Τα αρνητικά συναισθήματα στην εργασία και πώς να τ’αντιμετωπίσετε

Δίκαιο; Άδικο; Πραγματικά αδιάφορο. Το γεγονός είναι αυτό: οι άνθρωποι στη συντριπτική τους πλειοψηφία θεωρούν ότι η δουλειά τους και ο χώρος της εργασίας τους είναι η βασική πηγή του στρες, του θυμού και των απογοητεύσεων που βιώνουν στη ζωή τους.

Οι αιτίες είναι πολλές αλλά πριν μπούμε στα βαθύτερα των σκέψεων και των συναισθημάτων που αυτές τις προκαλούν ίσως είναι πιο χρήσιμο να προτείνουμε κάποιους τρόπους για τη διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων που βιώνουμε στο χώρο της εργασίας μας.

Τα “αρνητικά” ή μάλλον δύσκολα συναισθήματα υπάρχουν. Το να τα αγνοούμε ή να προσπαθούμε να τα διώξουμε περισσότερο κακό κάνουμε, παρά καλό. Το να μην εξουσιαζόμαστε από τα αρνητικά συναισθήματα, το να μένουμε αγκιστρωμένοι στις αναμνήσεις μόνο των ευτυχισμένων στιγμών μας, το να μην θέλουμε με τίποτα να αντιμετωπίσουμε, πόσω μάλλον να “αγκαλιάσουμε” δύσκολες συναισθηματικές καταστάσεις, όπως ο θυμός, η απογοήτευση, η αγανάκτηση, στην εποχή μας υπάρχει σαν οικουμενική απαίτηση.

Για τους περισσότερους τα αρνητικά συναισθήματα, όπως και οι αρνητικές σκέψεις είναι πηγή οπισθοδρόμησης, κίνητρο που ωθεί σε αυτοκαταστροφικές τάσεις και μόνο. Όμως, πλέον η επιστήμη έχει κάτι να πει για τα αρνητικά συναισθήματα και είναι απολύτως θετικό ή μάλλον περιγράφει τα όσα ευεργετικά μπορεί να προσφέρουν η οργή, η απογοήτευση, η κάθε στιγμή που νιώσαμε ότι “πιάσαμε πάτο” και η επιφάνεια αργεί πολύ για εμάς. Εκείνοι που αποδέχονται όλα τα συναισθήματά τους, χωρίς να τους ασκούν κριτική και να τα καταπνίγουν, έχουν λιγότερες πιθανότητες να βιώσουν τον αρνητικό αντίκτυπό τους και περισσότερες να τα μετουσιώσουν σε κάτι θετικό. Βεβαίως όταν αντιμετωπίζετε μια μεγάλη δυσκολία και μπορείτε να κάνετε κάτι όπως για παράδειγμα ν’αλλάξετε αντικείμενο ή θέση εργασίας, καλό θα ήταν να το προσπαθείτε.

Αποστασιοποιηθείτε: Παρατηρήστε αυτό που συμβαίνει σαν να είστε μια μύγα στον τοίχο. Πολλές φορές, η αποστασιοποίηση είναι ένα χρήσιμο τέχνασμα γιατί μπορεί να μειώσει την ένταση των έντονων συναισθημάτων που αισθάνεστε. Φανταστείτε ότι είστε μια μύγα στον τοίχο, παρατηρώντας την κατάστασή σας. Πώς βλέπετε τώρα την κατάσταση; Πώς την βλέπουν οι δυο άνθρωποι -εσείς και το άλλο άτομο;” Όταν αποκτούμε μια ευρύτερη προοπτική συχνά η κατάσταση δεν είναι τόσο κακή όσο νομίζαμε.  Εξυπακούεται πως δεν είναι ούτε απαραίτητο ούτε χρήσιμο να αποστασιοποιείστε διανοητικά ή συναισθηματικά σε μόνιμη βάση.

Επαναπροσδιορίστε: Όλοι έχουμε ακούσει ότι πρέπει να βλέπουμε τα θετικά σε μια αρνητική κατάσταση και η αλήθεια είναι πως αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στρατηγική όταν μας συμβαίνει ένα ανεπιθύμητο γεγονός. Για ένα αρνητικό προσπαθήστε να σκεφτείτε ένα θετικό. Για παράδειγμα, εάν πήρατε ένα όχι και πολύ υποστηρικτικό feedback θα μπορούσατε να το επαναπροσδιορίσετε ως χρήσιμη πληροφορία για να κάνετε κάτι καλύτερα. Όσο πιο συχνά προκαλείτε τον εαυτό σας να βρίσκει ένα θετικό σε μια δύσκολη κατάσταση, τόσο πιο εύκολα θα γίνεται μετά.

Την εξάσκηση αυτών των τακτικών ή νέων συμπεριφορών δείτε την ως απόκτηση νέων εργαλείων που θα βελτιώσουν όχι μόνο την καθημερινότητά σας αλλά και τις εργασιακές σας σχέσεις.

Advertisements

“Βλέπω τις εταιρείες και τους οργανισμούς ως μεμονωμένα άτομα”

Στο πλαίσιο ενός εκπαιδευτικού προγράμματος που παρακολουθώ διοργανώθηκε ένα workshop με θέμα “Κακοποίηση και παρενόχληση στο χώρο εργασίας”. Ομιλητής ήταν ο Daan van Baalen MD, PhD, ψυχοθεραπευτής Gestalt, εκπαιδευτής, επόπτης και πιστοποιημένος GPO.  Ιδρυτής του Norwegian Gestalt Institute Academic College (NGI) ο οποίος έχει  διδάξει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, έχει δημοσιεύσει πληθώρα άρθρων και συμμετέχει ενεργά στην έρευνα.

Βρήκα ενδιαφέρουσα την προσέγγισή του που ήταν πολύ διαφορετική από αυτό που περιμέναμε οι ψυχοθεραπευτές που τον παρακολουθήσαμε, γι’αυτό και σκέφτηκα ότι θα ήταν καλή ιδέα να τον “ακούσουν” και άλλοι μέσω των ερωτήσεων που του έθεσα και δημοσιεύω εδώ.  Διαβάστε τι μου είπε.

  1. Με ποιον τρόπο μπορεί ένας σύμβουλος να βοηθήσει τους εργαζόμενους και τους εργοδότες μιας επιχείρησης ή ενός οργανισμού;

Αυτή η ερώτηση μου θυμίζει μια δήλωση του Irv Yalom:
“το πιο πολύτιμο πράγμα που έχω να προσφέρω είναι η ίδια μου η παρουσία, απλά να είμαι μαζί, παρών. Πάψε να προσπαθείς να πεις κάτι έξυπνο και φιλοσοφημένο. Παράτα την αναζήτηση μιας καταλυτικής ερμηνείας που θα κάνει όλη τη διαφορά. Δουλειά σου είναι απλά να προσφέρεις την πλήρη παρουσία σου. Εμπιστευθείτε τους, θα βρουν οι ίδιοι τί έχουν ανάγκη να πάρουν από τη συνεδρία”

Η πλήρης παρουσία του συμβούλου θεωρείται θεμελιώδες χαρακτηριστικό μιας αποτελεσματικής σχέσης. Ουσιαστικά είναι η αλληλεπίδραση της ύπαρξης του συνόλου του εαυτού στη συνάντηση με τους εργαζόμενους και τους εργοδότες, με το να είναι παρόντες στο εδώ και τώρα σωματικά, συναισθηματικά και γνωστικά.

Δεν αποτελεί αντικατάσταση μιας τεχνικής. Η παρουσία στη συμβουλευτική είναι μια θεμελιώδης στάση που υποστηρίζει την ενεργητική ακοή και κατανόηση του πελάτη στο εδώ και τώρα. Aποτελεί επίσης ένα πλαίσιο παροχής συμβουλών που ενθαρρύνει μια βαθιά σύνδεση μεταξύ του συμβούλου και του εργαζόμενου μέσω διαφόρων πτυχών, όπως η συνειδητοποίηση των σωματικών αισθήσεων, των συναισθημάτων και της αντίληψης.

Η πλήρης παρουσία είναι αυτή που επιτρέπει την αλληλεπίδραση που βασίζεται σε μια κιναισθητική και συναισθηματική αίσθηση της εμπειρίας του άλλου.  Οι εργαζόμενοι και ο εργοδότης το μαθαίνουν αυτό από τον σύμβουλο ο οποίος μέσα από την εμπειρία του, τις γνώσεις του, τις δεξιότητές του στην φαινομενολογία προσεγγίζει το “όλον” του πελάτη χωρίς να επενδύει αποκλειστικά στο αποτέλεσμα. Όχι επειδή δεν τον ενδιαφέρει, αλλά γιατί η αλλαγή και η ανάπτυξη είναι φυσικό αποτέλεσμα όταν κάποιος αντιμετωπίζει τον εαυτό του μέσα από το συνεχές της επίγνωσης.

  1. Θα μπορούσατε να αναφέρετε ποιες συμπεριφορές κρίνονται ανεκτές και ποιες εντάσσονται στην κατηγορία της παρενόχλησης;  

Οποιαδήποτε συμπεριφορά που στερείται παρουσίας είναι κακοποιητική.

  1. H συμβουλευτική στον εργασιακό χώρο έχει αλλάξει μέσα στα χρόνια;

    Ναι.  Από παρεμβάσεις που εστιάζουν σ’έναν εκλογικευμένο- “εργαστηριακό” τρόπο κατανόησης ενός οργανισμού σε μια προσέγγιση αντιμετώπισης των οργανισμών ως μεμονομένων ατόμων. Αυτή ακριβώς η ενεργή παρουσία του συμβούλου είναι που προσδίδει ποιότητα και κάνει τη διαφορά.
  2. Θα θέλατε να μοιραστείτε ένα περιστατικό σ έναν οργανισμό ή εταιρεία που ήταν δύσκολο να χειριστείτε; 

    Οι οργανισμοί που αντιμετωπίζουν δυσκολίες ξεκινούν με τον λάθος τρόπο. Σύμφωνα με την θεωρία του Pragnanz, το αντιληπτικό μας σύστημα οργανώνει την εικόνα με τον πιο απλό τρόπο. Το ίδιο συμβαίνει και με έναν οργανισμό. Οι άνθρωποι προτιμούμε πράγματα που είναι απλά, σαφή  και με σωστή διάταξη. Βασικός μας στόχος είναι να αποκτήσει το άτομο επίγνωση, γιατί αυτό αναπόφευκτα οδηγεί στην αλλαγή και στην ανάπτυξη.

 

 

 

Η αγένεια ως μεταδοτική ασθένεια

Θα έπρεπε ίσως να είναι αυτονόητο και μάλιστα όσον αφορά τις σχέσεις στους χώρους εργασίας ότι η ευγένεια είναι καταλυτικός παράγοντας στην παραγωγικότητα αλλά φαίνεται ότι αρκετοί και ιδιαίτερα οι επικεφαλής βλέπουν την αγένεια ως σκήπτρο εξουσίας με το οποίο ασκούν τις αρμοδιότητες τους. Αυτό αποκαλύπτει στο βιβλίο της Mastering Civility η Christine Porath η οποία ξεχωρίζει πέντε στοιχεία που αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας κουλτούρας ευγένειας και συναδελφικής αλληλεγγύης.

Η αγένεια έχει τοξική επίδραση όχι μόνο στη δημιουργικότητα αλλά και στην επίλυση απλών προβλημάτων.  Σ’αυτό το πείραμα οι συμμετέχοντες απ’τους οποίους ζητήθηκε να κάνουν μια δουλειά ρουτίνας -ενώ είχε προηγηθεί ένα περιστατικό υποτίμησης της ομάδας- δεν έπεσε μόνο η απόδοση κατά 33% αλλά είχαν και 39% λιγότερες ιδέες.  Το πιο ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό όμως είναι πως ακόμη και εκείνοι που ήταν απλά μάρτυρες σε κάποιο περιστατικό αγένειας, η επίδοσή τους στα ίδια τεστ, μειώθηκε κατά 20% και 30% αντίστοιχα.

Όταν οι επικεφαλής συμπεριφέρονται πολιτισμένα τότε αυξάνεται η παραγωγικότητα, η δημιουργικότητα και τα όποια λάθη ή παραλείψεις εντοπίζονται εγκαίρως μειώνοντας ακόμα και τη συναισθηματική εξάντληση.  Με τη σειρά τους όταν οι εργαζόμενοι συμπεριφέρονται ευγενικά και είναι προσεκτικοί στον τρόπο που μιλάνε, δεν διακόπτουν τους άλλους και χαμογελάνε μπορούν να γίνουν παράδειγμα προς μίμηση βελτιώνοντας έτσι ολόκληρη την κουλτούρα ενός οργανισμού.

Οι πέντε παράγοντες που συμβάλουν στην ύπαρξη αρμονικού κλίματος είναι οι παρακάτω:

  1. Διαμοιρασμός των πόρων.  Σ’ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον το να μοιράζομαι μπορεί να φαίνεται αντιφατικό.  Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί ότι οι άνθρωποι που μοιράζονται περισσότερα από τους πόρους τους είναι πιο ευτυχισμένοι και πιο επιτυχημένοι από εκείνους που δίνουν λιγότερα ή καθόλου.  Εάν μάλιστα θέλουμε να το δούμε από καθαρά ψυχολογική πλευρά ένας άνθρωπος που αισθάνεται ασφαλής με τον εαυτό του και το έργο που προσφέρει δεν νιώθει την ανάγκη να κρύβει τις γνώσεις του, την εμπειρία του και να μη βοηθάει τον διπλανό του.
  2. Να μοιράζομαι την επιτυχία.  Κανείς δεν θέλει να συνεργάζεται με κάποιον που καρπώνεται μια ομαδική επιτυχία ως προσωπική, αλλά δεν αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης του για μια συλλογική αποτυχία.  Η έρευνα δείχνει πως όσα στελέχη, προϊστάμενοι, διευθυντές επιδεικνύουν ταπεινότητα και ξέρουν να επαινούν, οι εργαζόμενοι που δουλεύουν στην ομάδα τους είναι πιο αφοσιωμένοι, ικανοποιημένοι με τη δουλειά τους και πιστοί στον οργανισμό.
  3. Ένδειξη ευγνωμοσύνης.  Όταν ευχαριστείς τους άλλους για τη συνεισφορά τους οι εργασιακές σχέσεις βελτιώνονται και όπως δείχνει και η έρευνα, οι υπάλληλοι βιώνουν μεγαλύτερη αυτοαξία, εμπιστοσύνη και με τη σειρά τους βοηθούν τους συναδέλφους τους.
  4. Πρόσβαση στην αξιολόγηση.  Δεν μιλάμε μόνο για την ατομική αξιολόγηση αλλά όταν οι υπάλληλοι γνωρίζουν την κατάσταση του οργανισμού ή της εταιρείας αυξάνεται το αίσθημα του ανήκειν, της συμμετοχής και αυτό συμβάλει περαιτέρω στην απόδοση.  Εξυπακούεται πως στην ατομική αξιολόγηση είναι σημαντικό να επικεντρώνεται κάποιος στα πλεονεκτήματα παρά στους περιορισμούς καθώς οι ομάδες με υψηλές αποδόσεις είναι εκείνες που μοιράζονται έξι φορές περισσότερα θετικά σχόλια από εκείνες που το κάνουν λιγότερο.
  5. Κοινός σκοπός-όραμα.  Σε γενικές γραμμές οι άνθρωποι θέλουμε να κάνουμε μια δουλειά που να μας δίνει νόημα και να νιώθουμε ότι συνεισφέρουμε σε κάτι μεγάλο, σε κάτι που έχει αξία στο κοινωνικό σύνολο.

Για μια εταιρεία ή έναν οργανισμό το να ενθαρρύνει τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που προάγει την ευγένεια και βελτιώνει την υγεία, τις επιδόσεις και την αφοσίωση των εργαζομένων, μόνο καλό μπορεί να είναι.

Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά

Πριν λίγο καιρό γνώρισα κάποιον. Ενώ θέλω πολύ να αφεθώ και να πάω πιο κοντά δυσκολεύομαι, έχω πολύ άγχος που ευτυχώς όμως κρύβω. Για να καταλάβεις, είναι σαν να έχω μια εσωτερική φωνή που μου λέει συνέχεια όλα όσα πρέπει να κάνω για να τα καταφέρω όμως εξωτερικά παγώνω και δεν κάνω τίποτα. Θέλω να μου πεις συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να ακολουθήσω.  καταλαβαίνω πως μάλλον έχω θέμα όμως μπορείς να μου δώσεις μερικές γρήγορες και εύκολες συμβουλές χωρίς αναφορές στο παρελθόν κλπ; τώρα τι κάνουμε!”.

Ένας συντριπτικά μεγάλος αριθμός προβλημάτων στις σχέσεις συνοψίζεται σε δυο φράσεις: Κάποιος στέκεται πολύ μακριά. Κάποιος στέκεται πολύ κοντά. Το να καταφέρεις να έχεις τη σωστή απόσταση από έναν άνθρωπο πρόκειται για ένα κατόρθωμα εφικτό μόνο όταν μάθεις τον τρόπο να αναγνωρίσεις ότι χρειάζεσαι την αγάπη του, όταν εμπιστευτείς πως και εκείνος θα σε χρειαστεί και βεβαίως να πιστεύεις πως θα μπορέσεις να ζήσεις και χωρίς αυτόν.

Αυτές οι δυο τάσεις -τώρα θα σταθώ σ’αυτή που σε αφορά- προέρχονται από εκεί που θα προτιμούσες να μην αναφερθώ, πράγμα δύσκολο γιατί τα τραυματικά γεγονότα που έχουμε βιώσει στην παιδική μας ηλικία έχουν δημιουργήσει μοτίβα και συνήθειες αρνητικών σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών, οι οποίες με τη σειρά τους γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Γινόμαστε εκείνοι που νιώθουμε ασφαλείς όταν είμαστε μακριά, γιατί η αρχική μας απόπειρα προσέγγισης έληξε μάλλον άδοξα. Για ένα παιδί αυτό μεταφράστηκε ως απόρριψη, ντροπή, μπέρδεμα, αβεβαιότητα, κυρίως όμως ήταν κάτι που δεν ήξερε να το αντιμετωπίσει. Ασυνείδητα αποφάσισε πως τέτοια μορφή έκθεσης δεν θα ξανασυμβεί ποτέ. Έτσι λοιπόν στο τώρα, στην παραμικρή υπόνοια απογοήτευσης ή απόρριψης -ή για να είμαι πιο ακριβής αυτό που ερμηνεύει ως απόρριψη- για να αποφύγει τον πόνο θα σηκώσει τοίχους για να αποφευχθεί η οικειότητα που στο τότε δεν του παρείχε ασφάλεια. Ο μεγαλύτερος φόβος που βιώνει είναι αυτός της οικειότητας, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της εγκατάλειψης.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και εγγύτητα.  Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Ζητάς γρήγορη λύση σε κάτι που σε ταλαιπωρεί και το καταλαβαίνω. Ξέρεις, η αντίσταση στην επιθυμία να βρισκόμαστε μακριά ή κοντά, για κάποιους είναι δουλειά χρόνων. Δεν είναι πάντα εύκολο να περιγράψεις στον άλλον αυτό που σου συμβαίνει, να μην έχεις την ανάγκη να κρύβεσαι στην παραμικρή υπόνοια απόρριψης. Δεν είναι εύκολο να αφήνεις χώρο στον άλλον ελπίζοντας πως θα επιστρέψει και ταυτόχρονα να έχεις και τη σιγουριά πως και να μην επιστρέψει, θα επιβιώσεις.

Η προσέγγιση μπορεί να φαίνεται τρομακτική αλλά δεν είναι και απαραίτητο να είναι έτσι.  Μπορείς να είσαι ο πραγματικός σου εαυτός όταν είσαι με άλλους ανθρώπους και αξίζει να το διακινδυνεύσεις. Μπορείς να εμπιστευτείς τον εαυτό σου και έχεις τη δυνατότητα να αντεπεξέλθεις στην αμηχανία που υπάρχει στο ξεκίνημα μιας σχέσης, έστω και αν στην αρχή το κάνεις όπως οι σκαντζόχοιροι. Προσεκτικά.

 

Η κόρη του Αγαμέμνονα

Πριν λίγο καιρό έλαβα αυτό το μέιλ “Κάνω σχέσεις μόνο με αρκετά μεγαλύτερους. Οι φίλες μου λένε πως αυτό είναι πρόβλημα. Εγώ λέω πως είναι τυχαίο και απλά θέμα γούστου. Πιστεύεις πως έχω θέματα με τον μπαμπά μου;”

Το να θέλουμε να έχουμε δίπλα μας έναν άνθρωπο είναι μια κατανοητή επιθυμία. Εάν έχει και τα χαρακτηριστικά του ιδανικού πατέρα ίσως και να πρόκειται για το ιδανικό σενάριο. Δυνατός και σοφός, συνετός, ευγενικός, σκληρός εάν χρειαστεί, αλλά πάντα δίκαιος και φυσικά πάντα στο πλευρό μας.

Η λαχτάρα για έναν ισχυρό πατέρα υπήρξε ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην ιστορία ενώ οι περισσότερες θρησκείες έχουν συλλάβει τις κεντρικές τους θεότητες ως αρσενικούς γονείς. Στην πρώιμη παιδική ηλικία είμαστε όλοι αδύναμοι και έχουμε ανάγκη από προστασία οπότε μια πατρική φιγούρα αναπόφευκτα φαίνεται εξαιρετικά εντυπωσιακή σ’ένα μικρό παιδί. Στα μάτια ενός παιδιού είναι εκείνος που ξέρει και μπορεί να κάνει τα πάντα.

Όσο ώριμοι και σκεπτικιστές μπορεί να είμαστε σε άλλους τομείς, σε σχέση με την ιδέα της ανδρικής προστασίας μέχρι κάποια ηλικία παραμένουμε λίγο σαν το μικρό παιδί που ήμασταν κάποτε. Ονειρευόμαστε έναν άνθρωπο που θα αναλάβει τις ευθύνες μας, θα πάρει όλες τις μεγάλες αποφάσεις για τη ζωή μας, που θα είναι σκληρός και σίγουρος και θα μας λύσει όλα τα προβλήματα. Θα φροντίζει για τα οικονομικά μας, θα θυμώνει και θα επιτίθεται σε όποιον μας αδικεί ή μας πληγώνει. Θα είναι περήφανος για εμάς και θα μας αγαπάει όπως είμαστε.

Όμως, υπάρχει ένα παράδοξο. Ο ενήλικας που επαναλαμβανόμενα λαχταρά να σχετίζεται μ’έναν “πατέρα” δεν σημαίνει πως μεγάλωσε με τον ιδανικό πατέρα.  Τις περισσότερες φορές αυτή η επιθυμία είναι συνέπεια συναισθηματικής εγκατάλειψης από εκείνον. Είναι γνωστό πως τα αναπτυξιακά μας κενά -ειδικά όταν δεν έχουμε φροντίσει να τα τακτοποιήσουμε- είναι παντοδύναμα. Οι ανοιχτοί λογαριασμοί, οι ακάλυπτες ανάγκες θα εμφανίζονται πάντα ακόμα και με τη μορφή “μπαμπάδων” που όμως δεν θα μπορούν να μας ταίσουν τη “μπεμπελάκ” που δεν φάγαμε τότε. Μπορεί να γνωρίζουν πολύ καλά αυτό που θέλουμε και να υπόσχονται πως θα το δώσουν -άλλοι από αφέλεια και άλλοι από κυνισμό- αλλά πάντα έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνουμε πως όλοι έχουν ατέλειες.

Οι ανολοκλήρωτες εμπειρίες, οι ανοιχτοί λογαριασμοί και τα συναισθήματα επιμένουν στη μνήμη μας ζητώντας την ολοκλήρωσή τους. Εάν αυτό δεν γίνει, παραμένουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι. Όταν όμως κλείσουν, θα συνειδητοποιήσουμε πως η φανταστική πατρική φιγούρα της ενηλικίωσης δεν είναι ένας καλός πατέρας και πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν “μπαμπάδες”.  Θα επιδιώκουμε να κάνουμε σχέσεις ισότιμες χωρίς να περιμένουμε να μας λύσουν τα προβλήματα και να μας σώσουν απ’τους κινδύνους ανεξάρτητα απ’το πόσο θα το ήθελαν.

Δεν ξέρω εάν έχεις θέματα με τον πατέρα σου και αν όλα αυτά σου λένε κάτι και εάν όντως  τυχαίνει να επιλέγεις μεγαλύτερους συντρόφους. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως ότι κάνεις φρόντισε να το κάνεις με επίγνωση.

Κάποιον μου θυμίζεις

Ένα απ’τα πιο συχνά ερωτήματα -που το ακούμε και σε διάφορες παραλλαγές- είναι το “πώς γίνεται αυτοί/ες που επιλέγω να μου συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο;”
Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι μάλλον πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. Οι περιορισμοί γύρω απ’τους οποίους μπορούμε να αγαπάμε και να νιώθουμε καλά προέρχονται από ένα μέρος που όλοι οι ψυχοθεραπευτές αρέσκονται να πηγαίνουν. Στην παιδική ηλικία. Η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων.

Ψάχνουμε εκείνους που από πολλές απόψεις αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Το θέμα είναι ότι η αγάπη που πήραμε κατά την παιδική μας ηλικία δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και καλοσύνη. Δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη -παρ’όλη την αδιαμφισβήτητα καλή πρόθεσή τους- κάποιες φορές η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα βρούμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει.  Δεν δίνουμε σημασία και ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα μας για πολυπλοκότητες που έχουμε συνδέσει με την αγάπη. Μπορεί να περιγράψουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική.

Πολλοί λένε πως η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον με πιο υγιή συμπεριφορά. Θεωρητικά είναι μια καλή λύση και συχνά πρακτικά αδύνατη. Αντί να επιδιώκουμε να αλλάξουμε προτιμήσεις θα ήταν καλύτερο να προσαρμόσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε συμπεριφορές οικείες που στο τώρα, αν και ενήλικοι μας καθηλώνουν.

Κάτι που επαναλαμβάνω πολύ συχνά γιατί γνωρίζω τη χρησιμότητα της ψυχοεκπαίδευσης είναι πως πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά μια συμπεριφορά τους αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Για παράδειγμα εάν ως παιδί δεν έπαιρνα την προσοχή που ήθελα και δεν ήξερα τον τρόπο να τη ζητήσω, τότε θα έβρισκα έμμεσους τρόπους για να πάρω αυτό που είχα ανάγκη.

Στο σήμερα, εάν ο/η σύντροφός μου είναι απορροφημένος με τη δουλειά του και εγώ αντιδράσω όπως παλιά, τότε είτε θα το μεταφράσω “δεν νοιάζεται αρκετά, δεν είμαι αρκετά σημαντικός/ή” ή θα αντιδράσω χειριστικά για να πάρω αυτό που χρειάζομαι. Ένας ενήλικας, που γνωρίζει και έχει δουλέψει τα θέματά του, έστω και αν πυροδοτηθεί ένα παλιό συναίσθημα θα έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί κάτι όπως: “έχει δουλειά, έχω και εγώ δουλειά και είναι εντάξει”.  Γιατί θα γνωρίζει πως στο σήμερα έχει πάντα επιλογές.

Δεν προτρέπω, ούτε υπονοώ να μένουμε σε καταστάσεις δύσκολες και ταλαιπωρητικές για να δούμε και να επιλύσουμε τα παλιά μας τραύματα.  Όμως, ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε.