψ σε κάποιες απ’τις συνεδρίες μου “Νάσια, έλα λίγο να δούμε αυτά πήρες απ’τον πατέρα σου”

Ο Μεγάλος Θυμός

«Δεν πιστεύω όταν σ’έχει ενοχλήσεικάτι που σου είπε ή έκανε κάποιος να δείχνεις θυμωμένη ή πειραγμένη; Δεν θα δείξεις ποτέ πως θύμωσες. Όχι μόνο δεν θα σταματήσεις να μιλάς ή θα κρατάς μούτρα, αλλά, τότε είναι που θα κάνεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Μη δώσεις ποτέ τέτοια χαρά και ειδικά σε κάποιον τρίτο. Αποστασιοποιήσου με ευγένεια και αν περιμένεις αρκετά στην όχθη του ποταμού, θα δεις τα πτώματα των εχθρών σου να περνούν επιπλέοντας από μπροστά σου».

Έχω παρατηρήσει πως οι πλέον συνηθισμένοι τρόποι έκφρασης του θυμού είναι δυο. Ο ένας είναι αυτός που περιέγραψα παραπάνω και ο άλλος είναι η καθαρή ή η καλυμμένη επιθετικότητα. Κάποιοι φωνάζουν, χειροδικούν, εκτοξεύουν πράγματα, βρίζουν, απειλούν. Άλλοι χρησιμοποιούν ειρωνεία, χιούμορ ή παθητικοεπιθετικά σχόλια, άλλοι τερματίζουν απότομα σχέσεις γιατί φοβούνται τη σύγκρουση και άλλοι γίνονται απόμακροι, σιωπηλοί, ψυχροί ή θλιμένοι ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν τη συγκρότηση του εαυτού τους. Σε όλες αυτές τις συμπεριφορές υπάρχει κάτι κοινό. Ο φόβος ή οι ενοχές για το θυμό και το μπέρδεμα γύρω απ’αυτόν.

Ο θυμός είναι το πιο παρεξηγημένο, ενοχοποιημένο και το συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα. Έχει την εικόνα κάτι του μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά.  Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.

Ας φανταστούμε λοιπόν τι συμβαίνει εάν ένα παιδί στην προσπάθειά του να εκφράσει ένα συναίσθημα θυμού προς το γονιό έχει ν’αντιμετωπίσει αποδοκιμασία ή απόρριψη ή κάτι που θα βιώσει ως απώλεια αγάπης. Αρχίζει και καταγράφεται ως εμπειρία ότι η έκφραση του θυμού προκαλεί κινδύνους -ή να το πω πιο απλά, η “χασούρα” είναι μεγαλύτερη απ’το “κέρδος”-. Όμως ο θυμός είναι σχεδόν αναπόφευκτος και έτσι έρχεται η στιγμή που πρέπει να πάρει μερικές αποφάσεις για το τι να κάνει όταν τον νιώθει. Συνήθως αποφασίζει να σπρώξει το συναίσθημα προς το κάτω, να το κρατήσει μέσα του. Δεν είναι τυχαίο που τις περισσότερες φορές κάτω απ’τη θλίψη βρίσκεται θυμός που δεν έχει εκφραστεί και έχει αναστραφεί. Έτσι ξεκινάει η παρέμβαση στην υγιή ανάπτυξη. Ο οργανισμός όμως επιδιώκει συνεχώς να φτάσει σε ομοιόσταση με το να εκφράζονται τα συναισθήματα για να μπορέσει να επιτευχθεί μια αίσθηση ικανοποίησης, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την επόμενη ανάγκη του, συνεχίζοντας έτσι τον αέναο κύκλο της ανάπτυξής του. Η έκφραση του συναισθήματος θα γίνει με ή χωρίς τη συνεργασία της επίγνωσής μας.

Ο θυμός θα εκτονωθεί. Το παιδί -και αργότερα ως ενήλικας- μπορεί να αναστρέψει το θυμό του. Θα κάνει στον εαυτό του αυτό που θα ήθελε να κάνει στους άλλους.  Μπορεί να αυτοτραυματίζεται, να ξεριζώνει τούφες απ’τα μαλλιά του, να συσφίξει τους μυς προκαλώντας πονοκεφάλους κλπ. Κάποιος άλλος μπορεί να ανακλά το θυμό του χωρίς να εκφράζει το γνήσιο συναίσθημα σε καμία περίπτωση. Μετά από ένα διάστημα ξεχνά ακόμη και ποιο ήταν. Όμως, η ενέργεια παραμένει και πρέπει να εκφραστεί. Γίνεται σωματικά επιθετικό και νιώθει καλά αλλά όχι για πολύ. Δοκιμάζει ξανά προσπαθώντας να αναδημιουργήσει την καλή αίσθηση. Υπάρχουν και παιδιά που θα εκφραστούν σωματικά είτε με επεισόδια νυχτερινής ενούρησης είτε με τη συγκράτηση των κενώσεων. Αρκετά συνηθισμένο είναι και το να προβάλλουμε το θυμό μας σε άλλους και να φανταζόμαστε πως οι άλλοι είναι θυμωμένοι μαζί μας.  Ο θυμός είναι το πιο δύσκολο συναίσθημα που χρειάζεται να εκφράσει ένα παιδί. Μπορεί να βρει τον τρόπο για να εκφράσει άλλα συναισθήματα όπως φόβο ή χαρά αφού αυτά τα ανέχονται εύκολα οι γονείς και η κουλτούρα μας.  Έτσι, μεγαλώνει αντιμετωπίζοντας το θυμό ως κάτι κακό.

Τα καλά νέα είναι ότι οι άνθρωποι έχουμε τη δυνατότητα να ξεμάθουμε και να ξαναμάθουμε νομίζω τα πάντα. Για το πως εκφράζω το θυμό μου χωρίς να κακοποιώ ούτε εμένα ούτε τους άλλους, είμαι σίγουρη πως όλοι μπορούμε.
Ο λόγος που περιέγραψα τα παραπάνω είναι για να δούμε πόσο σημαντικό είναι να αποκτήσω επίγνωση για το τί κάνω και πώς το κάνω. Πότε θυμώνω, τι τον κάνω το θυμό μου; Είναι σημαντικό να δω πως ως παιδί δεν είχα επιλογές γιατί εξαρτιόμουν από άλλους. Όμως, στο σήμερα, ως ενήλικας έχω πολλές επιλογές.

Έχω την επιλογή να πω στον άλλον «όταν συμπεριφέρθηκες ή μου μίλησες μ’αυτόν τον τρόπο κλπ, εγώ θύμωσα και χρείαζομαι απόσταση ή να ακούσω συγγνώμη ή θέλω να το συζητήσουμε» Μοιράζεσαι το συναίσθημά σου και αυτό είναι σημαντικό γιατί έτσι όχι μόνο τοποθετείσαι σε μια σχέση, αλλά συμπεριλαμβάνεις και τον άλλον. Το να έχω θυμώσει μαζί σου και να μη στο λέω, δεν έχει καθόλου το «μαζί», είμαστε και οι δυο μόνοι μας. Όταν ρωτάω τους ανθρώπους «τι πιστεύεις πως θα συμβεί εάν πεις στον άλλον πως θύμωσες;» Η απάντηση είναι πάντα η ίδια. «Φοβάμαι πως η σχέση θα διαλυθεί». Αυτός ο φόβος είναι η καταγεγραμμένη εμπειρία που περιέγραψα παραπάνω. Εάν συνεχιστεί ο παλιός τρόπος, είναι βέβαιο πως η σχέση θα καταστραφεί. Ξέρω πως ακούγεται δύσκολο γι’αυτό πάντα προτείνω στην αρχή να το κάνουν με ανθρώπους και σε σχέσεις που αισθάνονται ασφαλείς. Με κάποιο καλό φίλο, ίσως αδέρφια, τον θεραπευτή τους. Βοηθάει επίσης να είναι απόλυτα ξεκάθαρο πως ο θυμός είναι απλά ένα συναίσθημα όπως τα υπόλοιπα, δεν έχει να κάνει με επιθετικότητα η οποία είναι συμπεριφορά.

Ο καινούργιος τρόπος έχει μόνο χαρά, ενηλικίωση, φροντίδα για τον εαυτό μου, για τους άλλους, τη σχέση και κυρίως, δεν αφήνω ανοιχτούς λογαριασμούς που είναι ένας σίγουρος τρόπος για να παραμείνουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι.

Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 20/2/2015 http://www.exostispress.gr/Article/o-megalos-thimos-0#.VOd5_dNryIs.facebook

Ό,τι αξίζει πονάει κι είναι δύσκολο;

«Βάλε με σ’ένα δωμάτιο γεμάτο γυναίκες, και θα ερωτευτώ αυτή με τα περισσότερα προβλήματα, αυτή που θα μου συμπεριφέρεται χειρότερα. Η αλήθεια είναι πως πάντα
μου άρεσαν οι προκλήσεις. Αν μια γυναίκα μου φέρεται πολύ καλά με απωθεί
” είπε το αγόρι με το γκρι κασκόλ στο διπλανό τραπέζι. “εμένα πάλι όλοι όσοι γνωρίζω και καταλάβουν πως ενδιαφέρομαι πραγματικά για εκείνους εξαφανίζονται. Δεν καταλαβαίνω πως γίνεται αυτό. Μαγνήτη έχω; γιατί να είμαι τόσο άτυχη;“.  Μου αρέσει πολύ να κρυφακούω συζητήσεις και αυτή ήταν από εκείνες που δεν γίνεται να τις αγνοήσεις. Στην αρχή χαμογελάς γιατί τις βρίσκεις χαριτωμένες και σκέφτεσαι πως και εσύ όταν ήσουν πιο νέα όχι μόνο τα έλεγες αλλά τα τραγουδούσες κιόλας, όμως, αμέσως μετά θυμάσαι πόσο έχεις ταλαιπωρηθεί και το χαμόγελο παγώνει.

Πολλοί άνθρωποι επιθυμούν μια στενή σχέση, όμως, εξαιτίας κάποιων τραυματικών γεγονότων ή δυσκολιών της παιδικής τους ηλικίας, βρίσκουν δύσκολο και πολλές φορές τρομακτικό το project “σχέση”. Κάποιοι, βίωσαν εγκατάλειψη -φυσική ή συναισθηματική- ενώ άλλοι, κάποιου είδους παραμέληση με αποτέλεσμα να έχουν την τάση να επιλέγουν ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διαθέσιμοι. Άνθρωποι που έχουν κακοποιηθεί είτε σωματικά είτε συναισθηματικά είτε λεκτικά επιλέγουν ανθρώπους που θα τους συμπεριφερθούν αναξιόπιστα όχι επειδή είναι άρρωστοι, ή χαζοί, αλλά επειδή η τάση όλων μας είναι να πηγαίνουμε στο γνώριμο, σ’αυτό που ξέρουμε. Τα τραυματικά γεγονότα που έχουμε βιώσει στην παιδική μας ηλικία έχουν δημιουργήσει μοτίβα και συνήθειες αρνητικών σκέψεων, συναισθημάτων ακόμα και συμπεριφορών, οι οποίες με τη σειρά τους γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες.

Ένα ακραίο -αλλά πολύ συνηθισμένο- αποτέλεσμα που μπορεί να προκύψει από την εγκατάλειψη ή την παραμέληση είναι η εξάρτηση από την αγάπη. Οι εξαρτώμενοι από την αγάπη (love addicts), έχοντας ακάλυπτες συναισθηματικές ανάγκες, επιδιώκουν να γεμίσουν αυτό το κενό.  Όπως είναι φυσικό, θα πάνε σ’αυτό που ξέρουν καλά απ’την ιστορία τους. Θα πάνε σ’αυτούς που αποφεύγουν την αγάπη (love avoidants) και θα τους ζητήσουν επίμονα, χειριστικά, να τους ταϊσουν τη “μπεμπελάκ” που δεν είχαν φάει πίσω στο χρόνο. Ο φόβος της εγκατάλειψης που βιώνουν είναι τόσο μεγάλος, που μπαίνουν σ’ένα κύκλο εμμονής και κυνηγητού του άλλου, ο οποίος φυσικά πιέζεται και φεύγει, το αντίθετο δηλαδή απ’αυτό που ήθελε ο εξαρτημένος, αλλά αυτό που υποσυνείδητα περίμενε. Αυτός ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται και βιώνονται από την αρχή τα ίδια ακριβώς οδυνηρά συναισθήματα που βιώνονταν και στο παρελθόν: εγκατάλειψη, φόβος, θυμός, πόνος, κενό και κυρίως λαχτάρα.

Απ’την άλλη πλευρά, αυτοί που αποφεύγουν την αγάπη, το κάνουν σηκώνοντας συστηματικά τοίχους για να αποφευχθεί η οικειότητα. Αποφεύγουν την οικειότητα δημιουργώντας ένταση έξω απ’τη σχέση, συνήθως με κάποιον εθισμό όπως εργασιομανία, τζόγο, σεξ, ναρκωτικά ή αλκοόλ. Μπορεί να μην το κάνουν τη στιγμή που θα τους συναντήσουμε όμως, εάν ψάξει κανείς λίγο το ιστορικό τους, θα βρει σίγουρα κάποια τέτοια συμπεριφορά. Μπαίνουν στη σχέση από καθήκον και όχι από αγάπη και αυτό συμβαίνει γιατί στο παρελθόν χρειάστηκε να φροντίσουν εκείνοι τον –αντίθετου φύλου- γονιό τους όπως π.χ. να ακούνε τα προβλήματά του. Από τότε λοιπόν που ανέλαβαν τέτοιο δυσβάσταχτο για ένα παιδί ρόλο, στο σήμερα, θεωρούν τις σχέσεις ασφυκτικές. Η αίσθηση της αξίας τους πηγάζει από το να φροντίζουν αυτούς που έχουν ανάγκη. Αυτό ορίζουν ως “δουλειά” σε μια σχέση και νιώθουν ένοχοι αν δεν το κάνουν.

Αυτό που ακολουθεί είναι μια τοξική σχέση όπου ο μεγαλύτερος φόβος του ενός είναι αυτός της εγκατάλειψης, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της στενής επαφής, και ο μεγαλύτερος φόβος του άλλου είναι αυτός της οικειότητας, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της εγκατάλειψης. Ακόμα κι αν εγκαταλείψει ο ένας τον άλλον, θα ξαναρχίσουν τον κύκλο με τον επόμενο. Και αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ; Θα σταματήσει μόνον εάν αντιμετωπιστεί το αρχικό τραύμα. Μέχρι να γίνει αυτό, η επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά κρατάει ζωντανό το θέμα μέχρι να λυθεί ο παλιός λογαριασμός.

Η ζωή θέλει προσοχή. Τα διάφορα τσιτάτα στο στυλ “επειδή ζούμε μια φορά δεν έχω καταλάβει εάν θα πρέπει να τα κάνουμε όλα σωστά ή όλα λίμπα” ή “Ακολούθησε την καρδιά σου και όπου σε βγάλει ή ό,τι είναι δύσκολο αξίζει “ κλπ, είναι για να τα βλέπουμε ως λεζάντες σε φωτογραφίες στα social media ή σε αισθηματικές κομεντί και να χαμογελάμε.  Σίγουρα όχι για να πορευόμαστε μ’αυτά γιατί είναι μαθηματικά βέβαιο πως η ζωή θα μας εκπλήξει μάλλον δυσάρεστα.

Δεν χρειάζεται να υποφέρουμε και να προκαλούμε ένταση για να αισθανόμαστε ότι είμαστε ζωντανοί. Ας μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας.  Ναι, είναι το μεγαλύτερο κλισέ που έχει ειπωθεί ποτέ ενώ εξίσου κοινότοπο ακούγεται και το “Χωρίς αυτοσεβασμό είναι σαν να μην υπάρχεις“.  Αυτή όμως είναι η αλήθεια. Ξέρω, πως κάποιοι ενώ διαβάζουν αυτά θα σκέφτονται “Α, δηλαδή μας λες να συμβιβαστούμε; Να ζήσουμε μια ζωή άνοστη, πληκτική με το φόβο μήπως πληγωθούμε;”.  Όχι, δεν λέω αυτό. Λέω να σταματήσουμε να κάνουμε λανθασμένα πράγματα για σωστούς και δικαιολογημένους λόγους.

Ας θρηνήσουμε για όλες τις απώλειες και ας κλείσουμε τους ανοιχτούς λογαριασμούς της παιδικής μας ηλικίας όσο καλύτερα μπορούμε.  Ας διερευνήσουμε πως επηρεάζουν τα “εκεί και τότε” γεγονότα τον τρόπο με τον οποίο ενεργούμε στο “εδώ και τώρα”. Είναι δύσκολο και κάποιες φορές -αν και μπορεί να έχουμε δουλέψει τα θέματά μας- η τάση μας θα είναι να πάμε στο γνώριμο, έστω και αν αυτό είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό γιατί αυτό μας φαίνεται πιο εύκολο.  Ξέρουμε πως να είμαστε μέσα σ’αυτό, ξέρουμε να συμπεριφερθούμε, τι να περιμένουμε, τί δεν θα πάρουμε.  Ο καινούργιος τρόπος έχει φόβο επειδή είναι άγνωστος.

Κι αν κάποια στιγμή η τάση είναι πολύ ισχυρή, ας είμαστε μαλακοί με τον εαυτό μας και ας είμαστε σίγουροι πως θα πάμε για λίγο στην ταλαιπωρία αλλά με πλήρη επίγνωση και υπενθυμίζοντας στον εαυτό μας, πως “εκεί που πάω το μόνο που θα κερδίσω, είναι ένταση“.  Αυτό είναι και η επιτυχία της ψυχοθεραπείας.  Όχι να μην επαναλάβουμε κάποια συμπεριφορά και να γίνουμε κάποιοι άλλοι, αλλά να έχουμε επίγνωση του τί κάνουμε και πώς το κάνουμε. Τότε μόνο θα μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως κανείς δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δυο φορές.

Χρόνια Πολλά!

Πρώτη δημοσίευση στις 23/12/2014 στον Εξώστη Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/oti-axizei-ponaei-ki-einai-diskolo-0#ixzz3NTmM2V4r

Αγ. Βασίλης έρχεται (;)

Απ’ τις αρχές Δεκεμβρίου κυκλοφορεί στο διαδίκτυο ένα γράμμα κάποιων γονιών προς το γιο τους ο οποίος θέλει να μάθει την αλήθεια για τον Άγιο Βασίλη.  Στην προσπάθεια τους να μην του στερήσουν την παιδική  αθωότητα και ευπιστία αλλά και από την άλλη να μην του πουν απροκάλυπτα ψέματα,  επιλέγουν έναν διαφορετικό τρόπο χρησιμοποιώντας τον Άγιο ως μέσο για να περιγράψουν ανθρώπινες συμπεριφορές  που προσδίδουν  αγάπη, ελπίδα και ευτυχία.

Από τον αριθμό των αναρτήσεων κατάλαβα πως είναι ένα θέμα που απασχολεί πολλούς γονείς και κάνοντας μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο, είδα απίστευτα μεγάλο αριθμό άρθρων με συμβουλές του τύπου «πως να πείτε στο παιδί σας πως δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης» ή «7 βήματα για το πως να αντιμετωπίσετε τις ερωτήσεις για την ύπαρξη του» ακόμα και site με θέμα «THE SPIRITUAL AND PSYCHOLOGICAL DAMAGE OF THE SANTA LIE!»

Αλήθεια, είναι τόσο κακό να λέμε ψέματα στα παιδιά για τον Άγιο Βασίλη;  Φυσικά, θ’απαντήσουν κάποιοι. Απ’τη μια μεγαλώνουμε τα παιδιά μας λέγοντάς τους να είναι ειλικρινείς, αργότερα τους μαθαίνουμε νόμους της φυσικής και από την άλλη, θα τους λέμε πως εννέα ιπτάμενοι τάρανδοι σέρνουν με το έλκηθρο έναν αθάνατο παππούλη με κόκκινα ρούχα μέσα απ’τον ουρανό, ώστε να παραδώσει τα δώρα σε εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο σε μια νύχτα, μια φορά το χρόνο;

Αν και το ψέμα μπορεί να γίνει ένα βολικό δεκανίκι στην ανατροφή των παιδιών –πιες το γάλα σου γιατί δεν θα ψηλώσεις – πιστεύω πως όλοι θα συμφωνούσαμε πως είναι καλό να το κρατάμε στο ελάχιστο, τόσο για την ανάπτυξη εμπιστοσύνης ανάμεσα σε μας και τα παιδιά, αλλά κυρίως για να δίνουμε πρώτοι εμείς το παράδειγμα.  Απ’αυτόν τον κανόνα, εξαιρείται ο τελευταίος μήνας του χρόνου, ισχυρίζονται ψ που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.

Όχι μόνο ο μύθος του Αγ. Βασίλη είναι ακίνδυνος, αλλά, βοηθάει και στη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Οι φανταστικές ιστορίες, ενθαρρύνουν ένα είδος φανταστικού παιχνιδιού που πυροδοτεί τη δημιουργικότητα, την κοινωνική κατανόηση ακόμα και την επίλυση προβλημάτων. Τα παιδιά, φαντάζονται τον Άγιο Βασίλη να προσπαθεί να οργανώσει τα ξωτικά στο Βόρειο Πόλο, να προλάβουν να διαβάσουν όλα τα γράμματα, να ετοιμάσουν τα δώρα, μέχρι να έρθει η στιγμή του ταξιδιού. Μερικές φορές, συμμετέχουν  τα ίδια στη φαντασίωση, υιοθετώντας το ρόλο του Ρούντολφ ή του Άγιου Βασίλη στα παιχνίδια με τους φίλους τους.  Αυτές οι μορφές του παιχνιδιού μπορούν  να καλλιεργήσουν ένα σύνολο δεξιοτήτων το λεγόμενο «theory of mind», η οποία βοηθά τα παιδιά να προβλέψουν και να κατανοήσουν τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων.

Μέσα απ’αυτά τα φανταστικά παιχνίδια, τα παιδιά, «αναγκάζονται» να σκεφτούν –μέσω υποθετικών σεναρίων- ακόμα και εναλλακτικές λύσεις. Για παράδειγμα, τι θα συμβεί εάν τα ξωτικά δεν προλάβουν να τελειώσουν μέχρι την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς;  Πώς θα ήταν τα Χριστούγεννα εάν δεν υπήρχε ο Άγιος Βασίλης; Μια έρευνα, της Alison Gopnik, Καθηγήτριας Ψυχολογίας στο Berkeley και συγγραφέας του βιβλίου «The Philosophical Baby: What Children’s Minds Tell Us About Love, Truth and the Meaning of Life» δείχνει, ότι αυτός ο τρόπος σκέψης, βοηθάει να αναπτυχθούν μοντέλα για το πώς λειτουργεί ο κόσμος και τα «υποχρεώνει» να οραματίζονται δημιουργικές λύσεις σε προβλήματα ή στην κατάληξη νέων ιδεών.  Εξάλλου, λέει η Alison, για να πούμε πως κάποιος μπορεί να επηρεάσει την αλλαγή ή να σχεδιάσει κάτι νέο, αυτός ο κάποιος θα πρέπει να είναι σε θέση να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά.

Απ’την άλλη πλευρά, απ’το να καλλιεργούμε μια πίστη η οποία είναι καταδικασμένη να συντριβεί απο την πραγματικότητα, δεν είναι προτιμότερο να μην το κάνουμε καθόλου; ή εαν δημεύσω τον Άγιο ενώ το παιδί έχει πιστέψει στην ύπαρξή του θα είναι σαν να του κλέβω το μεταβατικό του αντικείμενο;

Προσωπικά, πιστεύω πολύ στο πως είναι το παιδί που έχεις απέναντί σου, και δεν εννοώ μόνο στο θέμα αυτό. Για παράδειγμα, σ’ένα παιδί που είναι ήσυχο και ήρεμο γιατί να βάλεις αυστηρά όρια; Επειδή πρέπει γενικά να βάζω όρια; Όχι, θα μου πεις. Θέλω να λέω πάντα την αλήθεια στο παιδί μου. Φαντάζομαι, πως το ίδιο θα ισχύει και όταν σου ζητάει να πάτε στην παιδική χαρά. Δεν θα του λες πως δεν μπορούμε να πάμε σήμερα γιατί είναι κλειστά, αλλά βαριέμαι ή είμαι κουρασμένος. Θέλω να πω μ’αυτό πως η ύπαρξη ή όχι του Αγ. Βασίλη για μένα, εμπίπτει στην κατηγορία του «καλού» ψέματος.  Εξάλλου, μέχρι τη στιγμή που τα παιδιά μαθαίνουν την αλήθεια για τον Άγιο Βασίλη –που είναι συνήθως στην ηλικία των 8- μπορούν και καταλαβαίνουν τη διαφορά μεταξύ αυτού του τύπου ψέματος και δεν δυσανασχετούν με τους γονείς ούτε πιστεύουν πως δεν μπορούν να τους εμπιστευτούν.

Πριν λίγες μέρες άκουσα μια ιστορία εκπαιδευτικού που ένα παιδάκι ρώτησε: «Κυρία, ρώτησα τον μπαμπά μου εάν θα έρθει φέτος ο Αγ. Βασίλης και μου απάντησε πως φέτος θα έρθει ο άδειος Βασίλης» και δεν ήξερε τι να του πει.  Σε κάποιους αυτό φαίνεται χοντράδα, σε άλλους αστείο σε άλλους και τα δυο.  Θα σας αναφέρω απλά μια έρευνα για το πόσο η φαντασία και το παιχνίδι μπορούν να είναι θεραπευτικά για τα παιδιά που περνάνε δύσκολες στιγμές.

Σε μια μελέτη του 2006, ερευνητές  ζήτησαν απο 35 παιδιά που ζούσαν σε καταυλισμούς, προς το τέλος του δεύτερου πολέμου μεταξύ Ισραήλ-Λιβάνου, να «φροντίσουν» ένα βαλσαμωμένο ζώο για τρεις εβδομάδες.  Τριάντα εννέα παιδιά του καταυλισμού, δεν πήραν ταριχευμένο ζωάκι. Μετά τον πόλεμο, οι ερευνητές, πήραν συνέντευξη απ’τους γονείς και διαπίστωσαν πως τα παιδιά που είχαν υιοθετήσει τα ταριχευμένα ζωάκια –και ειδικά εκείνα που φρόντισαν για τα ζώα πιο έντονα- βίωσαν λιγότερα προβλήματα που σχετίζονταν με το άγχος, όπως εφιάλτες και άγχος αποχωρισμού από ό,τι τα άλλα παιδιά.

Προφανώς κ ένα παιδί μπορεί να συμμετέχει σε παιχνίδια φαντασίας ακόμη και αν δεν πιστεύει στον Άγιο. Με κανένα τρόπο δεν είναι αναγκαιότητα για την υγιή ανάπτυξη ενός παιδιού. Με τον χειρότερο τρόπο να χειριστεί ένας γονιός το θέμα δεν θα προκαλέσει διαρκή ψυχολογική βλάβη σ’ένα παιδί. Όμως, αφού μπορούμε να το παρουσιάσουμε με πιο μαλακό τρόπο, γιατί να μην τον προτιμήσουμε; Εάν σας ρωτήσουν, υπάρχει ο Άγιος Βασίλης; απαντήστε με μια ερώτηση: “Εσύ, τί πιστεύεις; Έχεις αρχίσει να πιστεύεις πως δεν υπάρχει; γιατί; Πολλοί θα σκεφτούν πως είναι μεγάλη πολυτέλεια ν’ασχολούμαστε με τέτοια “ασήμαντα” θέματα. Το καταλαβαίνω πολύ. Ξέρω πως όταν είσαι γονιός έχεις ν’απαντήσεις σε πολύ σοβαρότερα ερωτήματα και πως η καθημερινότητα κάτι φορές δεν παλεύεται. Όμως, και απ’τα ασήμαντα μαθαίνουμε κάτι.

Τελειώνω το ποστ μ’ένα video για τα πιο μεγάλα παιδιά που εμένα μου άρεσε πολύ. Στην πτήση μια Καναδέζικης αεροπορικής εταιρείας, οι επιβάτες μίλησαν στο check in με ηλεκτρονικό Άγιο Βασίλη ο οποίος τους ρώτησε όλους τι δώρο θέλουν.  Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, πήραν αυτό που ζήτησαν. και αυτοί που ζήτησαν κάλτσες και αυτοί που ‘πίστεψαν’ και ζήτησαν home cinema 🙂