Ο φίλος μου χρειάζεται έναν ειδικό. Πώς θα πειστεί να τον δει;

“Ένας παιδικός μου φίλος περνάει πολύ δύσκολα τον τελευταίο καιρό και τον βλέπω να κλείνεται όλο και περισσότερο. Στο παρελθόν εγώ είχα απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό και με είχε βοηθήσει πολύ και θέλω να τον κάνω να πάει και εκείνος. Προσπάθησα να του το πω αλλά δεν είχα αποτέλεσμα. Μπορείς να μου πεις τι να του πω για να πάει;”

Πρέπει να νοιάζεσαι και να ανησυχείς πολύ για τον φίλο σου. Ο τρόπος για να τον κάνεις να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό λοιπόν είναι απλός. Να μιλήσεις για σένα και το πως αισθάνεσαι με το να τον βλέπεις να δυσκολεύεται χρησιμοποιώντας πάντα το πρώτο πρόσωπο. Να του πεις πως ενδιαφέρεσαι και ανησυχείς και πως θες να είναι υγιής και ευτυχισμένος. Ρώτησέ τον τι μπορείς να κάνεις για να βοηθήσεις. Μοιράσου τη δική σου εμπειρία και πόσο βοηθήθηκες, όταν απευθύνθηκες σε κάποιον ψυχοθεραπευτή. Να εστιάσεις στη διαδικασία και όχι στο αποτέλεσμα και να μη ξεχνάς πως δεν γίνεται να τον υποχρεώσεις  να κάνει κάτι εάν ο ίδιος δεν το έχει αποφασίσει.  Να θυμάσαι ότι το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να προκαλέσεις την αλλαγή που ελπίζεις και εύχεσαι για εκείνον και ακόμα κι αν δεν είναι έτοιμος να αναζητήσει επαγγελματική βοήθεια τώρα, μπορεί να θυμηθεί αυτά που του είπες όταν και αν θα είναι έτοιμος να κάνει αυτό το βήμα.

 

Advertisements

Πόσα μαθαίνουμε για τον άλλον ρωτώντας;

“Μήπως μπορείς να μας δώσεις μερικές ερωτήσεις που πρέπει να κάνουμε στο πρόσωπο που μας ενδιαφέρει; τι είδους ερωτήσεις μπορούν να μας βοηθήσουν να τον γνωρίσουμε καλύτερα και να δούμε πτυχές του χαρακτήρα του;

Διαβάζοντας το παραπάνω μέιλ της αναγνώστριας θυμήθηκα αυτό το άρθρο το οποίο επικαλείται μια έρευνα ενός ψυχολόγου, στην οποία διερευνήθηκε και κατά πόσο η οικειότητα μεταξύ δυο αγνώστων μπορεί να επισπευθεί με το να απαντήσει ο ένας στον άλλο μια σειρά προσωπικών ερωτήσεων. τριάντα έξι στο σύνολο.

Μπορούμε, όντως να μάθουμε το χαρακτήρα κάποιου κάνοντάς του κάποιες συγκεκριμένες ερωτήσεις; Κάποια πράγματα σίγουρα θα μάθουμε. Όση εμπειρία έχω απ’τους ανθρώπους και τις σχέσεις πάντα επιβεβαιώνεται το απόφθεγμα “αυτό που είσαι μου φωνάζει τόσο δυνατά, που δεν μπορώ ν’ακούσω λέξη απ’όσα λες”.

Η συμπεριφορά μας και όχι αυτά που λέμε ή αυτά που σκεφτόμαστε είναι αυτό που μετράει. Όλοι έχουμε γνωρίσει ανθρώπους οι οποίοι έχουν μοιραστεί τα πιστεύω τους, τις προθέσεις τους, τα θέλω τους και τελικά η συμπεριφορά τους δεν συνάδει με τα λόγια τους. Δεν σημαίνει πως είναι απαραίτητα κακοί ή δεν τα εννοούν όταν τα λένε. Πάντα θυμάμαι την επόπτριά μου -μάλιστα το αφηγούμαι και ως ανέκδοτο- όταν μου έλεγε πως όταν κάποιος μου δηλώσει το πόσο έντιμος και αξιόπιστος είναι, να φύγω τρέχοντας.

Αυτό που είμαστε αργά ή γρήγορα θα φανεί. Ειδικά εάν σχετίζεσαι σχεδόν καθημερινά μ’έναν άνθρωπο τα βασικά και τα σημαντικά για σένα θα τα καταλάβεις πολύ γρήγορα.  Θα σου έλεγα να εμπιστευτείς τον εαυτό σου, να ακούς την αίσθησή σου και μην προσπαθείς να ελέγξεις πράγματα που δεν μπορείς. Το να είσαι συνέχεια στον άλλον και να προσπαθείς να τον ερμηνεύεις, χάνεις τον εαυτό σου. και αυτό δεν το θες.

Φιλία με τους πρώην: Ναι ή όχι;

Πριν λίγες μέρες στο διπλανό διάδρομο του γυμναστηρίου άκουσα άθελά μου μια συζήτηση. Μια κοπέλα έλεγε στη φίλη της πως το βράδυ θα έβγαινε για το καθιερωμένο ποτό με τον πρώην της. Μπορούν δυο πρώην σύντροφοι να είναι φίλοι και σε τι ακριβώς εξυπηρετεί μια τέτοια σχέση όταν δεν υπάρχουν παιδιά;

Για εκείνον που “εγκαταλείφθηκε” -όσο και αν αυτό έγινε με ωραίο τρόπο- μια υπόσχεση φιλίας μοιάζει με καθησυχαστικό καφέ της παρηγοριάς. Μπορεί να μην μπορείς να μοιράζεσαι πλέον το κρεβάτι με τον άλλον, ή να έχετε μια καθημερινότητα, αλλά τουλάχιστον κάτι μπορεί να διασωθεί απ’την τέφρα: θα μπορείς να τον παίρνεις τηλέφωνο, να συναντιέστε, να ανταλλάζετε ευχές σε γενέθλια και γιορτές, να μαθαίνεις νέα, να μοιράζεσαι αγωνίες, χαρές, να συναντιέστε.

Για εκείνον που παίρνει την απόφαση να φύγει, η υπόσχεση φιλίας είναι μια ελκυστική επιλογή ως προς το ότι μπορεί μεν να μην θέλει τον άλλον, αλλά δεν είναι και εντελώς απαλλαγμένος από συναισθήματα για τον πολύ σύντομα πρώην. Μπορεί να μη θέλει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του μαζί του, αλλά ούτε και να απορρίψει και όλες τις σεξουαλικές πιθανότητες. Εξάλλου πάντα πιστεύουμε για τον εαυτό μας πως δεν είμαστε τέρατα και πως οι καλοί άνθρωποι πάντα προσπαθούν να είναι φίλοι με τους πρώην τους.

Κάποιος θα σκεφτεί “έλα τώρα, μεγάλοι και πολιτισμένοι άνθρωποι είμαστε. τι θα κάνουμε δηλαδή; είναι δυνατόν να μην ξαναδείς κάποιον που αγαπάς και έχεις μοιραστεί τόσα;” Δεν θέλω να σταθώ στο ψυχολογικό προφίλ κάποιου που επιλέγει να παραμείνει φίλος με τον/την πρώην αλλά πιστεύω πως κάτι τέτοιο είναι καταστροφικό αν όχι και για τις δύο πλευρές σίγουρα για τη μια.

Για εκείνον που μένει πίσω, το βήμα από εραστή σε φίλο είναι μια ταπεινωτική υποβάθμιση. Από την ιδέα ενός κοινού μέλλοντος σε ένα ποτό μια στις τόσες είναι παρακμή.  Κάθε φορά που θα βλέπεις τον/την πρώην θα ελπίζεις πως όλα θα ξαναγίνουν όπως πριν και όσο η προσδοκία σου ματαιώνεται θα στεναχωριέσαι, θα θυμώνεις και θα είσαι εκείνος που μπερδεύει την ελπίδα με την ψευδαίσθηση. Αυτός δεν είναι τρόπος να αποκτήσεις ένα φίλο.

Για εκείνον που έφυγε, ο πρώην είναι μια υπενθύμιση της ενοχής και της σκληρότητας. Πόσο μπορείς να είσαι χαλαρός και ειλικρινής σ’αυτή τη “φιλία”; Κάποιες φορές ίσως και θα σου περνάει απ’το μυαλό μήπως παρεξηγηθούν οι προθέσεις σου, ή μια κίνηση τρυφερότητας ο άλλος θα την ερμηνεύσει αλλιώς και το χαλαρό ποτό και υπό την επήρεια του αλκοόλ θα καταλήξει σε κλάματα, όταν ο άλλος θα προσπαθεί να σου πιάσει το χέρι και εσύ θα τραβιέσαι αναστενάζοντας.

Η ιδέα να προσπαθήσουμε να γίνουμε φίλοι είναι μια σχεδόν συγκινητική προσπάθεια να τιμήσουμε τις καλύτερες πλευρές μιας σχέσης στην οποία δύο άνθρωποι επένδυσαν, αλλά ουσιαστικά υποτιμάει την έννοια της πραγματικής φιλίας.

Την αγάπη που ακόμα νιώθουμε για έναν άνθρωπο δεν γίνεται να την αντικαταστήσουμε με τη φιλία, αλλά με μια πιο ειλικρινή κατάσταση: την ευγενική απόσταση. Μαζί και με μια διαβεβαίωση πως αυτή η σχέση θα μπορεί να υπάρχει για πάντα σ ένα ασφαλές μέρος.
στη μνήμη.

Μια άβολη σχέση: Εμείς και τα χρήματα

“Ξέρω πολύ καλά τι πρέπει να κάνω για να βάλω σε τάξη τα οικονομικά μου -χρησιμοποιώ διάφορα apps, διαβάζω- όμως στην πορεία κάπου το χάνω. Έχω σταθερή δουλειά, βγάζω χρήματα, όποτε χρειαστώ βοήθεια η οικογένειά μου είναι πρόθυμη να βοηθήσει.  Είχα διαβάσει πως γενικά η οικονομία εξαρτάται πολύ από τον ψυχολογικό παράγοντα. Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για να με βοηθήσω;”

Η σχέση μας με τα χρήματα είναι περίπλοκη και ισόβια. Διαμορφώνει τη στάση μας απέναντι σε άλλους ανθρώπους, συνδέει και χωρίζει γενιές. Τα χρήματα είναι η αρένα στην οποία παίζεται η απληστία και η γενναιοδωρία, ο τρόπος που δείχνω την αγάπη μου, εκεί που ασκείται η σοφία και η αίσθηση της ταυτότητας πολλών παίρνει μορφή. Ιδέες όπως η ελευθερία, η επιθυμία, η εξουσία, η εργασία, η φήμη, επικυρώνονται σχεδόν πάντα μέσα και γύρω από τα χρήματα.

Προσδίδουμε ιδιότητες και αναπτύσσουμε συμπεριφορές σε σχέση με τα χρήματα ενώ ταυτόχρονα το να μιλάμε για αυτά θεωρείται ταμπού. Πολλοί μεγαλώσαμε μαθαίνοντας ότι τα χρήματα είναι από τα θέματα που καλό θα είναι να αποφεύγουμε να συζητάμε σε παρέες και πως είναι αδιακρισία και αγένεια να ρωτάς ακόμα και έναν φίλο πόσα βγάζει.

Ακόμα και αν αφήσουμε στην άκρη το κοινωνικό ταμπού υπάρχουν και πρακτικά εμπόδια που κάνουν τη σχέση μας με τα χρήματα περίπλοκη. Απ’τη μια στα σχολεία δεν υπάρχει μάθημα για την καλλιέργεια του οικονομικού εγγραματισμού και απ’την άλλη αισθανόμαστε ντροπή και ενοχή που δεν έχουμε αποκτήσει αυτές τις δεξιότητες. Η ντροπή μας εμποδίζει να είμαστε ειλικρινείς και έτσι δυσκολευόμαστε να αναζητήσουμε την κατάλληλη βοήθεια.

Η σχέση μας με τα χρήματα είναι τεράστιο θέμα και το να είναι κάποιος καλός ή κακός στη διαχείρισή τους τις περισσότερες φορές αντιμετωπίζεται με όρους ηθικής. Σωστά είχες διαβάσει πως τα χρήματα και η ψυχολογία είναι άμεσα συνδεδεμένα. Εκείνοι που δεν ασχολούνται με τη συναισθηματική πλευρά της διαχείρισής τους, οι πρακτικές συμβουλές θα είναι αποτελεσματικές μέχρι ένα σημείο.

Το χρήμα και η επιρροή που αυτό έχει στις σχέσεις μας θα είναι το θέμα των επόμενων σημειωμάτων.

Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά

Πριν λίγο καιρό γνώρισα κάποιον. Ενώ θέλω πολύ να αφεθώ και να πάω πιο κοντά δυσκολεύομαι, έχω πολύ άγχος που ευτυχώς όμως κρύβω. Για να καταλάβεις, είναι σαν να έχω μια εσωτερική φωνή που μου λέει συνέχεια όλα όσα πρέπει να κάνω για να τα καταφέρω όμως εξωτερικά παγώνω και δεν κάνω τίποτα. Θέλω να μου πεις συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να ακολουθήσω.  καταλαβαίνω πως μάλλον έχω θέμα όμως μπορείς να μου δώσεις μερικές γρήγορες και εύκολες συμβουλές χωρίς αναφορές στο παρελθόν κλπ; τώρα τι κάνουμε!”.

Ένας συντριπτικά μεγάλος αριθμός προβλημάτων στις σχέσεις συνοψίζεται σε δυο φράσεις: Κάποιος στέκεται πολύ μακριά. Κάποιος στέκεται πολύ κοντά. Το να καταφέρεις να έχεις τη σωστή απόσταση από έναν άνθρωπο πρόκειται για ένα κατόρθωμα εφικτό μόνο όταν μάθεις τον τρόπο να αναγνωρίσεις ότι χρειάζεσαι την αγάπη του, όταν εμπιστευτείς πως και εκείνος θα σε χρειαστεί και βεβαίως να πιστεύεις πως θα μπορέσεις να ζήσεις και χωρίς αυτόν.

Αυτές οι δυο τάσεις -τώρα θα σταθώ σ’αυτή που σε αφορά- προέρχονται από εκεί που θα προτιμούσες να μην αναφερθώ, πράγμα δύσκολο γιατί τα τραυματικά γεγονότα που έχουμε βιώσει στην παιδική μας ηλικία έχουν δημιουργήσει μοτίβα και συνήθειες αρνητικών σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών, οι οποίες με τη σειρά τους γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Γινόμαστε εκείνοι που νιώθουμε ασφαλείς όταν είμαστε μακριά, γιατί η αρχική μας απόπειρα προσέγγισης έληξε μάλλον άδοξα. Για ένα παιδί αυτό μεταφράστηκε ως απόρριψη, ντροπή, μπέρδεμα, αβεβαιότητα, κυρίως όμως ήταν κάτι που δεν ήξερε να το αντιμετωπίσει. Ασυνείδητα αποφάσισε πως τέτοια μορφή έκθεσης δεν θα ξανασυμβεί ποτέ. Έτσι λοιπόν στο τώρα, στην παραμικρή υπόνοια απογοήτευσης ή απόρριψης -ή για να είμαι πιο ακριβής αυτό που ερμηνεύει ως απόρριψη- για να αποφύγει τον πόνο θα σηκώσει τοίχους για να αποφευχθεί η οικειότητα που στο τότε δεν του παρείχε ασφάλεια. Ο μεγαλύτερος φόβος που βιώνει είναι αυτός της οικειότητας, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της εγκατάλειψης.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και εγγύτητα.  Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Ζητάς γρήγορη λύση σε κάτι που σε ταλαιπωρεί και το καταλαβαίνω. Ξέρεις, η αντίσταση στην επιθυμία να βρισκόμαστε μακριά ή κοντά, για κάποιους είναι δουλειά χρόνων. Δεν είναι πάντα εύκολο να περιγράψεις στον άλλον αυτό που σου συμβαίνει, να μην έχεις την ανάγκη να κρύβεσαι στην παραμικρή υπόνοια απόρριψης. Δεν είναι εύκολο να αφήνεις χώρο στον άλλον ελπίζοντας πως θα επιστρέψει και ταυτόχρονα να έχεις και τη σιγουριά πως και να μην επιστρέψει, θα επιβιώσεις.

Η προσέγγιση μπορεί να φαίνεται τρομακτική αλλά δεν είναι και απαραίτητο να είναι έτσι.  Μπορείς να είσαι ο πραγματικός σου εαυτός όταν είσαι με άλλους ανθρώπους και αξίζει να το διακινδυνεύσεις. Μπορείς να εμπιστευτείς τον εαυτό σου και έχεις τη δυνατότητα να αντεπεξέλθεις στην αμηχανία που υπάρχει στο ξεκίνημα μιας σχέσης, έστω και αν στην αρχή το κάνεις όπως οι σκαντζόχοιροι. Προσεκτικά.

 

Ghostbusters

Το ghosting είναι μια συμπεριφορά τόσο διαδεδομένη που σχεδόν έχει ενσωματωθεί στην κουλτούρα μας και ήδη από κάποιους θεωρείται ως κάτι φυσιολογικό, αναμενόμενο ακόμα και αστείο. Το ghosting είναι η ξαφνική διακοπή οποιασδήποτε επικοινωνίας από τη μια πλευρά χωρίς κανένα προφανή για την άλλη πλευρά λόγο ή εξήγηση. Ο άνθρωπος που εξαφανίζεται, που γίνεται φάντασμα -ghost- και που είχατε καθημερινή επαφή ξαφνικά αδιαφορεί για εσάς και αγνοεί τις προσπάθειες επικοινωνίας αφήνοντάς σας σε κατάσταση σοκ.

Μετά το σοκ συνήθως ακολουθούν ασταμάτητες σκέψεις και συνεχής ανάλυση:  “γιατί να συμπεριφερθεί έτσι; τι έκανα; λες να του/της συνέβη κάτι;” Το λάθος σ’αυτές τις περιπτώσεις είναι η προσπάθεια να αναλύουμε παράλογες συμπεριφορές με αποτέλεσμα να καθηλωνόμαστε, το γνωστό analysis-paralysis.

Εάν όμως έπρεπε οπωσδήποτε να εξηγήσουμε μια τέτοια συμπεριφορά, προσωπικά θα έδινα τρεις ερμηνείες. α) γιατί έτσι βόλευε, ήταν ο πιο εύκολος τρόπος β) κακή ποιότητα ανθρώπου γ) συναισθηματική ανωριμότητα. Πάντως σίγουρα πίσω απ’αυτή τη συμπεριφορά δεν κρύβεται κάποιο βάθος που εμείς οι υπόλοιποι αδυνατούμε να καταλάβουμε. Ούτε βάθος, ούτε πλάτος.

Οι ερμηνείες και οι αναλύσεις δεν είναι ο κατάλληλος τρόπος για να ξεπεράσετε αυτό που σας συνέβη. Η ανάγκη να τακτοποιήσετε τον ανοιχτό λογαριασμό μέσα σας και να προχωρήσετε είναι πολύ μεγάλη και απολύτως κατανοητή όμως, πρέπει να ξέρετε πως σ’αυτή την περίπτωση θα χρειαστεί να το κλείσετε μόνοι σας.  Εξάλλου όπως θα γνωρίζετε, οι  άνθρωποι που θα μας φερθούν όπως θα θέλαμε  και θα σεβαστούν τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας δεν είναι πολλοί.

Μάθετε να αγνοείτε αυτά που δεν μπορείτε να ελέγξετε δηλαδή συμπεριφορές άλλων.
Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να χάσετε χρόνο και να αργήσετε να ξεχάσετε το δυσάρεστο συμβάν. Οι άνθρωποι κάνουν αυτό που θέλουν να κάνουν οι ίδιοι. Αισθάνονται με τον τρόπο που οι ίδιοι θέλουν να αισθανθούν, σκέπτονται αυτό που θέλουν να σκεφτούν, συμπεριφέρονται με τον τρόπο που έχουν μάθει και θα αλλάξουν μόνο όταν εκείνοι είναι έτοιμοι ή θέλουν να αλλάξουν. Κανένα είδος ελέγχου που εμείς θα ασκήσουμε δεν μπορεί να επιφέρει μόνιμες ή επιθυμητές αλλαγές σε έναν άλλον άνθρωπο.

Το μόνο άτομο που μπορούμε να μεταβάλουμε και στο οποίο έχουμε δικαιοδοσία ελέγχου είναι ο εαυτός μας. Εκεί θα επικεντρωθείτε. Μπορείτε να μετατρέψετε αυτή την άσχημη εμπειρία σε κάτι που αξίζει, δηλαδή στο να αναρωτηθείτε εάν υπάρχει κάτι καινούργιο να μάθετε για τον εαυτό σας. Μήπως επενδύσατε πολλά σ’έναν άνθρωπο χωρίς να τον γνωρίζετε; μήπως εμπιστευθήκατε πολύ γρήγορα; μήπως μείνατε περισσότερο στα λόγια παρά στις πράξεις του άλλου; Μήπως αυτή η συμπεριφορά σας θυμίζει κάτι απ’την ιστορία σας και σας έχει καθηλώσει έτσι; μήπως δεν έχει καν να κάνει με τον συγκεκριμένο άνθρωπο απλά η ανάγκη σας για επαφή, η ανάγκη να εμπιστευτείτε ήταν ακάλυπτες για μεγάλο χρονικό διάστημα;

Συγχωρήστε τον εαυτό σας που εμπιστεύτηκε και αφέθηκε και κυρίως μην παίρνετε τη συμπεριφορά των άλλων ως αντανάκλαση της δικής σας αυτοαξίας. Μη σας μαλώνετε επειδή δεν καταλάβατε αμέσως με τι άνθρωπο είχατε να κάνετε.

Μη ζητάτε απαντήσεις από εκείνους που δεν έχουν να δώσουν κάτι ή δεν θέλουν.
Κυρίως όμως, μη γίνεστε κυνηγοί φαντασμάτων.

Η Αρχή Pareto

Αν εξετάζατε τη ζωή σας και σημειώνατε εκείνες τις δραστηριότητες που σας επέφεραν τη μεγαλύτερη επιτυχία, το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος,  τη μεγαλύτερη πρόοδο και τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, θα ανακαλύπτατε ότι το 20% περίπου των δραστηριοτήτων σας παράγει το 80%≈ της επιτυχίας σας και της ευτυχίας σας.  Το φαινόμενο αυτό αποτέλεσε τη βάση της Αρχής Παρέτο που συχνά αναφέρεται ως “νόμος των σημαντικών ολίγων”, η οποία πήρε το όνομά της  από τον οικονομολόγο του 19ου αιώνα που ανακάλυψε ότι το 20% του πληθυσμού της Ιταλίας κατείχε το 80% της γης. Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν πως το 80% του κέρδους μιας  εταιρείας συνήθως προέρχεται από το 20% των πελατών της.

Φανταστείτε αντί να αφιερώνετε τις προσπάθειες και τον χρόνο σας σε αντιπαραγωγικές, χρονοβόρες και κυρίως σε δραστηριότητες που δεν θέλετε, πόσο θα βελτιώνατε τη ζωή σας αν λέγατε πιο συχνά “όχι” και εστιάζατε στο 20% των δραστηριοτήτων που σας αποφέρουν το μεγαλύτερο όφελος, όποιο και εάν είναι αυτό για τον καθένα.

Εάν θέλαμε να εφαρμόσουμε την Αρχή Pareto στη ζωή μας το πρώτο που θα χρειαζόταν να κάνουμε θα ήταν να λέμε πιο συχνά όχι, κάτι που για πάρα πολλούς είναι ένα απ’τα θέματα που τους δυσκολεύουν περισσότερο.  Όταν λέμε “όχι” μέσα μας συμβαίνει μια εσωτερική σύγκρουση η οποία έχει να κάνει απ’τη μια με τη δική μας αίσθηση εξουσίας και απ’την άλλη με την επιθυμία να εξυπηρετήσουμε τον άλλον, να φανούμε αρεστοί και κυρίως να αποφύγουμε τον κίνδυνο αντιπαράθεσης που μπορεί να απειλήσει τη σχέση μας.

Έτσι, συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα: Λέμε ναι όταν στην πραγματικότητα θέλουμε να πούμε όχι. Αυτό μας φέρνει μια προσωρινή, ψευδή αίσθηση ηρεμίας όπου αργότερα αντικαθίσταται από δυσαρέσκεια και θυμό. Λέμε “όχι” επιθετικά κυρίως στους πιο κοντινούς μας και σ’εκείνους που θεωρούμε δεδομένους γιατί εκεί ξέρουμε πως η σχέση δεν απειλείται με διάλυση. Δεν απαντάμε καν στον άλλον. Η αποφυγή -που είναι και η πιο συχνή συμπεριφορά- δείχνει πως δεν τιμώ τη σχέση, τον εαυτό μου -είναι σαν να μην μας επιτρέπουμε να μη θέλουμε να κάνουμε κάτι- και φυσικά δείχνει ασέβεια προς τον άλλον άνθρωπο τον οποίο αγνοούμε με τον χειρότερο τρόπο.

Δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτα απ’ τα παραπάνω. Θα βοηθήσει πολύ να είστε σαφείς, συνοπτικοί και κυρίως σταθεροί. Δεν είστε υποχρεωμένοι να εξηγείτε μπορείτε όμως εάν θέλετε να πείτε για αυτά που είστε διατεθειμένοι να κάνετε ή για το πότε θα σας είναι πιο εύκολο να πείτε ναι. Με αυτό τον τρόπο δείχνετε στους άλλους πως τους ακούτε και εκείνοι  ξέρουν τι μπορούν να περιμένουν από εσάς. Εάν δεν είστε σίγουροι μπορείτε να πείτε “χρειάζομαι λίγο χρόνο να το σκεφτώ, θα σε ενημερώσω την Τετάρτη το πρωί”.
Η προθεσμία μας κρατά υπεύθυνους και διασφαλίζει πως θα σεβαστούμε και τη σχέση και τον εαυτό μας.

Σε μια μελέτη που είχε γίνει στο περιοδικό Journal of Consumer Research διαπιστώθηκε πως η φράση “εγώ δεν” σε αντίθεση με το “δεν μπορώ” επέτρεψε στους συμμετέχοντες να απαλλαγούν από δεσμεύσεις που δεν ήθελαν γιατί το “δεν μπορώ” αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης ενώ το “εγώ δεν” υπονοεί ότι έχετε σταθερά όρια και κανόνες για τον εαυτό σας. Το όριο είναι σταθερότητα και με τη σταθερότητα αισθανόμαστε ασφάλεια.

Το να λέμε στους άλλους ναι μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στη δουλειά μας, τη φήμη μας, την επαγγελματική μας ανάπτυξη, αλλά λέγοντας όχι, ειδικά όταν μας δυσκολεύει, είναι ένα απ’τα πιο σίγουρα βήματα που μπορούμε να κάνουμε για την προσωπική μας ανάπτυξη.  Μαθαίνω πως μια σχέση υπάρχει όχι επειδή θα λέω σε όλα ναι από φόβο μήπως απογοητεύσω ή πληγώσω τον άλλο. Μαθαίνω πως είμαι υπεύθυνος να με προστατεύω και αυτό θα συμβεί με τον τρόπο που οριοθετούμαι. Μαθαίνω να με παρατηρώ: “τι με εμποδίζει να λέω όχι; ο φόβος; προσπαθώ να γίνομαι αρεστός; είναι μοτίβο και εάν ναι, σε τι με εξυπηρετεί στο σήμερα”;

Την επόμενη φορά που θα νιώσετε μπερδεμένοι ανάμεσα στο να θέλετε να κάνετε κάποιον άλλο ευτυχισμένο και να θέλετε να γίνετε ευτυχισμένοι, σκεφτείτε απλά πως η λέξη όχι σε ό,τι σας ζητούν είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να πείτε ναι σε αυτό που πραγματικά θέλετε να δεσμευθείτε.

Το να μπορείτε να λέτε όχι μπορεί να σας επιτρέψει να είστε πιο ειλικρινής και αυθεντικοί με τους άλλους. Οι άνθρωποι θα έρχονται σε εσάς για αυτά στα οποία είστε πιο ανοιχτοί να πείτε ναι, κυρίως όμως, με τη στάση σας, θα έχουν μάθει να σέβονται το ναι σας αντί να το θεωρούν δεδομένο.