Η μητέρα του σκύλου

Η Νέλλη ήταν το αδέσποτο που φρόντιζα τα τελευταία 14 χρόνια. Το μεσαίου μεγέθους κανελί σκυλί εμφανίστηκε ξαφνικά σ’ένα τεράστιο περιφραγμένο χώρο στον οποίο ζούσαν κ άλλα σκυλιά που φροντίζαμε κάποιοι που εργαζόμασταν εκεί.  Τράβηξε αμέσως την προσοχή μου όχι μόνο επειδή ήταν πολύ όμορφη αλλά επειδή ήταν φοβισμένη και δεν μπορούσε να την πλησιάσει κανείς. Τότε, θυμάμαι, ήταν η εποχή που ενθουσιαζόμουν με όλα τα δύσκολα. Δύσκολους ανθρώπους, δύσκολες καταστάσεις, δύσκολα ζώα.

Δυο μήνες μετά κατάφερα να τη χαιδέψω και από τότε όσο περνούσε ο καιρός εκδηλωνόταν όλο και πιο πολύ. Στην αρχή κούναγε ουρά αλλά πλησίαζε διστακτικά, λίγο αργότερα κάναμε μύτη-μύτη -αυτές οι δροσερές μύτες-καραμέλες ούζου των σκύλων είναι το κάτι άλλο- και αργότερα, είχε μάθει το αυτοκίνητο και έτρεχε από μακριά όταν με άκουγε και έκανε όλες αυτές τις χαρές που κάνουν τα σκυλιά όταν βλέπουν κάποιον που συμπαθούν.

Τα χρόνια πέρασαν, η Νέλλη μεγάλωσε. Τον τελευταίο χρόνο είχε πέσει πάρα πολύ. Δυσκολευόταν να περπατήσει και είχε τυφλωθεί.  Είχαμε κανονίσει και λέγαμε πως σύντομα θα ρθει η ώρα της ευθανασίας.  Προχθές, μου είπαν πως τη Μ. Εβδομάδα την πήγαν για ευθανασία αλλά “δεν σου είπαμε τίποτα για να κάνεις Πάσχα“.  Δεν θέλω να περιγράψω πως ένιωσα κ τι απάντησα.

Εχθές, μου ήρθαν στο μυαλό δυο ιστορίες.  Η μια ήταν στενού συγγενή. Όταν πέθανε η μητέρα της -με την οποία δεν μίλαγε τα τελευταία χρόνια- πέρα απ’την απώλεια που βίωνε, τον πόνο των ανοιχτών λογαριασμών που είχε μαζί της, θυμάμαι πως επαναλάμβανε με λυγμούς τη φράση: “δεν ξέρω πως πέθανε. δεν ξέρω εάν είχε κάποιον δίπλα της. δεν ξέρω πως πέρασε τις τελευταίες της ώρες“. Η δεύτερη, ήταν ενός συναδέλφου. Στα πλαίσια πρακτικής, επισκεπτόταν ένα γηροκομείο. Εκεί, είχε αναπτύξει μια πιο στενή σχέση μ’εναν απ’τους ηλικιωμένους. Στην επόμενη επίσκεψή του λοιπόν, τον έψαξε και δεν τον βρήκε. Όταν ρώτησε του απάντησαν: “α, δεν σας το είπαμε. πέθανε την προηγούμενη εβδομάδα“.  Θυμάμαι ακόμα πόσο έκλαιγε όταν περιέγραφε το περιστατικό. Έλεγε, “δεν μου είπαν τίποτα. πως γίνεται να μην πουν τίποτα. ήθελα να πάω στη κηδεία, να τον αποχαιρετήσω.”

Οι παραπάνω περιπτώσεις έχουν ένα κοινό. Δεν ήταν εκεί ν’αποχαιρετήσουν κάποιον που δεν θα ξαναδούν. Δεν ήταν τόσο η απώλεια του ανθρώπου ή του σκύλου. Φυσικά, ο πόνος όταν πεθαίνει κάποιος που αγαπάμε είναι μεγάλος, αλλά γίνεται πολύ μεγαλύτερος εάν αποφασίζουν άλλοι για το πως θα επιλέξουμε να θρηνήσουμε. Συμβουλές δίνω αυστηρά σε δυο τρεις φίλους κ μόνο όταν μου το ζητήσουν. Θα κάνω μια εξαίρεση.  Η διαδικασία του πένθους και του θρήνου είναι μια απόλυτη φυσιολογική διαδικασία που όλοι θα χρειαστεί ν’αντιμετωπίσουμε. Μην αποφασίζετε εσείς για το εάν κ πως θέλει κάποιος να θρηνήσει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο παραβιαστικό στο ν’αποφασίζουν οι άλλοι για σένα. 

Image

   

Advertisements

Μυστικά και ψέματα

Είναι Δευτέρα απόγευμα. Ανοίγεις βαριεστημένα το λινκ που βλέπεις στον τοίχο ενός φίλου.  Συνέντευξη,  μονολογείς.  Ξεκινάς να διαβάζεις. Από την πρώτη κιόλας απάντηση υποψιάζεσαι στο περίπου τι θα επακολουθήσει. Συνεχίζεις να διαβάζεις και αναρρωτιέσαι τι στο καλό έχουν πάθει όλοι και μιλάνε δημόσια για τη ζωή τους και τα τραύματά τους.

Αρχίζεις και θυμώνεις και ταυτόχρονα έρχεσαι σ’επαφή με τη δική σου μυστικοπάθεια όταν ήσουν σε εκπαιδευτικές ομάδες με άλλους ψ και δεν μοιραζόσουν τίποτα για το παρελθόν σου. Όσο σε πίεζαν και ζήταγαν να μάθουν, τόσο αρνιόσουν πεισματικά αφήνοντας να εννοηθεί πως τα δικά σου θέματα είναι μοναδικά και μπορούν να κατανοηθούν μόνο από άλλους «ξεχωριστούς» ανθρώπους.  Συγκινείσαι βαθιά απ’όσα διαβάζεις και σκέφτεσαι τι είναι αυτό που σε αγγίζει τόσο. Το τραύμα του άλλου, το δικό σου, η ματαίωση που νιώθεις κάποιες φορές απ’την πορεία σου ως θεραπευόμενη;

«Εγώ θεωρώ ότι οι πληγές που μας έχουν σημαδέψει δεν κλείνουν ποτέ. Μαθαίνουμε απλώς να ζούμε μαζί τους» Πως τολμάει, λες.  Αρχίζει και παίζει η ταινία στο μυαλό σου. Με πόση πίστη, πείσμα, ελπίδα, φόβο, άγνοια και μεγαλομανία ξεκίνησες.

Πίστη στη θεραπεία. Ακλόνητη. Είχες διαβάσει και τόσα πολλά και «απλώς» περίμενες  να περάσεις όσο πιο αναίμακτα γίνεται το στάδιο της ενδόρρηξης και να φτάσεις στη λεγόμενη «έκρηξη». Δε δίνεις μεγάλη σημασία στα «ψιλά γράμματα του συμβολαίου» που τονίζουν πως η θεραπεία δεν σταματά σ’αυτό το σημείο. Χρειάζεται δουλειά για να δει ο πελάτης (εσύ) τις νέες του δυνατότητες και πως αυτές αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον του. Είχες την άγνοια του άπειρου ανθρώπου απ’ τη μια και τη μεγαλομανία του νάρκισσου απ΄την άλλη.

Είχες πείσμα στο να είσαι αυτό που επιλέγεις να γίνεις και όχι αυτά που σου συνέβησαν. Είχες ελπίδα -μάλλον ψευδαίσθηση- πως θα μηδένιζε το κοντέρ και θα ξανάρχιζες. Είναι η περίοδος που αποκτάς θεραπευτικά εργαλεία, παίρνεις μέρος σε βιωματικές ομάδες με μεγάλα ονόματα του χώρου –κάθεσαι δίπλα τους, τους παρατηρείς και αναρρωτιέσαι τι θέματα να έχουν εκείνοι και πως τα έλυσαν. Ήσουν κ σίγουρη πως τα έλυσαν- Ευχαριστείς την τύχη σου που ακόμα δεν έχεις μάθει για κάποιον φοβερό ψ στη Μποτσουάνα να τρέχεις να τον βρεις.

Όλα τα παραπάνω μαζί με φόβο. Φόβο για το θυμό σου. Που στο διάολο θα πάει όλος αυτός ο θυμός; Τρόμαζες πως εάν τον άφηνες ανεξέλεγκτο, θα ήταν καταστροφικός για σένα και εκείνους.

Πριν δυο χρόνια μαθαίνεις για μια νέα πρωτοποριακή μέθοδο. Η ψ σου προτείνει να το δοκιμάσετε. Ακόμα και τότε δεν θες ν’αποδεχτείς πως το delete βγαίνει μόνο σε πληκτρολόγιο. Της λες πως και εάν σου πει να κρεμαστείς απ’ το ταβάνι, θα το κάνεις. Σ’αυτές τις συνεδρίες βγαίνει όλο το σκατό στην επιφάνεια αλλά μαζί και ο υπέροχος υποστηρικτικός  σου ενήλικας.  Πριν λίγο καιρό τελειώνεις κ εσύ αυτή την εκπαίδευση. Τώρα όμως μπορείς και βλέπεις όλη την εικόνα. «Η ψυχοτραυματολογία συμμαχεί με το ‘υγιές εγώ’ και χτίζει με προσοχή μια θεραπευτική σχέση εμπιστοσύνης με στόχο την επεξεργασία και αφομοίωση του τραυματικού βιώματος». Τώρα πια το έχεις αποδεχθεί. Και είσαι εντάξει μ’αυτό.

Ο τίτλος του ποστ είναι από την ταινία του Mike Leigh Μυστικά και Ψέματα