Κανείς δεν διαβάζει τη σκέψη

IMG_20200722_204624

Κανένας άνθρωπος δεν έχει την ικανότητα να διαβάζει τη σκέψη. Εάν θέλουμε να ξέρουν οι άλλοι τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας πρέπει να τα μοιραζόμαστε και όχι να περιμένουμε να καταλάβουν και να θυμώνουμε που δεν καταλαβαίνουν. Η άγνοιά τους δεν είναι ένδειξη αδιαφορίας αλλά ένδειξη της δυσκολίας ή του φόβου που έχουμε να επικοινωνούμε.

Η μητέρα του Bowlby

Ο Konrad Lorenz, ζωολόγος, ηθολόγος, ορνιθολόγος μελέτησε τη συμπεριφορά των ζώων και έγινε διάσημος με τη θεωρία της εγχάραξης (imprinting). Τη διαδικασία που μόλις λίγες ώρες μετά τη γέννηση ένας νεοσσός νιώθει ενστικτωδώς την έλξη προς τη μητέρα του ή το άτομο που θα δει πρώτα μπροστά του.

Ο Lorenz διερεύνησε τους μηχανισμούς αποτύπωσης, όπου ορισμένα είδη ζώων  προσκολλούνται στο πρώτο μεγάλο κινούμενο αντικείμενο που συναντούν. Αυτή η διαδικασία υποδηλώνει ότι η προσκόλληση είναι έμφυτη και προγραμματισμένη γενετικά.

Πήρε έναν μεγάλο αριθμό από αυγά χήνας και τα κράτησε μέχρι να εκκολαφθούν. Τα μισά από τα αυγά τα άφησε στη μητέρα χήνα, ενώ ο Lorenz κράτησε τα υπόλοιπα σε εκκολαπτήριο, για να βεβαιωθεί ότι εκείνος, θα ήταν η πρώτη κινούμενη μορφή που θα έβλεπαν οι νεοσσοί. Τα χηνάκια που ήταν μαζί με τη μαμά χήνα την ακολούθησαν, ενώ τα υπόλοιπα ακολούθησαν τον Lorenz.

Για να διασφαλιστεί ότι η αποτύπωση είχε συμβεί, ο Lorenz έβαλε όλα τα χηνάκια μαζί κάτω από ένα αναποδογυρισμένο κουτί ώστε να αναμιχθούν. Όταν αφαιρέθηκε το κουτί, οι δύο ομάδες χωρίστηκαν για να πάνε στις αντίστοιχες «μητέρες» τους – τα μισά στη μαμά χήνα και τα υπόλοιπα στον Lorenz. Η αποτύπωση έγινε χωρίς καν να γίνει σίτιση αν και φαίνεται να υπάρχει μια κρίσιμη περίοδος κατά την οποία μπορεί να συμβεί (12-17 ώρες μετά την εκκόλαψη). Το πιο ενδιαφέρον είναι πως μετά από 32 ώρες η αποτύπωση είναι απίθανο να συμβεί. Ο Lorenz ισχυρίστηκε ότι μόλις γίνει το αποτύπωμα, δεν μπορεί να αντιστραφεί, ούτε μπορεί το χηνάκι να αποτυπωθεί και σε κάποιον άλλο.

Η θεωρία της εγχάραξης όπως ήταν φυσικό επηρέασε πολύ και άλλες επιστήμες όπως της ψυχολογίας και αυτό γιατί η αποτύπωση έχει συνέπειες, τόσο για τη βραχυπρόθεσμη επιβίωση, όσο και μακροπρόθεσμα σχηματίζοντας εσωτερικά πρότυπα για μεταγενέστερες σχέσεις. Η φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους.

Σύμφωνα με τη γνωστή σε όλους “Θεωρία του Δεσμού” (Attachment Theory, 1975) που το μεγαλύτερο μέρος της υπογράφει ο John Bowlby, οι σχέσεις που κάνουμε στην ενήλικη ζωή μας – και κυρίως οι ερωτικές- ακολουθούν τα ίδια βήματα και τους ίδιους μηχανισμούς με τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ γονιού και παιδιού. Ψάχνουμε εκείνους που αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όμως, η αγάπη που πηραμε τότε δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και άνευ όρων αποδοχή αλλά δεδομένου ότι οι γονείς μας-οι φροντιστές μας είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, η αγάπη αυτή μπορεί να συνοδεύτηκε και με οδυνηρές πτυχές. Έτσι, θα ψάχνουμε συντρόφους που κάτι στη συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε.

Όλα αυτά μπορείτε να τα δείτε στο πεντάλεπτο βίντεο του “The School of Life”.

Για την ιστορία, θέλω να πω και κάτι για τον Bowlby. Στη Θεωρία του δεσμού μίλησε για τη σημαντικότητα σχηματισμού συναισθηματικού δεσμού ανάμεσα στο βρέφος και στο πρόσωπο αναφοράς-φροντίδας. Η λέξη μητέρα δεν αναφέρεται. Η μητέρα του Bowlby πίστευε ότι η προσοχή και η φροντίδα προς τα παιδιά είναι επικίνδυνη για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους.

 

Τα όρια

IMG_20200714_125843
Το όριο είναι μια αόρατη γραμμή που σχεδιάζουμε γύρω μας για να ορίσουμε ποιες συμπεριφορές είναι αποδεκτές και ποιες όχι. Τι επιτρέπουμε και τι δεν ανεχόμαστε.

Τα όρια είναι εξωτερικά και εσωτερικά. Το να μάθω να βάζω εξωτερικά όρια με βοηθάει να φροντίζω για τη σωματική μου ακεραιότητα, να κρατάω μια σωματική απόσταση από τους άλλους και φυσικά να σέβομαι και το όριο των άλλων ανθρώπων.

Τα εσωτερικά όρια έχουν να κάνουν με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Οι άνθρωποι που έχουν σταθερά εσωτερικά και εξωτερικά όρια μπορούν να σχετίζονται χωρίς να προβάλλουν στους άλλους δικές του ερμηνείες, ενώ ταυτόχρονα δεν παίρνουν προσωπικά τα συναισθήματα των άλλων. Το να διατηρώ ανέπαφα τα εσωτερικά μου όρια είναι πολύ βοηθητικό και απαραίτητο ειδικά σε περιπτώσεις που νιώθω πως παίρνω επίθεση.

Μια οδυνηρή συνέπεια της έλλειψης εσωτερικών ορίων είναι ότι όταν ακούμε σκέψεις και απόψεις κάποιου άλλου, νομίζουμε πως ή θα πρέπει να συμφωνήσουμε μαζί του -αγνοώντας τη δική μας θέση- ή θα πρέπει να υποστηρίξουμε με σθένος τη δική μας άποψη. Έχοντας μάθει να βάζουμε εσωτερικά όρια, δεν έχουμε την ανάγκη να προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους για την εγκυρότητα της πραγματικότητάς μας.

Όταν αρχίζουμε να βάζουμε εσωτερικά όρια ίσως να αισθανόμαστε περίεργα και σχεδόν ποτέ δεν τα καταφέρνουμε με την πρώτη προσπάθεια. Εάν δυσκολεύεστε, ίσως βοηθήσει να φανταστείτε τα εσωτερικά σας όρια σαν ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο από μια πλάκα σκληρού μετάλλου κάτω από το δέρμα στο στήθος σας. Άλλοι κάνουν εικόνα το εσωτερικό όριο ως μικρή πόρτα η οποία ανοίγει μόνο από μέσα και το κλειδί το έχει μόνο ο ιδιοκτήτης. Κάθε φορά που ακούτε κάτι αξιολογείστε το πρώτα και μετά αντιδράστε. Πείτε στον εαυτό σας πως αυτό που ακούω απ’τον απέναντι αφορά τις δικές του σκέψεις, συναισθήματα και όχι αυτά που είπα ή έκανα εγώ.

Τα όρια τα συναντάμε σε διάφορες μορφές-κατηγορίες:

  • Φυσικά όρια τα οποία έχουν να κάνουν στο σεβασμό που θέλετε να δείχνουν οι άλλοι για τον προσωπικό σας χώρο, την ιδιωτικότητά σας και το σώμα σας. Η απόσταση που χρειάζεται να υπάρχει με κάποιον άλλον, πόσο άνετα αισθάνεστε με την τρυφερότητα, την οικειότητα. Πότε και σε ποιον θέλετε  να κάνετε χειραψία όταν γνωρίζετε κάποιον. Πώς νιώθετε όταν σας κλειδώνουν την πόρτα;
  • Γνωστικά όρια που αφορούν τις σκέψεις, τις αξίες, τις απόψεις. Μπορείτε να ακούσετε τη γνώμη κάποιου άλλου χωρίς να γίνετε αυστηροί; Γίνεστε εύκολα ιδιαίτερα συναισθηματικοί ή αμυντικοί;
  • Συναισθηματικά όρια. Όταν έχουμε σταθερά συναισθηματικά όρια μπορούμε να διαχωρίζουμε τα δικά μας συναισθήματα και της ευθύνης μας γι’αυτά, από κάποιου άλλου. Είναι τα εσωτερικά όρια που μας αποτρέπουν από το να δίνουμε συμβουλές, να κατηγορούμε τους άλλους ή τον εαυτό μας. Μας προστατεύουν από το να αισθανόμαστε ένοχοι για τα αρνητικά συναισθήματα ή τα προβλήματα κάποιου άλλου και από το να παίρνουμε προσωπικά τα σχόλια των άλλων.
  • Ηθικά όρια. Γνωρίζετε τις συμπεριφορές που εναρμονίζονται με τις αρχές που για εσάς είναι αδιαπραγμάτευτες; π.χ. δεν ανέχεστε τα ψέματα και την κοροϊδία από τους άλλους.
  • Σεξουαλικά όρια που προστατεύουν το επίπεδο άνεσή σας με τη σεξουαλική επαφή και δραστηριότητα. που,πότε και με ποιον κάνετε σεξ.
  • Πνευματικά όρια που καθορίζουν τις θρησκευτικές σας πεποιθήσεις (ή την έλλειψη αυτών), είτε πρόκειται για τον Θεό, κάποια άλλη θεότητα ή ένα υπερφυσικό ον.
  • Οικονομικά όρια  που περιγράφουν το τρόπο σας να κερδίζετε, να διαχειρίζεστε ή να αποταμιεύετε τα χρήματά σας.

Ο μεγάλος θυμός

ο μεγάλος θυμός

“Καλησπέρα. Συχνά “μπλέκομαι”σε φανταστικούς καβγάδες που αφορμη μπορούν να έχουν ένα απλό περιστατικό στον δρόμο,η στην δουλειά η οπουδήποτε αλλού. Όταν βρεθώ μόνος, φτάνω σε σημείο να θέλω να κάνω κακό σε αυτόν που μου δημιούργησε την ένταση. Να φαντάζομαι δηλαδή ότι ξεκινάμε μια συμπλοκή-συχνα με πολύ βίαιο τρόπο-και όλα αυτά, επειδή μπορεί όλα να ξεκίνησαν από μια απλή λεκτική διαμάχη κατά την οδήγηση για παράδειγμα. Η οπουδήποτε αλλού. Το φαινόμενο αυτό είναι εντονότερο όταν νιώσω ότι με προσέβαλαν και δεν αντέδρασα όπως έπρεπε. Ουσιαστικά ξεσπάω όταν είμαι μόνος. Μιλάω μόνος,βρίζω και χειρονομω. Μου έχουν περάσει πολλά από το μυαλό. Κάποιες φορές σκέφτηκα ότι είμαι πέραν του δέοντος ευθικτος με ο,τι αυτό συνεπάγεται. Κάτι άλλο που υποθέτω,είναι ότι είναι ένας τρόπος να εκτονωνω το έντονο στρες που νιώθω τα τελευταία χρόνια. Οπου και να οφείλεται,το μόνο σίγουρο είναι ότι εχει αρχίσει να γίνεται βασανιστικό και καθημερινο. Και για αυτό σας γράφω. Σας ευχαριστώ”

Οι πλέον συνηθισμένοι τρόποι έκφρασης του θυμού είναι δυο. Ο ένας είναι να κάνουμε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Να μη δείχνουμε καθόλου θυμωμένοι και ο άλλος είναι η καθαρή ή η καλυμμένη επιθετικότητα. Κάποιοι φωνάζουν, χειροδικούν, εκτοξεύουν πράγματα, βρίζουν, απειλούν. Άλλοι χρησιμοποιούν ειρωνεία, χιούμορ ή παθητικοεπιθετικά σχόλια, άλλοι τερματίζουν απότομα σχέσεις γιατί φοβούνται τη σύγκρουση και άλλοι γίνονται απόμακροι, σιωπηλοί, ψυχροί ή θλιμένοι ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν τη συγκρότηση του εαυτού τους. Σε όλες αυτές τις συμπεριφορές υπάρχει κάτι κοινό. Ο φόβος ή οι ενοχές για το θυμό και το μπέρδεμα γύρω απ’αυτόν.

Ο θυμός είναι το πιο παρεξηγημένο, ενοχοποιημένο και το συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα. Έχει την εικόνα κάτι του μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά.  Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.

Ας φανταστούμε λοιπόν τι συμβαίνει εάν ένα παιδί στην προσπάθειά του να εκφράσει ένα συναίσθημα θυμού προς το γονιό έχει να αντιμετωπίσει αποδοκιμασία ή απόρριψη ή κάτι που θα βιώσει ως απώλεια αγάπης. Αρχίζει και καταγράφεται ως εμπειρία ότι η έκφραση του θυμού προκαλεί κινδύνους -ή να το πω πιο απλά, η “χασούρα” είναι μεγαλύτερη απ’το “κέρδος”-. Όμως ο θυμός είναι σχεδόν αναπόφευκτος και έτσι έρχεται η στιγμή που πρέπει να πάρει μερικές αποφάσεις για το τι να κάνει όταν τον νιώθει. Συνήθως αποφασίζει να σπρώξει το συναίσθημα προς το κάτω, να το κρατήσει μέσα του. Δεν είναι τυχαίο που τις περισσότερες φορές κάτω απ’τη θλίψη βρίσκεται θυμός που δεν έχει εκφραστεί και έχει αναστραφεί. Έτσι ξεκινάει η παρέμβαση στην υγιή ανάπτυξη. Ο οργανισμός όμως επιδιώκει συνεχώς να φτάσει σε ομοιόσταση με το να εκφράζονται τα συναισθήματα για να μπορέσει να επιτευχθεί μια αίσθηση ικανοποίησης, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την επόμενη ανάγκη του, συνεχίζοντας έτσι τον αέναο κύκλο της ανάπτυξής του. Η έκφραση του συναισθήματος θα γίνει με ή χωρίς τη συνεργασία της επίγνωσής μας.

Ο θυμός θα εκτονωθεί. Το παιδί -και αργότερα ως ενήλικας- μπορεί να αναστρέψει το θυμό του. Θα κάνει στον εαυτό του αυτό που θα ήθελε να κάνει στους άλλους.  Μπορεί να αυτοτραυματίζεται, να ξεριζώνει τούφες απ’τα μαλλιά του, να συσφίξει τους μυς προκαλώντας πονοκεφάλους κλπ. Κάποιος άλλος μπορεί να ανακλά το θυμό του χωρίς να εκφράζει το γνήσιο συναίσθημα σε καμία περίπτωση. Μετά από ένα διάστημα ξεχνά ακόμη και ποιο ήταν. Όμως, η ενέργεια παραμένει και πρέπει να εκφραστεί. Γίνεται σωματικά επιθετικό και νιώθει καλά αλλά όχι για πολύ. Δοκιμάζει ξανά προσπαθώντας να αναδημιουργήσει την καλή αίσθηση. Υπάρχουν και παιδιά που θα εκφραστούν σωματικά είτε με επεισόδια νυχτερινής ενούρησης είτε με τη συγκράτηση των κενώσεων. Αρκετά συνηθισμένο είναι και το να προβάλλουμε το θυμό μας σε άλλους και να φανταζόμαστε πως οι άλλοι είναι θυμωμένοι μαζί μας.  Ο θυμός είναι το πιο δύσκολο συναίσθημα που χρειάζεται να εκφράσει ένα παιδί. Μπορεί να βρει τον τρόπο για να εκφράσει άλλα συναισθήματα όπως φόβο ή χαρά αφού αυτά τα ανέχονται εύκολα οι γονείς και η κουλτούρα μας.  Έτσι, μεγαλώνει αντιμετωπίζοντας το θυμό ως κάτι κακό.

Τα καλά νέα είναι ότι οι άνθρωποι έχουμε τη δυνατότητα να ξεμάθουμε και να ξαναμάθουμε σχεδόν τα πάντα. Για τον τρόπο που εκφράζω το θυμό μου χωρίς να κακοποιώ ούτε εμένα ούτε τους άλλους, είμαι σίγουρη πως όλοι μπορούμε μιας και ως ενήλικοι έχουμε επιλογές.

Έχω την επιλογή να πω στον άλλον «όταν συμπεριφέρθηκες ή μου μίλησες μ’αυτόν τον τρόπο κλπ, εγώ θύμωσα και χρειάζομαι απόσταση ή να ακούσω συγγνώμη ή θέλω να το συζητήσουμε» Μοιράζεσαι το συναίσθημά σου και αυτό είναι σημαντικό γιατί έτσι όχι μόνο τοποθετείσαι σε μια σχέση, αλλά συμπεριλαμβάνεις και τον άλλον. Το να έχω θυμώσει μαζί σου και να μη στο λέω, δεν έχει καθόλου το «μαζί», είμαστε και οι δυο μόνοι μας. Όταν ρωτάω τους ανθρώπους «τι πιστεύεις πως θα συμβεί εάν πεις στον άλλον πως θύμωσες;» Η απάντηση είναι πάντα η ίδια. «Φοβάμαι πως η σχέση θα διαλυθεί». Αυτός ο φόβος είναι η καταγεγραμμένη εμπειρία που περιέγραψα παραπάνω. Εάν συνεχιστεί ο παλιός τρόπος, είναι βέβαιο πως η σχέση θα καταστραφεί. Ξέρω πως ακούγεται δύσκολο γι’αυτό πάντα προτείνω στην αρχή να το κάνουν με ανθρώπους και σε σχέσεις που αισθάνονται ασφαλείς. Με κάποιο καλό φίλο, ίσως αδέρφια, τον θεραπευτή τους. Βοηθάει επίσης να είναι απόλυτα ξεκάθαρο πως ο θυμός είναι απλά ένα συναίσθημα όπως τα υπόλοιπα, δεν έχει να κάνει με επιθετικότητα δηλαδή για συμπεριφορά.

Μου αναφέρεις επίσης πως ίσως να είναι και ένας τρόπος για να εκτονώνεις το έντονο στρες που βιώνεις. Πάλι θα πω πως θα σε βοηθήσει να βρεις καινούργιους τρόπους για να εκτονώσεις το στρες. Δεν ξέρω εάν όλα τα παραπάνω σε βοήθησαν, όμως αυτό που έχω να σου πω με βεβαιότητα είναι πως τα πάντα μαθαίνονται.

“ζηλεύω”

wp-1591022085740.jpg

“Έχω αρχίσει και ζηλεύω τη σύντροφό μου. πριν λίγες μέρες είχε αφήσει ανοιχτό το λάπτοπ της και είδα κατά λάθος κάτι μηνύματα με τον πρώην της (δεν έψαξα, εκείνη την ώρα είχε πεταχτεί κάπου έξω).  Δεν της είπα τίποτα αλλά μετά από αυτό έχω μπει στο τρυπάκι και παρατηρώ συνέχεια τη διαδικτυακή της συμπεριφορά και κάποια πράγματα με ενοχλούν. Έκανα μια συζήτηση η οποία κατέληξε σε τσακωμό. μου είπε πως θέλω να την ελέγχω, πως είμαι νευρωσικός και πως αυτά τα κάνουν όσοι έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Εγώ αυτό που θέλω είναι αυτό που προσφέρω. Σταθερότητα, εμπιστοσύνη, ειλικρίνεια. Για να πω την αλήθεια για μένα η ζήλια είναι ένδειξη ενδιαφέροντος. Θέλω να  να σταματήσει αυτό που κάνει αλλά όχι επειδή το λέω εγώ”

Δεν έχω να πω κάτι καινούργιο για τη ζήλια και είμαι σίγουρη πως τα περισσότερα τα ξέρεις. Όπως για παράδειγμα πως είναι σημαντικό να την απενοχοποιήσουμε και να τη δούμε απλά ως ένα συναίσθημα. Γενικά, βοηθάει να αποδεχόμαστε όλα μας τα συναισθήματα –ακόμα κ εκείνα που μας ενοχλούν – να τους δίνουμε χώρο και όχι να προσπαθούμε να τα «ξεφορτωθούμε». Δεν υπάρχει τίποτα απολύτως στραβό με τα συναισθήματά μας, όταν αυτά εκφράζονται με έναν υγιή και λειτουργικό τρόπο.

Ξέρεις, η αβεβαιότητα είναι ένας περιορισμός κάθε σχέσης και καλό θα ήταν να το αποδεχθούμε όλοι μας, όχι μόνο εσύ. Το να προσπαθούμε να ελέγξουμε τον άλλον έχει κούραση και είναι μάταιο. Γι’αυτό είναι πολύ χρήσιμο να εξετάζουμε τα πιστεύω και τις προσδοκίες για τις σχέσεις μας γενικότερα. Κάποιες φορές, η ζήλια μπορεί να πυροδοτείται ακριβώς απ’αυτά τα πιστεύω. Πεποιθήσεις τύπου «ο/η σύντροφός μου δεν πρέπει να έλκεται από άλλους» ή «τι δουλειά έχει να μιλάει με τον/την πρώην του» δεν είναι και τόσο υποστηρικτικές. Φυσικά και έχεις κάθε δικαίωμα να το πιστεύεις όμως αναρωτιέμαι εάν στο τώρα, υπάρχει και κάποιος άλλος τρόπος να νοηματοδοτείς αυτά που σου συμβαίνουν. Να δεις τις επιλογές σου.

Θα ήθελα να σου πω και άλλα δυο πράγματα που είμαι σίγουρη πως θα τα έχεις σκεφτεί και εσύ. Πολλές φορές η ζήλια μπορεί να είναι προβολή. Για παράδειγμα, εάν εγώ είμαι άπιστη, αποδίδω αυτή τη συμπεριφορά στον άλλο γιατί δεν μπορώ να αποδεχτώ πως είμαι άπιστη  και τελικά να πιστεύω ότι είναι ο άλλος άπιστος. Δεν εννοώ πως προβάλεις κάτι στη σύντροφό σου. Όμως είναι κάτι που συμβαίνει γενικά γι’αυτό και το αναφέρω.

Το άλλο που θέλω να σου πω είναι το πόσο σημαντικό είναι να ζητάμε από εκεί που μπορούν να μας δώσουν. Εάν έχω ανάγκη από σταθερότητα, γιατί να τη ζητάω από κάποιον που πιστεύω πως είναι ασταθής;

 

“Η χειρότερη μητέρα του κόσμου”

wp-1589308464774.jpg

 

“Έχω μια κόρη 37 χρονών που μεγάλωσα σχεδόν μόνη μου μιας και με τον πατέρα της δεν είχαμε και την καλύτερη σχέση. Πιστεύω πως έχω υπάρξει καλή μητέρα και έκανα το καλύτερο που μπορούσα. Δηλαδή πολλά πράγματα που ήθελα να κάνω δεν τα έκανα γιατί έβαζα σε προτεραιότητα εκείνη και την ευημερία της. Είχαμε πάντα μια δύσκολη σχέση από την άποψη πως δεν ήταν ευχαριστημένη και γενικά ήταν πολύ αυστηρή μαζί μου. (σχολίαζε αρνητικά το οτιδήποτε έκανα, τσακωνόταν μαζί μου συνέχεια, τέτοια). Πριν λίγο καιρό κυριολεκτικά με κατηγόρησε για την προσωπική της ζωή. Τις επιλογές της σε συντρόφους ακόμα και για την ατολμία που δείχνει στη δουλειά της. Μου μίλαγε σα να ήμουν η χειρότερη μητέρα του κόσμου. Τσακωθήκαμε πάρα πολύ και πλέον δεν μιλάμε. έχω βαρεθεί να με κατηγορεί συνέχεια και δεν σκοπεύω να σηκώσω εγώ το τηλέφωνο να την ρωτήσω εάν είναι καλά. Βρίσκω πολύ άδικο αυτό που γίνεται και από την άλλη δεν θέλω και να μη μιλάω με το παιδί μου. Είναι σαν να μην μου αναγνωρίζει τίποτα. Να πω πως έχει ξεκινήσει ψυχοθεραπεία τους τελευταίους μήνες και πιστεύω πως και αυτό έπαιξε αρνητικό ρόλο. Μπορείς να μου πεις τι θα μπορούσα να κάνω;”

Μου περιγράφεις μια κατάσταση που μοιάζει οδυνηρή για σένα. Μια κατάσταση που απαιτεί υπομονή, αποδοχή, ωριμότητα, συμπόνια -για την κόρη σου σίγουρα- αλλά και για τον εαυτό σου. Η ανατροφή ενός παιδιού δεν συνοδεύεται με οδηγίες χρήσης και υπάρχουν πολλοί λόγοι που τα πράγματα στις ζωές των ανθρώπων δεν έρχονται όπως θα ήθελαν. Μπορεί κάποιος να είναι στοργικός και υποστηρικτικός γονιός και το παιδί να έχει πρόβλημα με ναρκωτικά. Μπορεί οι γονείς να είχαν υγιή σχέση μεταξύ τους και το παιδί αργότερα να επιλέξει έναν ακατάλληλο σύντροφο. Επίσης, μπορεί κάποιος γονιός να κάνει πολλά λάθη -όπως οι περισσότεροι- και το παιδί να έχει εξαιρετική εξέλιξη.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του πώς μεγαλώνει ένα παιδί και του πώς αισθάνεται ως ενήλικας. Αυτά τα δυο σχετίζονται και μάλιστα πολύ. Όπως επίσης υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που παίζουν ρόλο -ιδιοσυγκρασία του παιδιού, ακόμα και το πόσο ταιριάζει ένας γονιός με το παιδί του- γι’αυτό και πολλές φορές βλέπουμε αδέρφια που μεγαλώνουν στο ίδιο σπίτι με τον ίδιο τρόπο να είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους.

Φαντάζομαι πως αγαπάς την κόρη σου και πως είχες και έχεις τις καλύτερες προθέσεις. Φαντάζομαι επίσης ότι σε δυσκολεύει να καταλάβεις τη δική της πλευρά και να ακούσεις τα παράπονά της γιατί, εσύ εξάλλου, προσπάθησες όσο το δυνατό περισσότερο. Φαντάζομαι ότι θα σκέφτεσαι, “ναι δεν ήμουν τέλεια, αλλά ποιος είναι;”. Το να κατηγορεί ένας άνθρωπος  τη μητέρα του ότι φταίει για όσα συμβαίνουν στην ενήλικη ζωή του, μπορεί να κάνει έναν γονιό να νιώσει απογοήτευση, θυμό, στεναχώρια και να μπει σε άμυνα. Κάτω από την απογοήτευση και τον θυμό μπορεί να υπάρχει ντροπή, ενοχή: “είναι πλέον αρκετά μεγάλη για να αναλάβει την ευθύνη της ζωής της, δεν είναι πλέον δική μου η ευθύνη αλλά, μήπως όντως έτσι έγιναν τα πράγματα; μήπως έχει δίκιο τελικά;

Ένας τρόπος για να διαχειριστείς αυτά τα συναισθήματα είναι να τα απορρίψεις εντελώς, να μην αναγνωρίσεις καθόλου τα παράπονά της, κάτι που πιθανότατα θα την εξαγριώσει και σίγουρα δεν θα καλυτερεύσει τη μεταξύ σας σχέση. Ένας άλλος τρόπος θα ήταν να δοκίμαζες να αφήσεις λίγο στην άκρη τις ενοχές και την αυτοκατηγορία και να είσαι λίγο πιο συμπονετική με τον εαυτό σου, όχι για να σε δικαιολογήσεις, αλλά για να σε δεις πιο προσεκτικά, με έναν τρόπο ευγενικό, έτσι ώστε να μπορείς να σκεφτείς με ανοιχτό μυαλό γιατί η κόρη σου είναι τόσο θυμωμένη μαζί σου, παρόλο που έκανες το καλύτερο που μπορούσες. Όταν αποδεχθείς και συμπονέσεις εσύ η ίδια τον εαυτό σου -γνωρίζοντας ότι παρά τις παραλείψεις, έκανες το καλύτερο που μπορούσες- τόσο περισσότερο θα συμπονέσεις και θα καταλάβεις και την κόρη σου -γνωρίζοντας ότι παρόλα αυτά, για εκείνη δεν ήταν αρκετά-. Συχνά, υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στις προθέσεις του γονιού και στο βίωμα του παιδιού και αυτό που μπορεί να φαίνεται ασήμαντο σε σένα να ήταν αρκετά οδυνηρό για εκείνη.

Με τον τρόπο αυτό ίσως να υπάρξει ανακωχή αφού και οι δυο είστε σε σύγκρουση για να κερδίσετε τη μάχη ποια είναι υπεύθυνη για την τρέχουσα κατάσταση της κόρης σου. Εκείνη, μπήκε στη μάχη με το σύνθημα “δεν θα είμαι ευτυχισμένη, μαμά, μέχρι να αναγνωρίσεις το ρόλο που έπαιξες” εννοώντας “θα αλλάξω τον τρόπο μου εάν αλλάξεις και εσύ τον δικό σου”. Εσύ, μπήκες στη μάχη λέγοντας “Δεν θα αναγνωρίσω τον ρόλο μου στο τραύμα σου μέχρι να μεγαλώσεις και να πάρεις εσύ την ευθύνη της ζωής σου”, εννοώντας “δεν θα αλλάξω τον τρόπο μου εάν δεν αλλάξεις τον δικό σου”. Έτσι λοιπόν, εκείνη δεν θα αλλάξει μέχρι να της δώσεις αυτό που θέλει -να την ακούσεις και να την δικαιώσεις- και εσύ δεν θα αλλάξεις μέχρι να σου δώσει αυτό που θές -να ξεχάσει όσα έγιναν-.

Θα έλεγα να κάνεις το πρώτο βήμα. Ή μάλλον για να είμαι ακριβής, το δεύτερο γιατί το πρώτο το έχει κάνει εκείνη με το να μπει σε ψυχοθεραπεία. Αυτό δεν θα σημαίνει πως είσαι “λάθος” και εκείνη “σωστή”. Σημαίνει πως αυτή η μάχη δεν εξυπηρετεί καμία από τις δυο και πως είναι καιρός να τελειώσει. Σ’αυτό το βήμα δεν χρειάζεται να δικαιολογήσεις τις επιλογές σου ή να υπερασπίσεις τον εαυτό σου. Μπορείς να αρκεστείς για παράδειγμα σε κάτι όπως “λυπάμαι που οι επιλογές μου είχαν τόσο σοβαρό και μεγάλο αντίκτυπο σε σένα. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα να κάνω ήταν να σε πληγώσω και να νιώθεις έτσι όπως νιώθεις τώρα.” Προσπάθησε εάν μπορείς να ακούσεις τι έχει να πει χωρίς να διακόψεις και χωρίς να εξηγήσεις ακόμα και αν διαφωνείς ή αν θυμάσαι διαφορετικά τα πράγματα. Μπορεί να είναι οδυνηρό για μια μητέρα να ακούει πόσο έχει απογοητεύσει το παιδί της, αλλά είναι ακόμα πιο οδυνηρό για το παιδί όταν αρνούνται την εμπειρία του. Η κόρη σου κάποια στιγμή θα  βρει διαφορετικό στόχο για τα τρέχοντα προβλήματά της.

Θέλω να σου πω κάτι τελευταίο από τα “παρασκήνια”. Όχι τόσο ως ψυχοθεραπεύτρια αλλά ως θεραπευόμενη που στο παρελθόν κάθησα πολλά χρόνια στον καναπέ.  Στη θεραπεία μας προσπαθούμε πολύ να κλείσουμε τους ανοιχτούς μας λογαριασμούς και με τους γονείς μας και είναι μια δύσκολη και κάτι φορές επίπονη διαδικασία. Στην αρχή πειραματιζόμαστε σε ασφαλές μέρος, στο γραφείο του ψυχοθεραπευτή μας μέχρι να αποφασίσουμε να μιλήσουμε για όλα όσα μας είχαν στο παρελθόν πληγώσει. Όμως, επειδή είναι ένας καινούργιος τρόπος επικοινωνίας, πολλές φορές αυτή η προσέγγιση γίνεται με τρόπο επιθετικό, ακατέργαστο και άγαρμπο. Κάνε λίγη υπομονή.

 

Ζήτα και θα σου δοθεί

ζητα
Σε μια εποχή όπου το “κάντο μόνος σου” προωθείται όλο και περισσότερο -εάν πάτε σ’ένα βιβλιοπωλείο στο τμήμα με τα βιβλία αυτοβοήθειας θα βρείτε τα πάντα- ίσως φαίνεται περίεργο να προτείνονται αποτελεσματικοί τρόποι να ζητάμε και να παίρνουμε βοήθεια.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να ζητήσουμε βοήθεια; Γιατί φοβόμαστε. Φοβόμαστε μήπως υπερβούμε τα όρια μιας φιλίας, μήπως φανούμε ανόητοι, ανίκανοι, μήπως αποκαλύψουμε τις αδυναμίες μας και κινδυνέψει η εικόνα μας.  Υπάρχει ο φόβος για το τι θα ζητήσει ο άλλος για αντάλλαγμα και αν θα μετατοπιστεί η ισορροπία εξουσίας της σχέσης.  Κυρίως όμως δεν ζητάμε γιατί φοβόμαστε πως θα ακούσουμε όχι. Λέμε όχι στον εαυτό μας πριν το κάνει κάποιος άλλος. Στερούμε όχι μόνο από εμάς αλλά και την ευκαιρία σ’εκείνους που θα ήθελαν να βοηθήσουν.

Έτσι, έχοντας όλες αυτές τις πεποιθήσεις για το τι θα σημαίνει εάν ζητήσω βοήθεια, οι περισσότεροι όχι μόνο δεν ξέρουν τον τρόπο να ζητήσουν αλλά όταν αποφασίσουν να το κάνουν, χρησιμοποιούν ενοχές, εξαναγκασμό ακόμα και εκβιασμό. Ζητούν τον οίκτο όταν απλά θέλουν βοήθεια.

Είναι σημαντικό να ξέρετε από ποιον ζητάτε και να είστε σαφείς και συγκεκριμένοι. Ζητήστε από κάποιον που μπορεί να βοηθήσει και μπορεί να σας δώσει αυτό που έχετε ανάγκη. Αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς. Δεν γίνεται να περιμένω βοήθεια από κάποιον που ο ίδιος δεν είναι σε θέση να βοηθήσει τον εαυτό του και μάλιστα να θυμώνω ή να απογοητεύομαι εάν δεν το κάνει. Εάν δυσκολεύεστε να ζητάτε ξεκινήστε να το κάνετε με ανθρώπους που δεν υπάρχει περίπτωση να πουν όχι. Ζητήστε κάτι πολύ απλό και πειραματιστείτε με τον τρόπο που ζητάτε. Ήταν πολύ δύσκολο; τι ήταν αυτό που σας δυσκόλεψε περισσότερο; πώς νιώσατε όταν σας είπαν “ναι”; Κάντε μια λίστα με όλα τα  πράγματα -απ’το πιο σημαντικό μέχρι το πιο ασήμαντο- που για να τα κάνετε χρειάζεστε βοήθεια. Δίπλα στο καθένα γράψτε με ποιο τρόπο σταματάτε τον εαυτό σας απ’το να μη ζητήσει βοήθεια, τι χάνετε εάν δεν ζητήσετε και τι θα κερδίσετε εάν το κάνετε.

Να είστε συγκεκριμένοι. Είναι φοβερά βοηθητικό και πολλές φορές ανακουφιστικό για τον άλλον. Όσο πιο συγκεκριμένοι, τόσο καλύτερα.  Μη θεωρείτε δεδομένο πως θα ακούσετε όχι αλλά να θυμάστε πως κάποιοι θα πουν ναι και κάποιοι όχι.  Πάρτε το ρίσκο και ζητήστε αυτό που έχετε ανάγκη και θέλετε. Εάν πουν όχι, δεν θα είστε σε χειρότερη θέση από πριν και εάν πουν ναι, θα είστε σε καλύτερη. Καλό θα ήταν να αποδέχεστε το “όχι” ως απάντηση σ’αυτό που ζητάτε και όχι ως απόρριψη γι’αυτό που είστε. Εξάλλου, πιστεύω πως η απόρριψη είναι ένας μύθος απ’την άποψη πως είναι μια έννοια που ο καθένας τη νοηματοδοτεί ανάλογα με την ιστορία του και επιλέγει εάν θα έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Γενικά, προσέξτε λίγο τα προσωπικά σας αφηγήματα -ειδικά εάν έχετε επιλέξει να τα κάνετε σημαία και να πορεύεστε σε όλη σας τη ζωή μ’αυτά- φροντίστε τουλάχιστον να είναι υποστηρικτικά.

Το να ζητάτε, δεν σας υποτιμά με κανέναν τρόπο. Σας επιτρέπει να προχωρήσετε, να κάνετε πράγματα με μεγαλύτερη ευκολία και να προετοιμαστείτε καλύτερα για τις επόμενες προκλήσεις.

 

Η “γοητεία” των μη διαθέσιμων ανθρώπων

 

Ένα βίντεο που μέσα σε πέντε λεπτά δίνει κάποιες απλές εξηγήσεις γιατί κάποιοι άνθρωποι έλκονται και μπαίνουν σε σχέσεις με μη διαθέσιμους ανθρώπους.

Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. H ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων που σίγουρα μεταξύ αυτών θα υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές.

Σε μεγάλο βαθμό ψάχνουμε εκείνους που αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όμως, η αγάπη που πήραμε τότε δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και άνευ όρων αποδοχή αλλά δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, η αγάπη αυτή μπορεί να συνοδεύτηκε και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα ψάχνουμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε. Δύσκολα και μετά από σκέψη θα δώσουμε ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία μας για πολυπλοκότητες που έχουμε λανθασμένα συνδέσει με την αγάπη. Πολύ συχνά περιγράφουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: “Είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική”.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και εγγύτητα. Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Μητέρες εν δράσει

monster-in-law-ss1

“Έχω ένα θέμα με τη μητέρα μου που μπορεί να ακουστεί χαζό αλλά πραγματικά για μένα είναι πρόβλημα. Όλοι μας έχουμε περιοριστεί και μένουμε σπίτι κλπ  αλλά η μητέρα μου φαίνεται να μην καταλαβαίνει. Συνεχίζει την καθημερινότητά της σχεδόν κανονικά, δηλαδή πηγαίνει σχεδόν κάθε μέρα στο σπίτι κάποιας φίλης της όπου τρώνε, παίζουν χαρτιά σα να μη συμβαίνει τίποτα.  έχω δοκιμάσει να της εξηγήσω με όλους τους τρόπους: αυστηρότητα, φωνή, απειλή -δεν θα ξαναδείς ούτε εμένα ούτε το παιδί- με το πολύ γλυκό, με το φιλότιμο. Μου λέει πως υπερβάλω. Δεν έχει κάποιο πρόβλημα υγείας αλλά είναι σχεδόν 80 και εγώ είμαι πρόσφατα χωρισμένη και δεν έχω την ψυχολογική πολυτέλεια να φροντίζω και ένα δεύτερο “παιδί”. Κάτι φορές πιστεύω πως το κάνει για να της δίνω σημασία. κάτι άλλες πιστεύω πως είναι απλά παρτάκιας.  Εάν έχεις κάποια ιδέα, μου γράφεις”

Αν και είσαι το “παιδί”, οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Δεν ξέρω εάν το κάνει γιατί θέλει την προσοχή σου ή απλά είναι σε στάδιο άρνησης γιατί φοβάται να αποδεχθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης και με ό,τι αυτό συνεπάγεται όπως π.χ. να πρέπει ξαφνικά να μένει μόνη της, χωρίς να βλέπει τις φίλες της.   Ίσως θα βοηθούσε να επικοινωνείς ως ενήλικας αντί ως γονιός με το να αρχίσεις να μιλάς στο πρώτο πρόσωπο. Τι αισθάνεσαι εσύ όταν τη βλέπεις να μην προσέχει τον εαυτό της. “Φοβάμαι μήπως αρρωστήσεις. Θα στεναχωρηθώ πολύ αν πάθεις κάτι. Ανησυχώ πάρα πολύ. Δεν ξέρω εάν θα καταφέρω να είμαι εκεί εάν πάθεις κάτι”.  Είναι ο μόνος τρόπος να ανταποκριθεί ως ενήλικας και ίσως να αναλάβει την ευθύνη και τις πιθανές συνέπειες των επιλογών της.  Είναι και ο μόνος τρόπος να σταματήσεις να απογοητεύεσαι με το να προσπαθείς να ελέγξεις τις αντιδράσεις της, που όπως είδες και είπες, είναι αδύνατον.

Οι σιωπηλές απώλειες

wp-1585565674699.jpg

H πιο συχνή λέξη που ακούμε για την πανδημία και σχετίζεται με την ψυχική υγεία είναι “άγχος”.  Ως ψυχοθεραπεύτρια παρατήρησα πως η λέξη “άγχος” μετατράπηκε σε “απώλεια”. Προφανές θα μου απαντήσετε, μιας και πολλοί άνθρωποι βιώνουν τεράστια απώλεια ζωής, αγαπημένων, υγείας, θέσεων εργασίας, εισοδήματος. Αυτό που είναι λιγότερο προφανές είναι οι μικρότερες απώλειες, οι σιωπηλές.  Μια απώλεια γίνεται σιωπηλή όταν αρχίζουμε και ιεραρχούμε τον πόνο, τη θλίψη. Όταν τις κατατάσσουμε σε σημαντικές και ασήμαντες. Τότε πολλοί άνθρωποι μένουν μόνοι για να θρηνήσουν. Είναι δύσκολο να μιλήσουμε γι’αυτές τις απώλειες γιατί φοβόμαστε πως οι άλλοι θα τις θεωρήσουν ασήμαντες ή θα θυμώσουν και θα σκεφτούν άσχημα για εμάς.

Εκτός από τις τραγικές απώλειες ζωής και υγείας και θέσεων εργασίας οι απώλειες που βιώνουμε όλοι οι άνθρωποι είναι η απομάκρυνση από οικογένεια και φίλους την περίοδο που τους χρειαζόμαστε πολύ. Η ακύρωση ενός ταξιδιού που είχαμε κανονίσει, η καθημερινή λαχτάρα για να δούμε κάποιον, η βόλτα στη θάλασσα, το σινεμά, να μη φοβόμαστε όταν μας πλησιάζουν άγνωστοι, η προβλεψιμότητα που θεωρούσαμε δεδομένη στην καθημερινή ζωή. Εκτός από την συλλογική ανησυχία υπάρχει και η συλλογική απώλεια. Χρειάζεται να της δώσουμε χώρο και να δούμε τους τρόπους που θα την αντιμετωπίσουμε.