Φροντίζοντας τον εαυτό μου

Μια φράση που χρησιμοποιούμε πολύ συχνά οι ψυχοθεραπευτές είναι “φροντίζω τον εαυτό μου”. Δεν είναι μόνο συχνή είναι και παρεξηγήσιμη. Κάποιοι τη χρησιμοποιούν είτε για να επιβαρύνουν τους άλλους είτε για να επιβάλουν τη θέλησή τους χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα “εγώ απλά φροντίζω τον εαυτό μου και τις ανάγκες μου”.  Άλλοι πιστεύουν πως η φροντίδα εαυτού έχει να κάνει μόνο με την εξωτερική εμφάνιση.

Τι εννοούμε όταν λέμε φροντίδα εαυτού;  Η φροντίδα του εαυτού μας προϋποθέτει μια θεμελιώδη αρχή: να ικανοποιούμε τις ανάγκες μας. Πολλοί δεν ζητούν αυτά που χρειάζονται. Άλλοι, δεν γνωρίζουν ή δεν έχουν δώσει μεγάλη σημασία σε αυτά που θέλουν και σ’ εκείνα που έχουν ανάγκη. Ορισμένοι πιστεύουν ότι οι ανάγκες μας δεν είναι σημαντικές ή έφτασαν στο σημείο να πιστεύουν ότι το να έχω ανάγκες είναι κακό και λάθος και έτσι τις καταπιέζουν και τις διώχνουν από το επίπεδο του συνειδητού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις το να ικανοποιήσουμε τον εαυτό μας μπορεί να σημαίνει να κάνουμε κάτι ευχάριστο γι’αυτόν: ένα καινούργιο ρούχο, ένα ταξίδι, ένα κέρασμα. Σημαίνει επίσης ότι κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο για να ζούμε υπεύθυνα-όχι με υπερβολικές ευθύνες, αλλά ούτε ανεύθυνα. Το να δίνουμε στον εαυτό μας αυτό που έχει ανάγκη δεν είναι δύσκολο.   Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να αρχίσει κάποιος να ανακαλύπτει τις επιθυμίες, τους στόχους, τις ανάγκες του.

Η φροντίδα του εαυτού μας αντικατοπτρίζει μια στάση ζωής προς τον εαυτό μας, που λέει: Εγώ είμαι ο υπεύθυνος για την καθοδήγηση ή μη της ζωής μου. Είμαι υπεύθυνος για τη φροντίδα της σωματικής, πνευματικής, συναισθηματικής και οικονομικής ευημερίας μου. Είμαι υπεύθυνος για την επίλυση των προβλημάτων μου ή για το πώς να διαβιώνω μαζί τους όταν αυτά είναι άλυτα. Είμαι υπεύθυνος για τις επιθυμίες μου, τις απαιτήσεις μου και τις επιλογές μου. Εμπιστεύομαι τα συναισθήματά μου και τις σκέψεις μου. Η κακοποίηση ή κακομεταχείριση δεν μου αξίζουν και δεν θα τις ανεχτώ από κανέναν. Οι αποφάσεις που λαμβάνω και ο τρόπος που συμπεριφέρομαι αντικατοπτρίζουν την υψηλή μου αυτοεκτίμηση. Οι αποφάσεις μου φροντίζω να έχουν άμεση συνάρτηση με τις υποχρεώσεις που έχω προς τον εαυτό μου αλλά και τυχόν υποχρεώσεις που έχω απέναντι σε άλλους -παιδιά, σύντροφο-.  Δεν ξεχνώ τα δικαιώματα των άλλων ανθρώπων που βρίσκονται κοντά μου –  το δικαίωμα να ζήσουν τη ζωή τους όπως θεωρούν ότι τους αρμόζει.

Καθώς μαθαίνουμε πώς να φροντίζουμε και να καλύπτουμε τις ανάγκες μας, συγχωρούμε τον εαυτό μας όταν κάνει λάθη και τον συγχαίρουμε όταν ενεργεί σωστά. Aποδεχόμαστε το γεγονός ότι ορισμένα πράγματα τα κάνουμε άσχημα, ενώ άλλα θα τα κάνουμε μέτρια. Μαθαίνουμε να γελάμε με τον εαυτό μας και την ανθρώπινη πλευρά μας, αλλά δεν γελάμε όταν πρέπει να κλάψουμε.  Παίρνουμε σοβαρά τον εαυτό μας, αλλά όχι υπερβολικά σοβαρά. Είναι ελάχιστες οι καταστάσεις στη ζωή μας που δεν βελτιώνονται, όταν φροντίζουμε τον εαυτό μας και όταν παρέχουμε σε μας αυτά που χρειάζεται.

Ένας απ’τους ασφαλέστερους και γρήγορους τρόπους για να ξανακερδίσει κάποιος την ισορροπία του και την ευτυχία του είναι να κοιτάζει και να φροντίζει τον εαυτό του και τις δουλειές του.

Advertisements

Nebraska

Στην ερώτηση “πώς θα περιγράφατε τη σχέση με τον πατέρα σας;” η απάντηση είναι “αμήχανη”. Όταν βρισκόμαστε το θέμα συζήτησης είναι  η δουλειά. Το πρώτο που ρωτάει είναι εάν είμαι ευχαριστημένη και αν οι θεραπευόμενοί μου συνεχίζουν τη θεραπεία τους. Η συζήτηση καταλήγει πάντα στο να μην σταματήσω να δουλεύω όσα χρήματα και αν έχω και αν χρειάζομαι κάτι. Παλιότερα έμενα μόνο σ’αυτά που δεν είχα πάρει απ΄τη σχέση μας. Αργότερα και μετά από πολλά χρόνια ψυχοθεραπείας  είδα και εκτίμησα αυτά που μπόρεσε να μου δώσει. Μ’έμαθε μπάνιο, ποδήλατο, να μην το βάζω κάτω -κόντρα στην κόντρα είναι ένα απ’τα αγαπημένα του τσιτάτα- να παίζω έντιμα, αλλά, κυρίως, έμαθα τι σημαίνει να έχεις μεγαλώσει μ’έναν άνθρωπο σταθερό και τη σημασία του να συνάδουν τα λόγια με τις πράξεις. Τα άρθρα πάρα πολλά αλλά επέλεξα αυτό  γιατί δεν προσπαθεί να εκμαιεύσει συναισθήματα αλλά και γιατί μου θυμίζει τα λόγια της ψ σε κάποιες απ’τις συνεδρίες μου “Νάσια, έλα λίγο να δούμε αυτά πήρες απ’τον πατέρα σου”

Ο Μεγάλος Θυμός

«Δεν πιστεύω όταν σ’έχει ενοχλήσεικάτι που σου είπε ή έκανε κάποιος να δείχνεις θυμωμένη ή πειραγμένη; Δεν θα δείξεις ποτέ πως θύμωσες. Όχι μόνο δεν θα σταματήσεις να μιλάς ή θα κρατάς μούτρα, αλλά, τότε είναι που θα κάνεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Μη δώσεις ποτέ τέτοια χαρά και ειδικά σε κάποιον τρίτο. Αποστασιοποιήσου με ευγένεια και αν περιμένεις αρκετά στην όχθη του ποταμού, θα δεις τα πτώματα των εχθρών σου να περνούν επιπλέοντας από μπροστά σου».

Έχω παρατηρήσει πως οι πλέον συνηθισμένοι τρόποι έκφρασης του θυμού είναι δυο. Ο ένας είναι αυτός που περιέγραψα παραπάνω και ο άλλος είναι η καθαρή ή η καλυμμένη επιθετικότητα. Κάποιοι φωνάζουν, χειροδικούν, εκτοξεύουν πράγματα, βρίζουν, απειλούν. Άλλοι χρησιμοποιούν ειρωνεία, χιούμορ ή παθητικοεπιθετικά σχόλια, άλλοι τερματίζουν απότομα σχέσεις γιατί φοβούνται τη σύγκρουση και άλλοι γίνονται απόμακροι, σιωπηλοί, ψυχροί ή θλιμένοι ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν τη συγκρότηση του εαυτού τους. Σε όλες αυτές τις συμπεριφορές υπάρχει κάτι κοινό. Ο φόβος ή οι ενοχές για το θυμό και το μπέρδεμα γύρω απ’αυτόν.

Ο θυμός είναι το πιο παρεξηγημένο, ενοχοποιημένο και το συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα. Έχει την εικόνα κάτι του μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά.  Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.

Ας φανταστούμε λοιπόν τι συμβαίνει εάν ένα παιδί στην προσπάθειά του να εκφράσει ένα συναίσθημα θυμού προς το γονιό έχει ν’αντιμετωπίσει αποδοκιμασία ή απόρριψη ή κάτι που θα βιώσει ως απώλεια αγάπης. Αρχίζει και καταγράφεται ως εμπειρία ότι η έκφραση του θυμού προκαλεί κινδύνους -ή να το πω πιο απλά, η “χασούρα” είναι μεγαλύτερη απ’το “κέρδος”-. Όμως ο θυμός είναι σχεδόν αναπόφευκτος και έτσι έρχεται η στιγμή που πρέπει να πάρει μερικές αποφάσεις για το τι να κάνει όταν τον νιώθει. Συνήθως αποφασίζει να σπρώξει το συναίσθημα προς το κάτω, να το κρατήσει μέσα του. Δεν είναι τυχαίο που τις περισσότερες φορές κάτω απ’τη θλίψη βρίσκεται θυμός που δεν έχει εκφραστεί και έχει αναστραφεί. Έτσι ξεκινάει η παρέμβαση στην υγιή ανάπτυξη. Ο οργανισμός όμως επιδιώκει συνεχώς να φτάσει σε ομοιόσταση με το να εκφράζονται τα συναισθήματα για να μπορέσει να επιτευχθεί μια αίσθηση ικανοποίησης, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την επόμενη ανάγκη του, συνεχίζοντας έτσι τον αέναο κύκλο της ανάπτυξής του. Η έκφραση του συναισθήματος θα γίνει με ή χωρίς τη συνεργασία της επίγνωσής μας.

Ο θυμός θα εκτονωθεί. Το παιδί -και αργότερα ως ενήλικας- μπορεί να αναστρέψει το θυμό του. Θα κάνει στον εαυτό του αυτό που θα ήθελε να κάνει στους άλλους.  Μπορεί να αυτοτραυματίζεται, να ξεριζώνει τούφες απ’τα μαλλιά του, να συσφίξει τους μυς προκαλώντας πονοκεφάλους κλπ. Κάποιος άλλος μπορεί να ανακλά το θυμό του χωρίς να εκφράζει το γνήσιο συναίσθημα σε καμία περίπτωση. Μετά από ένα διάστημα ξεχνά ακόμη και ποιο ήταν. Όμως, η ενέργεια παραμένει και πρέπει να εκφραστεί. Γίνεται σωματικά επιθετικό και νιώθει καλά αλλά όχι για πολύ. Δοκιμάζει ξανά προσπαθώντας να αναδημιουργήσει την καλή αίσθηση. Υπάρχουν και παιδιά που θα εκφραστούν σωματικά είτε με επεισόδια νυχτερινής ενούρησης είτε με τη συγκράτηση των κενώσεων. Αρκετά συνηθισμένο είναι και το να προβάλλουμε το θυμό μας σε άλλους και να φανταζόμαστε πως οι άλλοι είναι θυμωμένοι μαζί μας.  Ο θυμός είναι το πιο δύσκολο συναίσθημα που χρειάζεται να εκφράσει ένα παιδί. Μπορεί να βρει τον τρόπο για να εκφράσει άλλα συναισθήματα όπως φόβο ή χαρά αφού αυτά τα ανέχονται εύκολα οι γονείς και η κουλτούρα μας.  Έτσι, μεγαλώνει αντιμετωπίζοντας το θυμό ως κάτι κακό.

Τα καλά νέα είναι ότι οι άνθρωποι έχουμε τη δυνατότητα να ξεμάθουμε και να ξαναμάθουμε νομίζω τα πάντα. Για το πως εκφράζω το θυμό μου χωρίς να κακοποιώ ούτε εμένα ούτε τους άλλους, είμαι σίγουρη πως όλοι μπορούμε.
Ο λόγος που περιέγραψα τα παραπάνω είναι για να δούμε πόσο σημαντικό είναι να αποκτήσω επίγνωση για το τί κάνω και πώς το κάνω. Πότε θυμώνω, τι τον κάνω το θυμό μου; Είναι σημαντικό να δω πως ως παιδί δεν είχα επιλογές γιατί εξαρτιόμουν από άλλους. Όμως, στο σήμερα, ως ενήλικας έχω πολλές επιλογές.

Έχω την επιλογή να πω στον άλλον «όταν συμπεριφέρθηκες ή μου μίλησες μ’αυτόν τον τρόπο κλπ, εγώ θύμωσα και χρείαζομαι απόσταση ή να ακούσω συγγνώμη ή θέλω να το συζητήσουμε» Μοιράζεσαι το συναίσθημά σου και αυτό είναι σημαντικό γιατί έτσι όχι μόνο τοποθετείσαι σε μια σχέση, αλλά συμπεριλαμβάνεις και τον άλλον. Το να έχω θυμώσει μαζί σου και να μη στο λέω, δεν έχει καθόλου το «μαζί», είμαστε και οι δυο μόνοι μας. Όταν ρωτάω τους ανθρώπους «τι πιστεύεις πως θα συμβεί εάν πεις στον άλλον πως θύμωσες;» Η απάντηση είναι πάντα η ίδια. «Φοβάμαι πως η σχέση θα διαλυθεί». Αυτός ο φόβος είναι η καταγεγραμμένη εμπειρία που περιέγραψα παραπάνω. Εάν συνεχιστεί ο παλιός τρόπος, είναι βέβαιο πως η σχέση θα καταστραφεί. Ξέρω πως ακούγεται δύσκολο γι’αυτό πάντα προτείνω στην αρχή να το κάνουν με ανθρώπους και σε σχέσεις που αισθάνονται ασφαλείς. Με κάποιο καλό φίλο, ίσως αδέρφια, τον θεραπευτή τους. Βοηθάει επίσης να είναι απόλυτα ξεκάθαρο πως ο θυμός είναι απλά ένα συναίσθημα όπως τα υπόλοιπα, δεν έχει να κάνει με επιθετικότητα η οποία είναι συμπεριφορά.

Ο καινούργιος τρόπος έχει μόνο χαρά, ενηλικίωση, φροντίδα για τον εαυτό μου, για τους άλλους, τη σχέση και κυρίως, δεν αφήνω ανοιχτούς λογαριασμούς που είναι ένας σίγουρος τρόπος για να παραμείνουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι.

Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 20/2/2015 http://www.exostispress.gr/Article/o-megalos-thimos-0#.VOd5_dNryIs.facebook

Ό,τι αξίζει πονάει κι είναι δύσκολο;

«Βάλε με σ’ένα δωμάτιο γεμάτο γυναίκες, και θα ερωτευτώ αυτή με τα περισσότερα προβλήματα, αυτή που θα μου συμπεριφέρεται χειρότερα. Η αλήθεια είναι πως πάντα
μου άρεσαν οι προκλήσεις. Αν μια γυναίκα μου φέρεται πολύ καλά με απωθεί
” είπε το αγόρι με το γκρι κασκόλ στο διπλανό τραπέζι. “εμένα πάλι όλοι όσοι γνωρίζω και καταλάβουν πως ενδιαφέρομαι πραγματικά για εκείνους εξαφανίζονται. Δεν καταλαβαίνω πως γίνεται αυτό. Μαγνήτη έχω; γιατί να είμαι τόσο άτυχη;“.  Μου αρέσει πολύ να κρυφακούω συζητήσεις και αυτή ήταν από εκείνες που δεν γίνεται να τις αγνοήσεις. Στην αρχή χαμογελάς γιατί τις βρίσκεις χαριτωμένες και σκέφτεσαι πως και εσύ όταν ήσουν πιο νέα όχι μόνο τα έλεγες αλλά τα τραγουδούσες κιόλας, όμως, αμέσως μετά θυμάσαι πόσο έχεις ταλαιπωρηθεί και το χαμόγελο παγώνει.

Πολλοί άνθρωποι επιθυμούν μια στενή σχέση, όμως, εξαιτίας κάποιων τραυματικών γεγονότων ή δυσκολιών της παιδικής τους ηλικίας, βρίσκουν δύσκολο και πολλές φορές τρομακτικό το project “σχέση”. Κάποιοι, βίωσαν εγκατάλειψη -φυσική ή συναισθηματική- ενώ άλλοι, κάποιου είδους παραμέληση με αποτέλεσμα να έχουν την τάση να επιλέγουν ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διαθέσιμοι. Άνθρωποι που έχουν κακοποιηθεί είτε σωματικά είτε συναισθηματικά είτε λεκτικά επιλέγουν ανθρώπους που θα τους συμπεριφερθούν αναξιόπιστα όχι επειδή είναι άρρωστοι, ή χαζοί, αλλά επειδή η τάση όλων μας είναι να πηγαίνουμε στο γνώριμο, σ’αυτό που ξέρουμε. Τα τραυματικά γεγονότα που έχουμε βιώσει στην παιδική μας ηλικία έχουν δημιουργήσει μοτίβα και συνήθειες αρνητικών σκέψεων, συναισθημάτων ακόμα και συμπεριφορών, οι οποίες με τη σειρά τους γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες.

Ένα ακραίο -αλλά πολύ συνηθισμένο- αποτέλεσμα που μπορεί να προκύψει από την εγκατάλειψη ή την παραμέληση είναι η εξάρτηση από την αγάπη. Οι εξαρτώμενοι από την αγάπη (love addicts), έχοντας ακάλυπτες συναισθηματικές ανάγκες, επιδιώκουν να γεμίσουν αυτό το κενό.  Όπως είναι φυσικό, θα πάνε σ’αυτό που ξέρουν καλά απ’την ιστορία τους. Θα πάνε σ’αυτούς που αποφεύγουν την αγάπη (love avoidants) και θα τους ζητήσουν επίμονα, χειριστικά, να τους ταϊσουν τη “μπεμπελάκ” που δεν είχαν φάει πίσω στο χρόνο. Ο φόβος της εγκατάλειψης που βιώνουν είναι τόσο μεγάλος, που μπαίνουν σ’ένα κύκλο εμμονής και κυνηγητού του άλλου, ο οποίος φυσικά πιέζεται και φεύγει, το αντίθετο δηλαδή απ’αυτό που ήθελε ο εξαρτημένος, αλλά αυτό που υποσυνείδητα περίμενε. Αυτός ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται και βιώνονται από την αρχή τα ίδια ακριβώς οδυνηρά συναισθήματα που βιώνονταν και στο παρελθόν: εγκατάλειψη, φόβος, θυμός, πόνος, κενό και κυρίως λαχτάρα.

Απ’την άλλη πλευρά, αυτοί που αποφεύγουν την αγάπη, το κάνουν σηκώνοντας συστηματικά τοίχους για να αποφευχθεί η οικειότητα. Αποφεύγουν την οικειότητα δημιουργώντας ένταση έξω απ’τη σχέση, συνήθως με κάποιον εθισμό όπως εργασιομανία, τζόγο, σεξ, ναρκωτικά ή αλκοόλ. Μπορεί να μην το κάνουν τη στιγμή που θα τους συναντήσουμε όμως, εάν ψάξει κανείς λίγο το ιστορικό τους, θα βρει σίγουρα κάποια τέτοια συμπεριφορά. Μπαίνουν στη σχέση από καθήκον και όχι από αγάπη και αυτό συμβαίνει γιατί στο παρελθόν χρειάστηκε να φροντίσουν εκείνοι τον –αντίθετου φύλου- γονιό τους όπως π.χ. να ακούνε τα προβλήματά του. Από τότε λοιπόν που ανέλαβαν τέτοιο δυσβάσταχτο για ένα παιδί ρόλο, στο σήμερα, θεωρούν τις σχέσεις ασφυκτικές. Η αίσθηση της αξίας τους πηγάζει από το να φροντίζουν αυτούς που έχουν ανάγκη. Αυτό ορίζουν ως “δουλειά” σε μια σχέση και νιώθουν ένοχοι αν δεν το κάνουν.

Αυτό που ακολουθεί είναι μια τοξική σχέση όπου ο μεγαλύτερος φόβος του ενός είναι αυτός της εγκατάλειψης, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της στενής επαφής, και ο μεγαλύτερος φόβος του άλλου είναι αυτός της οικειότητας, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της εγκατάλειψης. Ακόμα κι αν εγκαταλείψει ο ένας τον άλλον, θα ξαναρχίσουν τον κύκλο με τον επόμενο. Και αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ; Θα σταματήσει μόνον εάν αντιμετωπιστεί το αρχικό τραύμα. Μέχρι να γίνει αυτό, η επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά κρατάει ζωντανό το θέμα μέχρι να λυθεί ο παλιός λογαριασμός.

Η ζωή θέλει προσοχή. Τα διάφορα τσιτάτα στο στυλ “επειδή ζούμε μια φορά δεν έχω καταλάβει εάν θα πρέπει να τα κάνουμε όλα σωστά ή όλα λίμπα” ή “Ακολούθησε την καρδιά σου και όπου σε βγάλει ή ό,τι είναι δύσκολο αξίζει “ κλπ, είναι για να τα βλέπουμε ως λεζάντες σε φωτογραφίες στα social media ή σε αισθηματικές κομεντί και να χαμογελάμε.  Σίγουρα όχι για να πορευόμαστε μ’αυτά γιατί είναι μαθηματικά βέβαιο πως η ζωή θα μας εκπλήξει μάλλον δυσάρεστα.

Δεν χρειάζεται να υποφέρουμε και να προκαλούμε ένταση για να αισθανόμαστε ότι είμαστε ζωντανοί. Ας μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας.  Ναι, είναι το μεγαλύτερο κλισέ που έχει ειπωθεί ποτέ ενώ εξίσου κοινότοπο ακούγεται και το “Χωρίς αυτοσεβασμό είναι σαν να μην υπάρχεις“.  Αυτή όμως είναι η αλήθεια. Ξέρω, πως κάποιοι ενώ διαβάζουν αυτά θα σκέφτονται “Α, δηλαδή μας λες να συμβιβαστούμε; Να ζήσουμε μια ζωή άνοστη, πληκτική με το φόβο μήπως πληγωθούμε;”.  Όχι, δεν λέω αυτό. Λέω να σταματήσουμε να κάνουμε λανθασμένα πράγματα για σωστούς και δικαιολογημένους λόγους.

Ας θρηνήσουμε για όλες τις απώλειες και ας κλείσουμε τους ανοιχτούς λογαριασμούς της παιδικής μας ηλικίας όσο καλύτερα μπορούμε.  Ας διερευνήσουμε πως επηρεάζουν τα “εκεί και τότε” γεγονότα τον τρόπο με τον οποίο ενεργούμε στο “εδώ και τώρα”. Είναι δύσκολο και κάποιες φορές -αν και μπορεί να έχουμε δουλέψει τα θέματά μας- η τάση μας θα είναι να πάμε στο γνώριμο, έστω και αν αυτό είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό γιατί αυτό μας φαίνεται πιο εύκολο.  Ξέρουμε πως να είμαστε μέσα σ’αυτό, ξέρουμε να συμπεριφερθούμε, τι να περιμένουμε, τί δεν θα πάρουμε.  Ο καινούργιος τρόπος έχει φόβο επειδή είναι άγνωστος.

Κι αν κάποια στιγμή η τάση είναι πολύ ισχυρή, ας είμαστε μαλακοί με τον εαυτό μας και ας είμαστε σίγουροι πως θα πάμε για λίγο στην ταλαιπωρία αλλά με πλήρη επίγνωση και υπενθυμίζοντας στον εαυτό μας, πως “εκεί που πάω το μόνο που θα κερδίσω, είναι ένταση“.  Αυτό είναι και η επιτυχία της ψυχοθεραπείας.  Όχι να μην επαναλάβουμε κάποια συμπεριφορά και να γίνουμε κάποιοι άλλοι, αλλά να έχουμε επίγνωση του τί κάνουμε και πώς το κάνουμε. Τότε μόνο θα μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως κανείς δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δυο φορές.

Χρόνια Πολλά!

Πρώτη δημοσίευση στις 23/12/2014 στον Εξώστη Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/oti-axizei-ponaei-ki-einai-diskolo-0#ixzz3NTmM2V4r

Αγ. Βασίλης έρχεται (;)

Απ’ τις αρχές Δεκεμβρίου κυκλοφορεί στο διαδίκτυο ένα γράμμα κάποιων γονιών προς το γιο τους ο οποίος θέλει να μάθει την αλήθεια για τον Άγιο Βασίλη.  Στην προσπάθεια τους να μην του στερήσουν την παιδική  αθωότητα και ευπιστία αλλά και από την άλλη να μην του πουν απροκάλυπτα ψέματα,  επιλέγουν έναν διαφορετικό τρόπο χρησιμοποιώντας τον Άγιο ως μέσο για να περιγράψουν ανθρώπινες συμπεριφορές  που προσδίδουν  αγάπη, ελπίδα και ευτυχία.

Από τον αριθμό των αναρτήσεων κατάλαβα πως είναι ένα θέμα που απασχολεί πολλούς γονείς και κάνοντας μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο, είδα απίστευτα μεγάλο αριθμό άρθρων με συμβουλές του τύπου «πως να πείτε στο παιδί σας πως δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης» ή «7 βήματα για το πως να αντιμετωπίσετε τις ερωτήσεις για την ύπαρξη του» ακόμα και site με θέμα «THE SPIRITUAL AND PSYCHOLOGICAL DAMAGE OF THE SANTA LIE!»

Αλήθεια, είναι τόσο κακό να λέμε ψέματα στα παιδιά για τον Άγιο Βασίλη;  Φυσικά, θ’απαντήσουν κάποιοι. Απ’τη μια μεγαλώνουμε τα παιδιά μας λέγοντάς τους να είναι ειλικρινείς, αργότερα τους μαθαίνουμε νόμους της φυσικής και από την άλλη, θα τους λέμε πως εννέα ιπτάμενοι τάρανδοι σέρνουν με το έλκηθρο έναν αθάνατο παππούλη με κόκκινα ρούχα μέσα απ’τον ουρανό, ώστε να παραδώσει τα δώρα σε εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο σε μια νύχτα, μια φορά το χρόνο;

Αν και το ψέμα μπορεί να γίνει ένα βολικό δεκανίκι στην ανατροφή των παιδιών –πιες το γάλα σου γιατί δεν θα ψηλώσεις – πιστεύω πως όλοι θα συμφωνούσαμε πως είναι καλό να το κρατάμε στο ελάχιστο, τόσο για την ανάπτυξη εμπιστοσύνης ανάμεσα σε μας και τα παιδιά, αλλά κυρίως για να δίνουμε πρώτοι εμείς το παράδειγμα.  Απ’αυτόν τον κανόνα, εξαιρείται ο τελευταίος μήνας του χρόνου, ισχυρίζονται ψ που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.

Όχι μόνο ο μύθος του Αγ. Βασίλη είναι ακίνδυνος, αλλά, βοηθάει και στη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Οι φανταστικές ιστορίες, ενθαρρύνουν ένα είδος φανταστικού παιχνιδιού που πυροδοτεί τη δημιουργικότητα, την κοινωνική κατανόηση ακόμα και την επίλυση προβλημάτων. Τα παιδιά, φαντάζονται τον Άγιο Βασίλη να προσπαθεί να οργανώσει τα ξωτικά στο Βόρειο Πόλο, να προλάβουν να διαβάσουν όλα τα γράμματα, να ετοιμάσουν τα δώρα, μέχρι να έρθει η στιγμή του ταξιδιού. Μερικές φορές, συμμετέχουν  τα ίδια στη φαντασίωση, υιοθετώντας το ρόλο του Ρούντολφ ή του Άγιου Βασίλη στα παιχνίδια με τους φίλους τους.  Αυτές οι μορφές του παιχνιδιού μπορούν  να καλλιεργήσουν ένα σύνολο δεξιοτήτων το λεγόμενο «theory of mind», η οποία βοηθά τα παιδιά να προβλέψουν και να κατανοήσουν τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων.

Μέσα απ’αυτά τα φανταστικά παιχνίδια, τα παιδιά, «αναγκάζονται» να σκεφτούν –μέσω υποθετικών σεναρίων- ακόμα και εναλλακτικές λύσεις. Για παράδειγμα, τι θα συμβεί εάν τα ξωτικά δεν προλάβουν να τελειώσουν μέχρι την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς;  Πώς θα ήταν τα Χριστούγεννα εάν δεν υπήρχε ο Άγιος Βασίλης; Μια έρευνα, της Alison Gopnik, Καθηγήτριας Ψυχολογίας στο Berkeley και συγγραφέας του βιβλίου «The Philosophical Baby: What Children’s Minds Tell Us About Love, Truth and the Meaning of Life» δείχνει, ότι αυτός ο τρόπος σκέψης, βοηθάει να αναπτυχθούν μοντέλα για το πώς λειτουργεί ο κόσμος και τα «υποχρεώνει» να οραματίζονται δημιουργικές λύσεις σε προβλήματα ή στην κατάληξη νέων ιδεών.  Εξάλλου, λέει η Alison, για να πούμε πως κάποιος μπορεί να επηρεάσει την αλλαγή ή να σχεδιάσει κάτι νέο, αυτός ο κάποιος θα πρέπει να είναι σε θέση να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά.

Απ’την άλλη πλευρά, απ’το να καλλιεργούμε μια πίστη η οποία είναι καταδικασμένη να συντριβεί απο την πραγματικότητα, δεν είναι προτιμότερο να μην το κάνουμε καθόλου; ή εαν δημεύσω τον Άγιο ενώ το παιδί έχει πιστέψει στην ύπαρξή του θα είναι σαν να του κλέβω το μεταβατικό του αντικείμενο;

Προσωπικά, πιστεύω πολύ στο πως είναι το παιδί που έχεις απέναντί σου, και δεν εννοώ μόνο στο θέμα αυτό. Για παράδειγμα, σ’ένα παιδί που είναι ήσυχο και ήρεμο γιατί να βάλεις αυστηρά όρια; Επειδή πρέπει γενικά να βάζω όρια; Όχι, θα μου πεις. Θέλω να λέω πάντα την αλήθεια στο παιδί μου. Φαντάζομαι, πως το ίδιο θα ισχύει και όταν σου ζητάει να πάτε στην παιδική χαρά. Δεν θα του λες πως δεν μπορούμε να πάμε σήμερα γιατί είναι κλειστά, αλλά βαριέμαι ή είμαι κουρασμένος. Θέλω να πω μ’αυτό πως η ύπαρξη ή όχι του Αγ. Βασίλη για μένα, εμπίπτει στην κατηγορία του «καλού» ψέματος.  Εξάλλου, μέχρι τη στιγμή που τα παιδιά μαθαίνουν την αλήθεια για τον Άγιο Βασίλη –που είναι συνήθως στην ηλικία των 8- μπορούν και καταλαβαίνουν τη διαφορά μεταξύ αυτού του τύπου ψέματος και δεν δυσανασχετούν με τους γονείς ούτε πιστεύουν πως δεν μπορούν να τους εμπιστευτούν.

Πριν λίγες μέρες άκουσα μια ιστορία εκπαιδευτικού που ένα παιδάκι ρώτησε: «Κυρία, ρώτησα τον μπαμπά μου εάν θα έρθει φέτος ο Αγ. Βασίλης και μου απάντησε πως φέτος θα έρθει ο άδειος Βασίλης» και δεν ήξερε τι να του πει.  Σε κάποιους αυτό φαίνεται χοντράδα, σε άλλους αστείο σε άλλους και τα δυο.  Θα σας αναφέρω απλά μια έρευνα για το πόσο η φαντασία και το παιχνίδι μπορούν να είναι θεραπευτικά για τα παιδιά που περνάνε δύσκολες στιγμές.

Σε μια μελέτη του 2006, ερευνητές  ζήτησαν απο 35 παιδιά που ζούσαν σε καταυλισμούς, προς το τέλος του δεύτερου πολέμου μεταξύ Ισραήλ-Λιβάνου, να «φροντίσουν» ένα βαλσαμωμένο ζώο για τρεις εβδομάδες.  Τριάντα εννέα παιδιά του καταυλισμού, δεν πήραν ταριχευμένο ζωάκι. Μετά τον πόλεμο, οι ερευνητές, πήραν συνέντευξη απ’τους γονείς και διαπίστωσαν πως τα παιδιά που είχαν υιοθετήσει τα ταριχευμένα ζωάκια –και ειδικά εκείνα που φρόντισαν για τα ζώα πιο έντονα- βίωσαν λιγότερα προβλήματα που σχετίζονταν με το άγχος, όπως εφιάλτες και άγχος αποχωρισμού από ό,τι τα άλλα παιδιά.

Προφανώς κ ένα παιδί μπορεί να συμμετέχει σε παιχνίδια φαντασίας ακόμη και αν δεν πιστεύει στον Άγιο. Με κανένα τρόπο δεν είναι αναγκαιότητα για την υγιή ανάπτυξη ενός παιδιού. Με τον χειρότερο τρόπο να χειριστεί ένας γονιός το θέμα δεν θα προκαλέσει διαρκή ψυχολογική βλάβη σ’ένα παιδί. Όμως, αφού μπορούμε να το παρουσιάσουμε με πιο μαλακό τρόπο, γιατί να μην τον προτιμήσουμε; Εάν σας ρωτήσουν, υπάρχει ο Άγιος Βασίλης; απαντήστε με μια ερώτηση: “Εσύ, τί πιστεύεις; Έχεις αρχίσει να πιστεύεις πως δεν υπάρχει; γιατί; Πολλοί θα σκεφτούν πως είναι μεγάλη πολυτέλεια ν’ασχολούμαστε με τέτοια “ασήμαντα” θέματα. Το καταλαβαίνω πολύ. Ξέρω πως όταν είσαι γονιός έχεις ν’απαντήσεις σε πολύ σοβαρότερα ερωτήματα και πως η καθημερινότητα κάτι φορές δεν παλεύεται. Όμως, και απ’τα ασήμαντα μαθαίνουμε κάτι.

Τελειώνω το ποστ μ’ένα video για τα πιο μεγάλα παιδιά που εμένα μου άρεσε πολύ. Στην πτήση μια Καναδέζικης αεροπορικής εταιρείας, οι επιβάτες μίλησαν στο check in με ηλεκτρονικό Άγιο Βασίλη ο οποίος τους ρώτησε όλους τι δώρο θέλουν.  Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, πήραν αυτό που ζήτησαν. και αυτοί που ζήτησαν κάλτσες και αυτοί που ‘πίστεψαν’ και ζήτησαν home cinema 🙂

Eat Me – Μέρος II

«Ήταν μια απ’αυτές τις Κυριακές όπου όλη η οικογένεια συγκεντρώνεται για να φάει. Δεν έχει σημασία εάν δεν έχεις όρεξη ή έχεις κανονίσει κάτι άλλο –πράγμα απίθανο- αφού εμείς, τις Κυριακές, τρώμε όλοι μαζί.  Επειδή έτσι πρέπει. Το μενού είχε σούπα. Όμως, ήταν τόσο καυτερή που οι υπόλοιποι έφαγαν μόνο δυο κουταλιές. Εγώ συνέχιζα να την καταπίνω παρόλο που το στόμα μου καιγόταν. Σα να μην μπορούσα να σταματήσω, το καταλαβαίνεις; ήμουνα τόσο συγκεντρωμένη στη σούπα που δεν άκουγα τους υπόλοιπους που μιλάγανε. Τώρα που το λέω, καταλαβαίνω πως ήταν ο τρόπος μου για να μπορώ να αποσυνδέομαι και να μην ακούω. Όταν έφτασα σπίτι μου και είδα στον καθρέφτη τα χείλια μου κόκκινα και πρησμένα, έβαλα τα κλάματα».

Η ψυχαναγκαστική υπερφαγία –ή αλλιώς emotional eating- είναι μια μαθημένη συμπεριφορά. Πολλές φορές, αρκετοί από εμάς, όταν είμαστε στεναχωρημένοι, πιεσμένοι, θυμωμένοι, βαριόμαστε  ή  νιώθουμε ένα απροσδιόριστο κενό ψάχνουμε να βρούμε γρήγορα κάτι να μασουλίσουμε ή να καταπιούμε. Στην αρχή παρορμητικά και αργότερα όλο και πιο ανεξέλεγκτα όλο και πιο πολύ. Με τον καιρό αυτός ο τρόπος γίνεται μια τόσο συνηθισμένη και καθημερινή συμπεριφορά που είναι δύσκολο να κάνουμε την επίγνωση του πως χρησιμοποιούμε το φαγητό για να φάμε συναισθήματα και προβλήματα.

Το «θετικό» στη χρήση του φαγητού για την αντιμετώπιση του στρες ή άλλων μορφών δυσφορίας είναι ότι έχει αποτέλεσμα.  Με ελάχιστη προσπάθεια, η ένταση μειώνεται και μάλιστα αρκετά γρήγορα.  Όμως, αυτό ακριβώς είναι το αρνητικό, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Αυτό το πρότυπο διαχείρισης των αναγκών ενισχύει την κυριαρχία της μορφής του φαγητού.  Μειώνει την ένταση, ηρεμεί και ναρκώνει τις ανάγκες. Έτσι, μαθαίνει κάποιος ν’αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται ανάγκες και συναισθήματα μέσω του φαγητού.

Πολλοί από εμάς, πιστεύουμε έντονα στον αυτοέλεγχο, τον οποίο συνδέουμε με ισχυρά θετικές αξίες.  Έχουμε την πεποίθηση ότι «θα έπρεπε να μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου» ή πιστεύουμε πως το να έχεις τον έλεγχο είναι καλό, φυσιολογικό και αποδεκτό, ενώ το να είσαι εκτός ελέγχου είναι κακό και αφύσικο. Αυτές οι πεποιθήσεις δεν μας αφήνουν να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε ότι πολλά πράγματα ή συνήθειες δεν μπορούμε να τις ελέγξουμε. Έτσι, πολλές φορές, αντί να αναγνωρίσουμε πως έχουμε χάσει τον έλεγχο και ότι είμαστε ανίσχυροι σε ό,τι αφορά το φαγητό, το αλκοόλ ή οποιαδήποτε άλλη ουσία, οδηγούμαστε σε μια παρατεταμένη σειρά συναντήσεων με την ουσία, είτε αυτή λέγεται φαγητό, είτε αλκοόλ, είτε ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια να αποδείξουμε πως έχουμε τον έλεγχο.

Με το πέρασμα του χρόνου, αυτή η διαδικασία κλιμακώνεται γι αυτό και πολλές φορές παρατηρούμε πως μπορεί να έχουμε χάσει τον έλεγχο και ταυτόχρονα να μας έχει γίνει έμμονη ιδέα να αποδείξουμε ότι τον διατηρούμε.

Αυτός ο τρόπος μπορεί να οδηγήσει στη λεγόμενη πόλωση, όπου η μια πλευρά είναι υπερβολικά ελεγχόμενη, ψυχαναγκαστική και περιορισμένη, ενώ η άλλη, έχει περιορισμένο έλεγχο ή είναι τελείως ανεξέλεγκτη.  Ίσως πάλι να νιώθουμε πως το φαγητό μας είναι το μόνο πράγμα το οποίο μπορούμε και ελέγχουμε στη ζωή μας.

Πολλοί άνθρωποι δείχνουν το νοιάξιμο και τη φροντίδα τους μέσω του φαγητού ίσως γιατί δυσκολεύονται, ίσως γιατί δεν ξέρουν να πουν στον άλλον «νοιάζομαι» ή απλά να ρωτήσουν «τί χρείαζεσαι τώρα». H μητέρα θα πάρει τηλέφωνο το παιδί της που έχει καιρό να το δει και της έχει λείψει και το πρώτο που θα ρωτήσει είναι «τρως τίποτα;» σαν το φαγητό να είναι ο τρόπος για να κάνουν επαφή.

Μια απ’αυτές τις μέρες περιμένω τη φίλη μου τη Λ. να έρθει σπίτι μου και αυτό που κυριαρχεί στη σκέψη μου είναι τι φαγητό να ετοιμάσω. Να την περιποιηθώ αλλά βασικά να δείξω πόσο πολύ χαίρομαι. Ε, κακό είναι αυτό; Θα ρωτήσεις. Κακό τίποτα δεν είναι. Είναι όμως περιοριστικό γιατί έτσι χάνω τον αυθορμητισμό, το «εδώ και τώρα», σαν να μην είναι αρκετό να πω «χαίρομαι που ήρθες» και σαν να χρειάζεται να πρέπει να κάνω κάτι ή να πρέπει να είμαι κάπως.  Δεν υπάρχει καμία πρόθεση κριτικής ή αυτομαστιγώματος απλά προσπαθώ να δείξω πόσο μπερδευτική και δύσκολη μπορεί να είναι η διαδικασία της επίγνωσης του τί, πώς και πότε τρώω.

Στο επόμενο ποστ θα δούμε πως αναγνωρίζω εάν τρώω ψυχαναγκαστικά και εάν έχω άλλες επιλογές.

Γκρεμίζοντας τείχη, χτίζοντας γέφυρες – Μέρος Δεύτερο

Το Σάββατο,16 Φεβρουαρίου 2013, στα εκπαιδευτήρια «Ο Πλάτων» παρουσιάστηκε το τρίτομο έργο «Βοήθημα Εκπαιδευτικού μικρών παιδιών: Θεωρία & Πράξη».

Πρόκειται για μια συλλογική προσπάθεια, στην οποία συμμετείχαν με εργασία και ψυχοθεραπευτές  από  το Κέντρο Ψυχοθεραπείας & Εκπαίδευσης Gestalt Foundation,με τίτλο «Διαχείριση και Επίλυση των συγκρούσεων μέσω της βιωματικής μάθησης και της προσέγγισης Gestalt στο χώρο της προσχολικής εκπαίδευσης».

Στην εργασία, αναφέρονται βασικές αρχές του Διαλόγου και της Αναδόμησης Σχέσεων, αντικρίζοντας καταστάσεις εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων είτε σε επίπεδο προσωπικό είτε στο πλαίσιο μιας προσχολικής τάξης.

Το γεγονός πως μια προσπάθεια δεν έμεινε απλά ως μια ακόμη διημερίδα αλλά προχώρησε λίγο παραπέρα, είναι ένα ελπιδοφόρο βήμα όπως όλες οι προσπάθειες που γίνονται σε πολλά σχολεία με θέμα την επιθετικότητα, το θυμό και τον σχολικό εκφοβισμό.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί η μάθηση δεν ορίζεται μόνο ως λήψη παγιωμένης γνώσης από ένα παθητικό δέκτη, αλλά ως διαδικασία ανακάλυψης της γνώσης στην οποία παίρνει μέρος και το παιδί μαζί με τον δάσκαλο.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί όταν ο δάσκαλος θα προσπαθεί να δει τις ανάγκες του παιδιού και δεν θα τις υποθέτει εκ των προτέρων, τότε θα μπορεί να το  βοηθήσει και να το στηρίξει.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί τα παιδιά μαθαίνουν από νωρίς πως στο σύνολο στο οποίο ανήκουν πολλές φορές θα έρθουν αντιμέτωποι με το διαφορετικό και πως είναι εντάξει να έχουμε διαφορές. Σταδιακά, μαθαίνουν πως το σημαντικό δεν είναι ν’αποφεύγουν τη δυσκολία και να βρουν τρόπους να την παρακάμψουν, αλλά να την αντιμετωπίζουν.

Η πρώτη έκδοση δόθηκε δωρεά στον οργανισμό «Το Χαμόγελο του Παιδιού» και όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να αγοράζει το βιβλίο από εκεί

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 20-2-2013